Επιλογή γλώσσας

Κυριακή 2 Αυγούστου 2020

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λευκάδα, στις 2/8/1824, ποιητής και πολιτικός, από τους μεγαλύτερους της Επτανησιακής Σχολής, με βαθιά επίδραση του ποιητικού του έργου στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Ηταν ο πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Βαλαωρίτη και της Αναστασίας Τυπάλδου Φορέστη.


Παρακολούθησε τα βασικά του μαθήματα στη Λευκάδα πριν βρεθεί το 1838 οικότροφος στην Κέρκυρα, υπό την εποπτεία του ελληνιστή Ιωάννη Οικονομίδη.

Στη συνέχεια σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία, με την επίβλεψη του Κωνσταντίνου Ασώπιου.
Τελείωσε την Ακαδημία 17 ετών, και κατά τα συνήθη των ευκατάστατων επτανησίων της εποχής, ταξίδεψε στη βόρεια Ιταλία και Ελβετία με τον πατέρα του.

Ο Βαλαωρίτης παρακολούθησε μαθήματα στο γνωστό «Κολλέγιο» της Γενεύης, και από το 1844 έως το 1846 βρίσκεται στο Παρίσι, όπου σπουδάζει Νομικά. Κατόπιν πηγαίνει στην Πίζα, συνεχίζοντας τις νομικές σπουδές αλλά και αναπτύσσοντας πολιτική δραστηριότητα, στο πλευρό των φιλελεύθερων επαναστατών.

Είναι η περίοδος που οι Ιταλοί δίνουν το δικό τους αγώνα για την απελευθέρωση από τους Αυστριακούς και την εθνική συγκρότηση. Το 1847 συλλαμβάνεται στη Βενετία, για αντιστασιακή δράση.

Το 1852 επιστρέφει στη Λευκάδα και μπαίνει στο στίβο της πολιτικής.

 Οι σχέσεις που δημιούργησε με την οικογένεια του Αιμίλιου Τυπάλδου τον φέρνουν συχνά στη Βενετία όπου το ενδιαφέρον του κερδίζει η Ελοϊσία, μοναχοκόρη του ζεύγους με την οποία θα παντρευτούν το 1852.

Η ριζοσπαστική του στάση γύρω από την αγγλική κυριαρχία στα Επτάνησα τον φέρνει σε ρήξη με την εξουσία.

Παράλληλα αρχίζει η ενασχόλησή του με την ποίηση...
 
Ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα του είναι ο «Καλόγιαννος», όπου υμνεί την αγροτιά, η «Πρωτομαρτιά» και, το πιο σπουδαίο, ο «Φωτεινός», το θέμα του οποίου είναι από μια παλιά εξέγερση κατά των Φράγκων στη Λευκάδα. 

Ενα πολύ γνωστό επίσης ποίημα του Βαλαωρίτη είναι και ο «Αστραπόγιαννος» (1866).

Όλο το μίσος του προς την ξένη τυραννία και τη φλογερή αγάπη του προς την πατρίδα και τη λευτεριά, ο Βαλαωρίτης θα την απεικονίσει στην περίφημη ποιητική δημιουργία του «Φωτεινός ζευγωλάτης»:


ΦΩΤΕΙΝΟΣ

Πάρ’ ένα σβώλο, Mήτρο,

και διώξ’ εκείνα τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο.

O χερουλάτης έφαγε τ’ άχαρα δάχτυλά μου

και στην αλετροπόδα μου ελιώσαν τα ήπατά μου.

Δυό μήνες έρεψα εδεδώ, εσάπισα στη νώπη

μ’ αρρώστια, με γεράματα! Bάσανα, νήστεια, κόποι

γι’ αυτό το έρμο το ψωμί! Kαι τώρα που προβαίνει

σγουρό, χολάτο από τη γη, που πριν το φαν χορταίνει

τα λιμασμένα μου παιδιά, να το πατούν εμπρός μου

με τόση απίστευτη απονιά οι δυνατοί του κόσμου!…

Eξέχασες και δε μ’ ακούς;… εσένα κράζω, Mήτρο.

Διώξε, σου λέγω, τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο!

ΜΗΤΡΟΣ

Eίναι του Pήγα, δεν κοτώ… Για κοίταξ’ εκεί πέρα

να ιδείς τί θρος που γίνεται, τί χλαλοή, πατέρα!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

Tι Pήγας, τι Pηγόπουλα! Eίν’ ο καινούριος κύρης,

που πλάκωσε με ξένο βιό να γένει νοικοκύρης.

Παλιόφραγκοι, που πέφτουνε σαν όρνια στα ψοφίμια·

εκείνοι πάντα κυνηγοί και πάντα εμείς αγρίμια.

K’ εσύ τους τρέμεις, βούβαλε! Παιδί μες στη φωτιά σου,

που τρίβεις στουρναρόπετρα μ’ αυτά τα δάχτυλά σου,

πόχεις τετράδιπλα νεφρά, και ριζιμιό στα στήθια,

τους βλέπεις και σε σκιάζουνε! O δούλος, είν’ αλήθεια,

λίπο ποτάζει μοναχά, ψυχή κ’ αίμα δεν έχει.



Κι ο γέροντας μ’ απίδρομο σαν παλικάρι τρέχει

κι αρπάζει την σφεντόνα του. Έχει χολή στα μάτια.

Με το σφυρί του ένα γουλί το σπα σε δυο κομμάτια

και το σταφνίζει στο καυκί. * Γοργά την ανεμίζει

και τηνε σκάει με δύναμη. Ανοίγει το λιθάρι

και θυμωμένο ένα σκυλί πληγώνει στο ποδάρι,

κι έν’ άλλο χτυπάει στο κούτελο και το ξαπλώνει χάμου.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

Βλέπεις· εγώ δεν τους ψηφώ, με τα γεράματά μου.

ΜΗΤΡΟΣ

Πατέρα τι ’ναι πὄκαμες!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

Περίδρομος, κεφάλα,

μη βλαστημήσω το βυζί που σὄδωκε το γάλα.

Δε νιώθεις πώς τους σχαίνομαι! Όλην αυτήν την ψώρα

οπὄρχεται κάθε φορά και μας δαγκάει τη χώρα

—όπως είν’ ένας ο Θεός κι εγώ ’μαι Λευκαδίτης—

την έπαιρνα όλη επάνω μου κι επνίγομουν μαζί της.

Κι εσύ του γέρου Φωτεινού μονάκριβο βλαστάρι,

του λύκου τ’ ανυπόταχτου, αγγόνι του Θιοχάρη,

π’ άλλη τροφή δεν έλαβες να φας και να χορτάσεις,

για να σου βάψει την καρδιά και να ριζοδοντιάσεις,

παρά την έχτρα την παλιά, που ’ναι θεμελιωμένη,

σκληρή, πατροπαράδοτη, άφθαρτη, στοιχειωμένη,

για κάθε ξένην αφεντιά βαθιά μες στη γενιά μας—

εσύ, θελέσι, * στέκεσαι και βλέπεις τη σπορά μας

να την πατούν οι αλλόφυλοι και χάσκεις σα λουρίτης… 

Ου, να χαθείς! Μ’ εντρόπιασες, δεν είσαι Λευκαδίτης.

Πέθανε στις 24 Ιούλη 1879 στην  Λευκάδα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου