Επιλογή γλώσσας

Κυριακή 5 Μαρτίου 2023

2 Ποιήματα για τον θάνατο του Στάλιν


Όχι. Δεν είναι αλήθεια.
Δεν είναι αλήθεια.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες.
Σταματήστε τις.

Ο Ιωσήφ Στάλιν δεν πέθανε.
Είναι παρών ο Στάλιν
στο παγκόσμιο πόστο του.
Ο Στάλιν ανεβάζει στις επάλξεις
των πέντε ηπείρων
τις σημαίες της ειρήνης.
Ο Στάλιν ετοιμάζει
με το σκόρπιο αλεύρι του κόσμου
ένα ολοστρόγγυλο καρβέλι υγείας.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες.
Σταματήστε τις.

Όσο κι αν τα μονόφθαλμα κανόνια
στρέφουν το μαύρο ρύγχος τους
ίσα κατά την υψικάμινο της ελπίδας μας
ο Στάλιν αγρυπνεί
στο παγκόσμιο πόστο του.

Σώπα, γιαγιά,
και σκούπισε με το μαύρο τσεμπέρι σου
τα μάτια σου.
Όταν σβύνει η φωτιά σου κάτου απ’ το τσουκάλι σου
είναι ο Στάλιν που σκύβει και φυσάει τη φωτιά σου
ν’ ανάψει.
Όταν λείπει απ’ το τραπέζι μας το ψωμί
κι απ’ το στρώμα μας τ’ όνειρο
κι απ’ το δώμα μας το λυχνάρι
είναι ο Στάλιν που ανάβει τα μεγάλα ηλεκτρικά
στον ορίζοντα
κι ακούμε κάτου απ’ τα τούνελ της νύχτας
τη βουή των τραίνων
που μεταφέρουν λάδι και ψωμί και κάρβουνο
στους πεινασμένους.

Γιατί ο Στάλιν είναι
ο πρωτογιός των προλετάριων
κι ο Στάλιν είναι κι ο πατέρας τους.

Για τούτο
κι ο πιο μαύρος τοίχος
της πιο μαύρης νύχτας
είναι γιομάτος
απ’ τους σωλήνες του φωτός.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες.

Οι αιώνες σκαρφαλώνουν
στην κορφή της ψυχής του ν’ ανασάνουν.
Μην πείτε πως ο ήλιος ορφάνεψε.

Κυττάχτε.
Κάθε ήλιος και σελίδα —μέρα την ημέρα —
με τους ήλιους των 74 χρόνων του,
έφτιαξε ένα χοντρό βιβλίο από ατσάλι
και τ’ ακούμπησε στα γόνατα του κόσμου.
Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν.
Με τ’ όνομά του ανοίγει η Ιστορία
τις πύλες της στον άνθρωπο.

Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν.
Το έργο του: Λευτεριά.

Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες
κι ακούστε.

Πάνου απ’ την κόκκινη πλατεία, στην εξέδρα του ήλιου,
ο Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν
μιλάει:

«Υπερασπίστε, Λαοί, την Ειρήνη.

Γ.ΡΙΤΣΟΣ

 

Στά­λιν

Κλά­φτε λαοί. Από σήμε­ρα ο κόσμος είναι λιγό­τε­ρο μεγάλος.

Ο Στά­λιν πέθανε.

Ο ίσκιος απ’ το μεγά­λο φέρε­τρό του χαράζει

ένα πελώ­ριο πέν­θος στα μανί­κια των προλετάριων.

Αυτό το φέρε­τρο που σήμε­ρα σηκώ­νου­νε στους όμους τους οι λαοί.

Ο Στά­λιν πέθανε.

Απ’ όλα τις γωνιές του κόσμου οι εργά­τες κι οι αγρό­τες του στέλ­νουν το χαι­ρε­τι­σμό τους και τον όρκο τους.

Το Ντνιε­προ­στρόι ξερι­ζώ­νει τα τσι­με­ντέ­νια του πόδια κι έρχε­ται να κλά­ψει στο προ­σκέ­φα­λό του.

Κι ο γέρο-Βόλ­γας, αϊ για-για, είχε να δει έτσι μαύ­ρη μέρα, από τις μαύ­ρες μέρες της σκλαβιάς.

Τ.ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

 

3 σχόλια:

  1. (1/3)

    Κι ένα ποίημα του ίδιου του Ι. Β. Στάλιν απ’ αφορμή την σημερινή επέτειο· πρώτα το πρωτότυπο στα γεωργιανά και μετά ρωσική και νεοελληνική μετάφραση. Το «Επιφυλλίδα» είναι η επικεφαλίδα της στήλης της εφημερίδας, στην οποία πρωτοδημοσιεύτηκε το ποίημα χωρίς τίτλο.

    ფელეტონი

    როდესაც ბადრად მნათობი მთვარე
    ცის კამარაზედ გადაცურდება
    და მისი შუქი, გაბრწყინვებული,
    ლურჯ ჰორიზონტზედ შეთამაშდება;
    ოდეს ბულბულის სტვენა–სიმღერა
    ჰაერში ნაზად გაიწკრიალებს,
    როს სალამურის სულის კვეთება
    მთისა მწვერვალზედ შეისრიალებს;
    ოდეს მთის წყარო, შეჩერებული,
    კვლავ გზას გააპობს, გადიჩხრიალებს
    და ტყე, ნიავით გაღვიძებული
    შეიშმუშნება, გაიშრიალებს;
    ოდეს მტრისაგან გადახვეწილი
    კვლავ ეღირსება თვის ჩაგრულ მხარეს
    და როს სნეული, შუქს მოკლებული,
    კვლავ დაინახავს მზესა და მთვარეს,
    მაშინ მეც, ჩაგრულს, სევდისა ნისლი
    თავიდან მწყდება, მყისვე მშორდება
    და იმედები კეთილდღეობის
    უბედურს გულში მიღორძინდება!
    და ამ იმედით გატაცებულსა
    სული მიხარის, მშვიდად ძგერს გული:
    ნუთუ წრფელია იმედი ესე,
    ჩემდა იმა დროს მოვლინებული?!

    სოსელო.

    გაზეთი «ივერია», № 203, 1895 წ. 28 ნოემბერი

    (https://lh4.googleusercontent.com/-W67UUZBrCVE/TnGn-tJAqoI/AAAAAAAABqg/w2Wp6XRzzPA/s512/071_Stalins_Museum_050911.jpg)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. (2/3)

    Фельетон

    Когда луна своим сияньем
    Вдруг озаряет мир земной,
    И свет ее над дальней гранью
    Играет бледной синевой,
    Когда над рощею в лазури
    Рокочут трели соловья
    И нежный голос саламури
    Звучит свободно, не таясь,
    Когда утихнув на мгновенье
    Вновь зазвенят в горах ключи
    И ветра нежным дуновеньем
    Разбужен темный лес в ночи,
    Когда беглец, врагом гонимый,
    Вновь попадет в свой скорбный край,
    Когда кромешной тьмой томимый,
    Увидит солнце невзначай, —
    Тогда гнетущей душу тучи
    Развеян сумрачный покров,
    Надежда голосом могучим
    Мне сердце пробуждает вновь,
    Стремится ввысь душа поэта;
    И сердце бьется неспроста:
    Я знаю, что надежда эта
    Благословенна и чиста!

    [Сосело.]

    Газета «Иверия» № 203, 28 ноября 1895 г.

    (Д. А. Волкогонов, Триумф и трагедия. Политический портрет И. В. Сталина. В 2-х книгах. Книга I Часть 1, Издательство Агентства печати Новости, Москва 1989, стр. 34)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. (3/3)

    Επιφυλλίδα

    Ως άξαφνα τ’ ολόγιομο φεγγάρι
    τον κόσμο λούζει μ’ αργυρή χλομάδα
    κι η φεγγοβολή του πέρα, όλο χάρη,
    σμίγει με τ’ ουρανού τη γαλανάδα.
    Καθώς μες στου δασού τη σιγαλιά
    γροικάς τις τρίλιες τ’ αηδονιού να σιγοσβήνουν
    και πέρα, από μια σύδεντρη γωνιά
    φλογέρας λεύτερο σκοπό να αναδίνουν.
    Κι αφού σιγήσουν μόλις μια στιγμή
    ξαναχυμούν μέσα στο λόγγο οι αχοί
    κι απ’ του αγέρα την αλαφρή πνοή
    ξυπνάει το δάσος μες στο σκοτάδι το βαθύ.
    Σαν το δραπέτη που κυνηγημένος σαν θεριό
    στο άγριο λημέρι του ξαναγυρνάει
    κι όπως, βασανισμένος απ’ το σκότος το πηχτό,
    τον ήλιο αντικρίζει στα στερνά, τον χαιρετάει.
    Τότες το σύννεφο που μου πατούσε την ψυχή
    σκορπίζει σαν μια άχνη καπνισμένη
    και η Ελπίδα με μια φοβερή φωνή
    ξυπνάει την καρδιά την κοιμισμένη.
    Παίρνει τ’ αψήλου τότε κι η ψυχή του ποιητή
    και η καρδιά του ξέρει πια γιατί χτυπάει.
    Το ξέρω, ναι, πως η Ελπίδα αυτή
    είναι πανάγια, είναι αγνή και με βλογάει!*

    [Σόσελο.]

    Εφημερίδα «Ιβέρια», αριθ. φ. 203, 28 Νοεμβρίου 1895

    (Ντμίτρι Βολκογκόνοφ, Θρίαμβος και Τραγωδία. Πολιτικό Πορτρέτο του Ι. Β. Στάλιν, Βιβλίο πρώτο Μέρος πρώτο, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1989, σελ. 46–47 — * Μετάφραση Νίκου Παπανδρέου)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου