Επιλογή γλώσσας

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2021

Λάκης Σάντας: Ο σεμνός ανιδιοτελής αγωνιστής


Ο Λάκης Σάντας γεννήθηκε στις 22 Φλεβάρη 1922 στη Λευκάδα. Το 1934, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Τελείωσε το γυμνάσιο το 1940 και στη συνέχεια σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1942, εντάχθηκε στο ΕΑΜ και λίγο αργότερα στην ΕΠΟΝ. Βγήκε στο βουνό με τον ΕΛΑΣ και πήρε μέρος σε αρκετές μάχες στην Αιτωλοακαρνανία, στη Φθιώτιδα και στην Αττικοβοιωτία. Το 1944 τραυματίστηκε.

Το 1946 εξορίστηκε στην Ικαρία. Το 1947 φυλακίστηκε στην Ψυττάλεια, απ' όπου το 1948 στάλθηκε στη Μακρόνησο. Κατάφερε να διαφύγει στην Ιταλία και στη συνέχεια ζήτησε πολιτικό άσυλο στον Καναδά, όπου και έζησε μέχρι το 1962. Το 1963 επαναπατρίστηκε στην Ελλάδα. Τη λύπη τους για το θάνατο του Λάκη Σάντα εξέφρασαν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και εκπρόσωποι των κομμάτων.

Ο Λάκης Σάντας διακρινόταν για τη σεμνότητά του. Ο ίδιος σε συνεντεύξεις του συνήθιζε να λέει: «Δεν κυνηγάω ποτέ τη δημοσιότητα, γιατί θεωρώ ότι έχει εξευτελιστεί το ζήτημα πάρα πολύ. Την Αντίσταση δεν την κάναμε μόνο εμείς, έχουν σκοτωθεί χιλιάδες παλικάρια, γυναίκες και άνδρες, "ανώνυμοι"».

Στρατιωτική του ταυτότητα, Δεκέμβριος του 1948, έγκλειστος στη Μακρόνησο
  

Σε μια από τις λιγοστές δημόσιες δηλώσεις του, ο Λάκης Σάντας είχε μιλήσει στον «Ριζοσπάστη», με αφορμή το αντικομμουνιστικό Μνημόνιο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στη δήλωσή του, που δημοσιεύτηκε στον «Ρ» στις 12/1/2006, έλεγε μεταξύ άλλων:

«Σχετικά με το ψήφισμα της Πολιτικής Επιτροπής της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (...) δηλώνω, ως εκπρόσωπος νεκρών (συγγενών μου και συναγωνιστών μου), ότι αποτελεί το μνημόνιο αυτό κατάπτυστη αισχύνη και προσβολή στις εκατόμβες, τα εκατομμύρια των νεκρών, που έπεσαν μαχόμενοι στα πεδία των μαχών, των αιθέρων και των θαλασσών, ως και στα μπουντρούμια και στα στρατόπεδα του ναζιστικού τέρατος. Καθώς, επίσης, αποτελεί προσπάθεια παραχάραξης της σύγχρονης Ιστορίας και ιστορικής μνήμης και αισχρή συκοφάντηση του μεγάλου και θαυμαστού αντιφασιστικού αγώνα των λαών, όπου και οι κομμουνιστές μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες πατριώτες, πολέμησαν το ναζισμό - φασισμό - μιλιταρισμό (...)».

"Υπεξηρέθη η γερμανική σημαία"


"Οι ένοχοι και συνεργοί αυτών θα τιμωρηθώσι διά της ποινής του θανάτου", έλεγε το γερμανικό Φρουραρχείο, όταν ο Μ. Γλέζος και ο Λ. Σάντας κατέβασαν το σύμβολο του ναζισμού

Η συμπεριφορά των δέκα νεαρών - και κατά δήλωση κάποιων "εθνικιστών" - οι οποίοι μόλυναν τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και προσέβαλαν την ιστορική μνήμη της ανθρωπότητας αποτελεί σημείο των καιρών.

Η πράξη τους - υποκινούμενη ή "αυθόρμητη" - μπορεί να θεωρηθεί ως μια ψηφίδα της ιδεολογίας της "Νέας Τάξης Πραγμάτων". Μιας ιδεολογίας, που με έρπουσα τακτική επιχειρεί να ανατρέψει την ίδια την Ιστορία. Ηδη, στη Γερμανία εκδηλώθηκε η προσπάθεια για να "διορθωθεί" η ιστορία του ναζισμού, ενώ στη Βουλγαρία η κυβέρνηση ακύρωσε τις θανατικές καταδίκες που επέβαλαν στους φασίστες τα Λαϊκά Δικαστήρια το 1945.

Ο φασισμός και ο ναζισμός ήταν η χειρότερη εκδήλωση βαρβαρότητας σε βάρος του ίδιου του ανθρώπου στον εικοστό αιώνα και δεν επιτρέπεται ο θαυμασμός του, ούτε χάριν αστεϊσμού. Οι νέοι που ανέβηκαν στην Ακρόπολη με την άνεση του επισκέπτη θα 'πρεπε να ξέρουν ότι πριν πενήντα πέντε χρόνια δυο νεαροί, τότε, φοιτητές - γνήσιοι πατριώτες - ταπείνωσαν το Γ Ράιχ, κατεβάζοντας τη σημαία τους απ' την Ακρόπολη.

Η ιστορία είναι γνωστή. Φαίνεται, όμως, ότι δεν έχει αποτελέσει παιδευτικό εργαλείο για κάποιους νέους - όσο λίγοι κι αν είναι αυτοί.

Οι δυο νέοι που είχαν την τόλμη - και την αποκοτιά - να κατεβάσουν το σύμβολο του ναζισμού απ' την Ακρόπολη ήταν δυο δεκαεννιάρηδες - τότε - φοιτητές: Ο Μανώλης Γλέζος της ΑΣΟΕΕ και ο Λάκης Σάντας της Νομικής. Ιδού πώς ανακοίνωσε στις 31.5.1996 η γερμανική Κομαντατούρ το κατέβασμα της γερμανικής σημαίας: Κατά τη νύκτα της 30ής προς την 31ην Μαϊου υπεξηρέθη η επί της Ακροπόλεως κυματίζουσα γερμανική πολεμική σημαία παρ' αγνώστων δραστών. Διενεργούνται αυστηραί ανακρίσεις. Οι ένοχοι και συνεργοί αυτών θα τιμωρηθώσι διά της ποινής του θανάτου".

Οι δυο Ελληνες πατριώτες δεν είχαν μόνο το θάρρος να κατεβάσουν το σύμβολο του ναζισμού, αλλά είχαν και την τόλμη να αφήσουν και τα αποτυπώματά τους πάνω στο κοντάρι της σημαίας για να τα βρουν οι αρχές της κατοχής και να μην κάνουν εκτελέσεις αθώων για αντίποινα.

Η δύναμη των συμβόλων

Στον ΕΛΑΣ το 1944

Να πώς αφηγείται ο Λάκης Σάντας το "πολύ απλό, αλλά και πολύ μεγάλο" εγχείρημά τους (Τα στοιχεία είναι παρμένα από ένα δακτυλόγραφο του 1945 που υπάρχει στο Αρχείο του Ηλία Πετρόπουλου και δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία" το 1993):

"Είχε περάσει ένας μήνας που οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα και η Κρήτη είχε λυγίσει... Κι έξαφνα ένα δειλινό που ήμαστε στο Ζάππειο και ο ήλιος έγερνε, λούζοντας τον ορίζοντα με εκείνα τα χρώματα που μόνο ο αττικός ουρανός έχει, τα μάτια μας γύρισαν στο βράχο της Ακροπόλεως. Μέσα στον υπέροχο φόντο της δύσης, σταθήκαμε και κοιτούσαμε. Και τότε... το βλέμμα μας έπεσε πάνω στη σημαία τους, που υπερήφανα κυμάτιζε ψηλά - ψηλά και η βαριά σκιά της πλάκωνε καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την αττική γη. Να τι πρέπει να τους κάμωμε! Ηρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρωμε. Να την γκρεμίσωμε και να την ξεσχίσωμε και να πλύνωμε έτσι τη βρωμιά απ' τον Ιερό Βράχο.Την είχαν στήσει αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζί θριαμβευτικά ως τότε στη Βαρσοβία, στη Βιέννη, στην Αμβέρσα, στη Νορβηγία, στο Παρίσι και στο Βελιγράδι και απειλούσαν να τη στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε. Μα εδώ είναι Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα, που απ' αυτή ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας. Μια σημαία σήκωσε στις 25 Μαρτίου 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μια σημαία θα κατεβάζαμε εμείς στις 31 Μάη 1941. Συμβολικό και το πρώτο, συμβολικό και το δεύτερο".

Και έβαλαν σ' ενέργεια αμέσως το σχέδιό τους. Πήγαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη και απ' την Εγκυκλοπαίδεια βρήκαν το τοπογραφικό της Ακρόπολης και αποφάσισαν τη διαδρομή που θα ακολουθούσαν. Στις 9.30 μμ της 30ής Μάη 1941, ο Λ. Σάντας και Μ. Γλέζος έφτασαν στα Προπύλαια. "Ακούγαμε, συνεχίζει η αφήγηση του Λ. Σάντα, από μακριά τα κτηνώδη χάχανα των Γερμαναράδων, που έπιναν μπύρα και κρασί, μαζί με μερικές κακές Ελληνίδες, απ' αυτές που πουλούσαν τον έρωτά τους στα Προπύλαια, όπου είχαν το Φρουραρχείο. Σφίγγαμε ακόμη περισσότερο τα δόντια μας. Οταν έφτασε η ώρα κοιταχτήκαμε. Ισως να μην ξαναβλέπαμε τον ήλιο ν' ανατέλη. Είναι αλήθεια ότι νιώθαμε ένα δυνατό χτυποκάρδι, μα αυτό δεν ακουγόταν παραέξω. Τα στήθη μας τα ελληνικά το πνίγανε. Είναι γλυκός ο θάνατος όταν πεθαίνης για τα ιδανικά σου. Σ' αυτές τις στιγμές δεν έχεις παρά να θυμηθής την Ιστορία...".

Με χέρια και με δόντια

Στη συνέχεια, ο Λ. Σάντας περιγράφει πώς έφτασαν μέχρι τη σημαία. "Λύσαμε τον συρματόσχοινο και τραβήξαμε για να την κατεβάσωμε. Μα, την είχαν μπλέξει στην κάτω άκρη της με τρία συρματόσχοινα που στήριζαν τον κοντό. Κρεμιόμαστε και οι δυο για να την κατεβάσωμε, μα δεν κατέβαινε. Αρχίσαμε με τη σειρά να σκαρφαλώνουμε στον σιδερένιο κοντό για να τη φτάσωμε και να την κόψωμε. Μα ήταν αδύνατο να τη φτάσωμε. Κουρασμένοι, σταθήκαμε για λίγο κι απογοητευτήκαμε, σκεφτόμαστε τι να κάνωμε. Να φύγωμε, χωρίς τη σημαία λάφυρο, δεν το σκεφτήκαμε ούτε στιγμή. Και μέσα στην ένταση της σκέψης μας, σκεφτήκαμε να σπάσωμε τα τρία συρματόσχοινα για να μπορέσωμε να τη σπάσωμε".

Και άρχισαν τότε με "χέρια και με δόντια" και σε λίγο το μισητό σύμβολο κατέβηκε. Εσχισαν ένα κομμάτι απ' τον αγκυλωτό σταυρό και την υπόλοιπη την έκαναν ρολό και την πέταξαν στη σπηλιά. "Ακούσαμε το γδούπο της και ησυχάσαμε", αφηγείται ο Λ. Σάντας.

Την άλλη μέρα, επικράτησε πανικός στο γερμανικό στρατηγείο. Πήραν τα αποτυπώματά τους και με έκτακτο στρατοδικείο τους καταδίκασαν σε θάνατο ερήμην (γιατί δεν τους ήξεραν).

Το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στην Ελλάδα. Την άλλη μέρα το Λονδίνο και το Κάιρο έπλεξαν εγκώμια γι' αυτό...

Γιώργος ΜΟΥΣΓΑΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου