Επιλογή γλώσσας

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022

Οικισμός ΛΑΡΚΟ: Ενα χωριό που ανέθρεψε γενιές εργατών αντιστέκεται!


 «Γαντζωμένος» στα σύρματα του εργοστασίου, ο οικισμός της ΛΑΡΚΟ στη Λάρυμνα έχει αναθρέψει γενιές εργαζομένων. Τα ντουβάρια των σπιτιών εκτός από σκουριά και σκόνη έχουν «ποτίσει» με τις χαρές, τους καημούς, αλλά και την αγωνία των οικογενειών τους. Καθένα από αυτά έχει ποτίσει από τα καυτά χνότα εργατών, που τα σωθικά τους κάηκαν από τη λάβα, κάνοντας το χώμα ατσάλι. Ενα χωριό σκεπασμένο από τη σκόνη που «ξερνάει» το εργοστάσιο. Τα σπίτια, τα δέντρα και τα σοκάκια. Ολα μαύρα, καφέ, κόκκινα, ένα σκηνικό που αποτελεί μάθημα ζωής για όποιον επισκεφθεί την περιοχή αφού βλέπει να ζωντανεύουν μπροστά του εικόνες από τον «Βασιλιά Ανθρακα».

Η πλατεία του οικισμού είναι δίπλα στην πύλη του εργοστασίου, χώρος όπου σταθμεύουν τα λεωφορεία που πηγαινοφέρνουν τους εργαζόμενους που δεν μένουν στον οικισμό. Εκεί και η αγορά. Το σούπερ μάρκετ, το μπακάλικο, ο φούρνος, το καφενείο. Εκεί συναντιούνται και οι εργάτες μετά τη βάρδια, για ένα τσιγάρο, έναν καφέ, μία μπίρα στα όρθια.

Περπατώντας ανάμεσα στα σπίτια νομίζεις ότι τα ντουβάρια πάλλονται, όπως τρέμουν μαζί με τις καρδιές όλων εδώ κάθε φορά που γίνεται έκρηξη σε κάποιο καμίνι. Οτι το βήμα σου μπλέκεται με το βαρύ αλλά σταθερό βήμα του εργάτη που γυρνά στο σπίτι μετά τη βάρδιά του. Οτι στον αέρα ακόμη ηχούν τα συνθήματα και οι φωνές των απεργών.

Ο οικισμός άρχισε να χτίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1960 με χρήματα της Εργατικής Εστίας. Αρχικά για να μένουν οι εργαζόμενοι που έρχονταν από μακρινές περιοχές και στη συνέχεια για να υπάρχει 24 ώρες το 24ωρο διαθέσιμο προσωπικό να μπει για δουλειά στο εργοστάσιο. Δίπλα στα παλιά πέτρινα σπίτια, έχουν χτιστεί λίγα καινούργια κτίρια. Οι «πολυκατοικίες», όπως τις λένε στον οικισμό. Στην άκρη του οικισμού βρίσκεται και ο κινηματογράφος. Παρατημένος και αυτός εδώ και χρόνια που πλέον χρησιμοποιείται για τις Γενικές Συνελεύσεις και άλλες δραστηριότητες του Σωματείου.

Λίγο πιο πάνω τα σχολεία. Νηπιαγωγείο, Δημοτικό και Γυμνάσιο. Το Λύκειο έκλεισε πριν από λίγα χρόνια και τα παιδιά μετακινούνται μέχρι το γειτονικό Μαρτίνο.

«Ο οικισμός ακολουθεί και αυτός την πορεία απαξίωσης του εργοστασίου. Τα σπίτια ίσα ίσα που κρατούνται κατοικήσιμα. Οσοι μένουν εδώ, είτε είναι χρόνια στον οικισμό είτε πήραν σπίτι τα τελευταία χρόνια, έχουν διαθέσει πολλά χρήματα για να μπορέσουν να μείνουν μέσα και να τα συντηρούν», μας ενημερώνει ο Νίκος Ρήννας, εργαζόμενος στη ΛΑΡΚΟ και κάτοικος του οικισμού, που ανέλαβε την «ξενάγηση».

Μας λέει μάλιστα πως τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε έτσι. «Κάποτε υπήρχε ζωή εδώ. Παρά τις δυσκολίες και τις άσχημες συνθήκες οι άνθρωποι ήταν αισιόδοξοι. Πλέον βλέπεις μόνο σκυθρωπά πρόσωπα. Οι συζητήσεις είναι όλες γεμάτες αγωνία. Ακόμη και τα παιδιά έχουν επηρεαστεί, και πώς να μην επηρεαστούν με αυτά που βιώνουν καθημερινά μέσα στις οικογένειές τους, στο σχολείο τους, στις παρέες τους... Ομως, βλέπεις και την αποφασιστικότητα όλων εδώ να δώσουμε τη μάχη μέχρι το τέλος και είμαστε βέβαιοι ότι θα νικήσουμε».

Το χρωστάμε στα παιδιά μας

Πρώτος σταθμός στο οδοιπορικό στον οικισμό είναι το σπίτι του Δημήτρη και της Φαλίτσας. Ενα ζευγάρι νέων παιδιών, με ένα αγοράκι 4,5 ετών. Παιδιά εργατών της ΛΑΡΚΟ και οι δύο. Εδώ γεννήθηκαν, εδώ μεγάλωσαν, ερωτεύτηκαν, εδώ έστησαν και το σπιτικό τους.

Ο Δημήτρης, 40 ετών, εργάζεται 17 χρόνια στη ΛΑΡΚΟ. Στην αρχή σε εργολάβο και στη συνέχεια στο μόνιμο προσωπικό. «Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα, δεν έχω ζήσει αλλού. Εφυγα μόνο για τον στρατό και για να μάθω την τέχνη του ηλεκτροσυγκολλητή στη Λάρισα και να πιάσω δουλειά στη ΛΑΡΚΟ. Ολοι εδώ δεν ξέρουμε να κάνουμε κάτι άλλο. Αυτό που ξέρουμε είναι να είμαστε κάθε μέρα μέσα στη φωτιά και να βγάζουμε από το χώμα "χρυσάφι". Τώρα έρχονται οι υπουργοί της κυβέρνησης σε μια τηλεδιάσκεψη και ανακοινώνουν στα Σωματεία μας ότι απολυόμαστε και πρέπει να φύγουμε από τα σπίτια μας. Να πάμε πού; Δεν γίνονται αυτά. Από τη μία μέρα στην άλλη άνεργος και άστεγος», ξεκινά τη συζήτηση ο Δημήτρης και στο πρόσωπό του βλέπεις την αγανάκτηση αλλά και την αποφασιστικότητα.

Στη συζήτηση μπαίνει και η Φαλίτσα: «Δύο χρόνια τώρα η ζωή μας έχει διαλυθεί. Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει. Εχει επηρεαστεί και το παιδί όσο κι αν προσπαθούμε να μη μιλάμε μπροστά του. Παιδί 4,5 χρόνων και κάθε μέρα το τελευταίο διάστημα μας ρωτάει "πότε θα φύγουν οι «κακοί» για να δουλέψει ξανά η ΛΑΡΚΟ". Ερχεται και μας λέει πως "θα μας διώξουν από το σπίτι και τον μπαμπά από τη δουλειά", ότι θα σταματήσει να πηγαίνει σχολείο και δεν θα έχει φίλους. Κάθε μέρα ρωτάει τι γίνεται», ξεσπά οργισμένη. «Ερχονται να μας διώξουν. Από πού; Εμείς εδώ γεννηθήκαμε, εδώ μεγαλώσαμε, εδώ θέλουμε να ζήσουμε τα παιδιά μας. Δεν θα καταφέρουν τίποτα, δεν πρόκειται να τους αφήσουμε. Εμείς οι γυναίκες και τα παιδιά μας είμαστε μπροστά από τους άντρες στον αγώνα. Οπως ήταν οι μανάδες μας και όλες οι γυναίκες εδώ. Και εμείς μεγαλώσαμε μέσα στη σκόνη και τη σκουριά, παλεύουμε κάθε μέρα μαζί τους. Η καρδιά μας έχει γίνει πέτρα από το σφίξιμο κάθε φορά που σκάει το καμίνι, τρίζει το σπίτι και τρέχουμε να μάθουμε αν έπαθε κάτι κάποιος εργαζόμενος».

«Ολοι οι εργαζόμενοι της ΛΑΡΚΟ έχουμε έναν νεκρό ή έναν σακατεμένο στην οικογένεια ή στο περιβάλλον μας. Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, έχουμε δει συναδέλφους μας να καίγονται μπροστά μας, άλλοι από τύχη έχουμε γλιτώσει», συμπληρώνει ο Δημήτρης. «Το χρωστάμε σε αυτούς τους συναδέλφους μας, αλλά περισσότερο το χρωστάμε στα παιδιά μας. Δεν θα επιτρέψουμε να μας κουνήσουν από τις εργασίες και τα σπίτια μας. Είμαστε όλοι μαζί. Εχουμε το Σωματείο μας, συσπειρωνόμαστε όλοι σε αυτό και αγωνιζόμαστε δύο χρόνια τώρα. Ετσι θα συνεχίσουμε, ενωμένοι», προσθέτει.

Αποχαιρετούμε τον Δημήτρη και τη Φαλίτσα και βγαίνουμε ξανά στα σοκάκια του οικισμού. Στον δρόμο συναντάμε τον Αγγελο Τσίγκο, ο οποίος δουλεύει με τη γυναίκα του το ταβερνάκι στην παραλία το καλοκαίρι και τη λέσχη τον χειμώνα. «Μας κλείνουν και μας. Διαλύουν ολόκληρη την περιοχή, θα μαραζώσει ο τόπος. Να φύγουμε να πάμε πού; Τι δουλειά να κάνουμε σε αυτήν την ηλικία; Τόσες οικογένειες τι θα γίνουν;», μας λέει βιαστικά ξεκινώντας για τη λέσχη.

Δεν προλαβαίνουμε να ξεκινήσουμε και δίπλα μάς σταματάει ο Κυριάκος Κουτσουλιοτάκης, γέννημα - θρέμμα και αυτός της ΛΑΡΚΟ. «Εδώ γεννήθηκα, 49 χρόνια στον οικισμό. Το 1970 ήρθε ο πατέρας μου, στο ίδιο σπίτι που γεννήθηκα μένω και εγώ τώρα με την οικογένειά μου. Με τρία παιδιά στο σχολείο, να φύγω να πάω πού; Δεν πρόκειται να περάσει αυτό. Δεν θα ξεπουλήσουμε τους γονείς μας και τους αγώνες που έδωσαν, τους νεκρούς συναδέλφους μας, τα παιδιά μας. Οσο και να προσπαθεί η κυβέρνηση να μας διασπάσει δεν θα καταφέρει τίποτα. Εμείς στη ΛΑΡΚΟ μεγαλώσαμε με αγώνα και σίδηρο, με τη σκουριά στο στόμα», μας λέει γεμάτος οργή.

«Ολες οι κυβερνήσεις εκμεταλλεύτηκαν τη ΛΑΡΚΟ, που τόσα χρόνια την άφησαν να απαξιωθεί. Ρήμαξαν όλα, το εργοστάσιο, ο οικισμός και τώρα μας λένε ότι είναι ζημιογόνα. Αυτοί την χρέωσαν και την διέλυσαν, όλες οι κυβερνήσεις και αυτοί που σήμερα δήθεν μας συμπαραστέκονται. Εμείς τους λέμε ότι η ΛΑΡΚΟ είναι χρυσωρυχείο και πως μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί και να αναπτυχθεί δημιουργώντας χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Ανήκει στους εργαζόμενους και τον λαό, δεν θα τους αφήσουμε να την ξεπουλήσουν».

Οι εργάτες τα έφτιαξαν όλα, με ιδρώτα και αίμα

Επόμενος σταθμός είναι το σπίτι του Γιάννη και της Κατερίνας Γιαννοπούλου. Ο Γιάννης, 59 χρόνων σήμερα, δουλεύει από 15 χρόνων στη ΛΑΡΚΟ. «44 χρόνια και 3 μήνες στο εργοστάσιο και δεν μπορώ να βγω στη σύνταξη γιατί δεν έχω συμπληρώσει την ηλικία. Πόσο ακόμη θα πρέπει να δουλέψω; Σε ποιο πρόγραμμα κοινωφελούς εργασίας να μπω;», αναρωτιέται.

Μας λέει μάλιστα ότι όνειρό του ήταν να βγει στη σύνταξη και με την αποζημίωση να πάρουν ένα σπιτάκι με τη γυναίκα του έξω από τον οικισμό και να ζήσουν εκεί. «Αντί επιτέλους μετά από τόσα χρόνια δουλειάς να χαρούμε και εμείς τη ζωή μας, έχω φτάσει στο σημείο να μην μπορώ να κοιμηθώ τα βράδια. Αντί για αποζημίωση, που είναι λεφτά τα οποία έχουμε δουλέψει και μας τα έχουν κρατήσει, μας πετάνε λίγα "ψίχουλα" και αυτά μας λένε ότι μας κάνουν χάρη που μας τα δίνουν και ζητάνε να σκύψουμε και το κεφάλι. Μας "έκλεψαν" δυο φορές τα χρήματα που έπρεπε να πάρουμε από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και τώρα μας "κλέβουν" και τα λεφτά της αποζημίωσης. Δεν θα περάσει αυτό, θα αγωνιστούμε. Οχι μόνο για τον μόχθο μας αλλά και για τα παιδιά μας. Ο γιος μου δουλεύει εδώ και τρία χρόνια σε εργολάβο. Αρραβωνιασμένος, τους κόβουν τα πόδια και τη ζωή στα παιδιά του».

Η Κατερίνα, που τόση ώρα μας παρακολουθεί αμίλητη, απλώνει στο τραπέζι τρεις ξεθωριασμένες φωτογραφίες. «Είναι ο πεθερός μου από το 1955. Ηρθε εδώ στη Λάρυμνα ως οικοδόμος δουλεύοντας στην κατασκευή του εργοστασίου και έμεινε. Ολα εδώ, το εργοστάσιο, τα σπίτια στον οικισμό οι εργάτες τα έφτιαξαν με τον ιδρώτα και το αίμα τους. Ούτε μας έχουν χαρίσει ούτε μας χαρίζουν τίποτα. Δουλεμένα τα έχουμε όλα και με το παραπάνω. Και τα σπίτια εμείς τα συντηρούμε, έχουμε βάλει χιλιάδες ευρώ όλα αυτά τα χρόνια για να μπορούμε να μένουμε μέσα. Δεν γίνεται να μας λένε τώρα "μαζέψτε τα και φύγετε". Θα αγωνιστούμε. Εμείς οι γυναίκες κάναμε και τη δική μας Επιτροπή Αγώνα. Δεν φοβόμαστε κανέναν», σημειώνει.

Στο σπίτι μπαίνει και ο Θανάσης, γιος του ζευγαριού, ο οποίος μένει ακριβώς δίπλα με την αρραβωνιαστικιά του. Η κουβέντα πάει στα παιδικά του χρόνια. «Σπάγανε τα τζάμια στο σπίτι από τις εκρήξεις, πρωί - μεσημέρι - βράδυ, πεταγόμασταν και παίρναμε τηλέφωνο στο εργοστάσιο για να δούμε τι έγινε και αν έπαθε κάτι ο πατέρας. Αγχος κάθε μέρα για να γυρίσει στο σπίτι από τη δουλειά», μας λέει. Και προσθέτει: «Φοβόμαστε για το αύριο. Μας διαλύουν τα όνειρά μας. Μας ξεριζώνουν από τον τόπο μας. Σβήνουν κυριολεκτικά μία ολόκληρη περιοχή από τον χάρτη. Το δίκιο μας ζητάμε, αξιοπρέπεια, δουλειά και ζωή».

Εξω από το σπίτι του στον οικισμό μάς περιμένει ο Βασίλης Τσακνής. Γέννημα - θρέμμα και αυτός του οικισμού, εργαζόμενος εδώ και 17 χρόνια στο εργοστάσιο, παντρεμένος, με δύο μικρά παιδιά, ηλικίας 3 και 1 έτους αντίστοιχα.

«Δούλευε και ο πατέρας μου στο εργοστάσιο, από εδώ πήρε σύνταξη. Ηταν από τους πρωτεργάτες στον μεγάλο αγώνα του 1977, μαζί με πολλούς ακόμη, με τα παιδιά των οποίων δουλεύουμε σήμερα μαζί στο εργοστάσιο. Οι πατεράδες μας και όλοι εμείς που δίνουμε τον ιδρώτα και το αίμα μας έχουμε κρατήσει τη ΛΑΡΚΟ ανοιχτή, εμείς κρατάμε και τον οικισμό ζωντανό. Και έρχονται τώρα να μας διώξουν».

Με την οργή και την αγανάκτηση ζωγραφισμένες στο πρόσωπό του ο Βασίλης συνεχίζει να μιλάει ασταμάτητα. «Θέλουν να ξεπουλήσουν τη ΛΑΡΚΟ. Να φέρουν ιδιώτη. Ηταν ιδιώτης μέχρι το 1982, θησαύρισε από τον ιδρώτα και το αίμα των εργατών και μετά έφυγε παρατώντας τη ΛΑΡΚΟ χρεοκοπημένη. Με τα λεφτά που κρατάνε από τους μισθούς μας, με τις περικοπές, με αυτά που έφαγαν τόσα χρόνια, με αυτά να φτιάξουν τη ΛΑΡΚΟ, να συνεχίσει να λειτουργεί και να παράγει. Αυτό θέλουμε. Θυμήθηκαν τώρα τον οικισμό και ότι δεν έχουμε ρολόγια της ΔΕΗ. Εδώ τα σπίτια που μένουμε είναι χώρος εργασίας. Μας τα παρέχουν για να είμαστε 24 ώρες το 24ωρο σε ετοιμότητα για να μπούμε για δουλειά. Ποιος εργαζόμενος πληρώνει ρεύμα στον χώρο εργασίας του;».

Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα. Ας έρθουν!

«Δεν φεύγουμε. Αυτό τους λέμε και να το καταλάβουν καλά. Δεν έχουν δει τίποτα ακόμη. Και το 1977 σιγά σιγά ξεκίνησαν και στην πορεία ο αγώνας κορυφώθηκε. Στην αρχή λίγοι, στη συνέχεια όλοι μαζί. Εμείς είμαστε ενωμένοι από την πρώτη στιγμή και έτσι προχωράμε», συνεχίζει ο Βασίλης, αναδεικνύοντας με γλαφυρό τρόπο την αποφασιστικότητα για συνέχιση του αγώνα. «Συνάδελφοί μας που το πρωί πίναμε καφέ μαζί, το απόγευμα σκοτώθηκαν, κάηκαν, έλιωσαν στη βάρδιά τους. Το κορμί μου είναι γεμάτο εγκαύματα. Δεν κάνουμε πίσω... Οπως έχουμε εξοικειωθεί με τον θάνατο έτσι και με τον πόλεμο. Στα χέρια μας γεννιέται το σίδερο. Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα. Ας έρθουν».

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου