Επιλογή γλώσσας

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020

Καθαρίζοντας τις χυδαίες λάσπες Ραπτόπουλου


«Αξίζει να σημειωθεί, πως το χυδαίο παραλήρημα του αθλητικογράφου εξέφρασε χιλιάδες σιωπηλούς εν ενεργεία φασίστες της διπλανής πόρτας»

Πέρασε μία εβδομάδα από την καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματική οργάνωση. Μέρα που θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη όλων των δημοκρατών αυτού του τόπου, ως συντριβή του φασισμού από την δικαιοσύνη, την δημοκρατία και την αλληλεγγύη.

Μία μάχη έληξε νικηφόρα, ο πόλεμος, όμως, παραμένει αέναος. Για να είμαι ειλικρινής, περίμενα αμεσότερα αντανακλαστικά από τα μιντιακά κοράκια, που θα κατηγορούσαν τους πρωταγωνιστές αυτής της μάχης, με σκοπό την πτώση της κοινωνικής αποδοχής και συμπόνιας και το ξέπλυμα της νεοναζιστικής οργάνωσης.

Τελικά, ο γνωστός για τους καυγάδες και τις ύβρεις, αθλητικός δημοσιογράφος-γελωτοποιός Κωστής Ραπτόπουλος, ανέλαβε πρώτος τον ρόλο αυτό, κάνοντας μία άνανδρη και ανυπόστατη επίθεση στη γυναίκα σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα, την Μάγδα Φύσσα. Ο Ραπτόπουλος, λοιπόν, σχολιάζοντας στην εκπομπή του τα όσα διαδραματίστηκαν κατά την διάρκεια της δίκης είπε πως, η μάνα του Παύλου Φύσσα δεν πανηγυρίζει επειδή μπαίνει στη φυλακή ο Ρουπακιάς (δολοφόνος του γιου της) αλλά επειδή θα δει τον τραπεζικό λογαριασμό της οικογένειας αυξημένο κατά 800 χιλιάδες ευρώ. Προχώρησε, δηλαδή, σε μια απροκάλυπτη διάδοση ψεύτικης είδησης, καθώς η οικογένεια Φύσσα δεν θα λάβει ούτε ένα ευρώ από την εκδίκαση της υπόθεσης.

Πρώτον, επειδή το δικαστήριο που καταδίκασε την Χρυσή Αυγή είναι ποινικό και, ως γνωστόν, μόνο τα αστικά ασχολούνται με αποζημιώσεις. Δεύτερον, η οικογένεια ποτέ δεν προσέφυγε σε αστικό δικαστήριο και ούτε έχει δείξει τέτοια προθυμία. Άλλωστε και να το έκανε, που δεν υπήρχε περίπτωση και θα εξηγήσω παρακάτω τους λόγους, η αποζημίωση που θα διεκδικούσε δεν θα ήταν από το κράτος αλλά από τους δολοφόνους του γιου της. Χρήματα, που όπως καταλαβαίνετε, δεν θα παρείχαν ποτέ (ακόμη και αν τα έχουν) οι θρασύδειλοι ακροδεξιοί.

Αξίζει να σημειωθεί, πως το χυδαίο παραλήρημα του αθλητικογράφου εξέφρασε χιλιάδες σιωπηλούς εν ενεργεία φασίστες της διπλανής πόρτας, οι οποίοι μπορεί να διαμαρτυρήθηκαν για τον συνωστισμό έξω από το εφετείο, δεν τόλμησαν όμως, μη έχοντας την απαιτούμενη μιντιακή κάλυψη, να σηκώσουν κεφάλι και να εναντιωθούν στην Μάγδα Φύσσα. Ο Ραπτόπουλος τους προσέφερε ακριβώς αυτό που χρειάζονταν για να (ξανά) αποκτήσουν φωνή. Την κάλυψη. «Το είπαν στην τηλεόραση, κάτι παραπάνω ξέρει αυτός» και ούτω καθεξής. Άλλωστε, γρήγορα ξεπρόβαλλαν στα social media οι κρυμμένες φωνές που υποστήριξαν τα λεγόμενα του, κατηγορώντας σύσσωμη την οικογένεια Φύσσα για καλοστημένο, συγκινητικό θέατρο που αποσκοπούσε σε χρηματικό όφελος. Ντροπή!

Αλήθεια, πώς μπορούν; Πώς ισχυρίζεσαι ότι μια μάνα που έχει θάψει το παιδί της λειτουργεί κερδοσκοπικά; Πώς αντικρίζεις την δική σου μάνα, τα δικά σου παιδιά; Μερίδα της κοινωνίας, μικρή ευτυχώς, σε κάθε ευκαιρία αποδεικνύει την απανθρωπιά και την μικροψυχία της. Η ενσυναίσθηση αποτελεί αρετή και όποιος νοσεί από την απώλεια της πέφτει στον βούρκο του μίσους και της ανθρωποφαγίας. Θέτει ως σκοπό της ζωής του την εκδίκηση όλων όσων θεωρεί πως τον οδήγησαν στον κοινωνικό αποκλεισμό και στιγματισμό, χωρίς να αντιληφθεί ότι μόνος υπαίτιος είναι ο ίδιος του ο εαυτός.

Πάντως, σε ένα πράγμα συμφωνώ με τον Κωστή Ραπτόπουλο. Η Μάγδα Φύσσα, πράγματι, την πανηγύρισε την απόφαση του δικαστηρίου, όχι προφανώς επειδή θα λάβει οικονομική αποζημίωση (άλλωστε σας απέδειξα ότι πρόκειται περί fake news) αλλά για διαφορετικούς λόγους. Την πανηγύρισε γιατί κατάφερε, μετά από έναν 6ετή επίπονο ψυχικά αγώνα με τους δολοφόνους χρυσαυγίτες, να δικαιώσει την ψυχή του παιδιού της και όλων των θυμάτων της τυφλής φασιστικής βίας, συμβάλλοντας τα μέγιστα στον εγκλεισμό τους στη φυλακή. Οι ναζί στη φυλακή από σύνθημα έγινε γεγονός και το χρωστάμε, σε μεγάλο βαθμό, στην επιμονή και το πάθος για δικαιοσύνη της Μάγδας Φύσσα.

Την πανηγύρισε επειδή κατάφερε να εμπνεύσει και να «στρατολογήσει» στον καθημερινό, διαρκή και έντονα κατακριτέο αντιφασιστικό αγώνα, χιλιάδες νέους και νέες που έλαβαν δύναμη απ’ αυτήν, που της έσφιξαν το χέρι, την αγκάλιασαν και της στάθηκαν μέχρι τέλους, διεκδικώντας τον απαιτούμενο σεβασμό στους ήρωες νεκρούς και την φυλάκιση όσων τους στέρησαν την ζωή. Ένωσε ανθρώπους από διαφορετικές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές σκοπιές, υπό το πρίσμα της ανάγκης να ξεβρωμίσει ο τόπος από τα ακροδεξιά απολειφάδια.

Πολλοί απ’ αυτούς βρέθηκαν έξω από το εφετείο και πανηγύρισαν μαζί της. Στήθηκε μια γιορτή δημοκρατίας, όπου οι παρευρισκόμενοι ανέπνευσαν οξυγόνο αξιοπρέπειας. Αυτοί είναι και η πραγματική της αποζημίωση, η πραγματική της περιουσία. Τα χιλιάδες παιδιά που απέκτησε και συναντώντας την στον δρόμο την ονομάζουν μάνα. Αυτοί, που στο άκουσμα των χαρμόσυνων νέων της απόφασης, για να το πω και ωμά, χέστηκαν πάνω τους από την χαρά τους. Αυτό το κέρδος για την Μάγδα Φύσσα και, εν γένει, το αντιφασιστικό κίνημα δεν ανταλλάσσεται ούτε με όλα τα χρήματα του κόσμου. Γιατί τα ιδανικά και οι ανθρώπινες αξίες δεν πληρώνονται!

Ξέρετε, υπάρχουν σύμβολα, που ακόμη κι αν κάποιοι ρίχνουν συστηματικά τόνους λάσπης για να τα ξεθωριάσουν, αυτά παραμένουν λαμπερά, σαν το φωτεινότερο αστέρι του ουρανού. Είναι τέτοια η λάμψη που εκπέμπουν, που κανείς και τίποτα δεν τα ακουμπά, ούτε τα μαυρίζει. Έτσι και στην περίπτωση της Μάγδας Φύσσα. Βρίσκεται τόσο ψηλά, όπου οι λάσπες του Κωστή Ραπτόπουλου, οι οποίες όχι μόνο μας θυμώνουν αλλά και μας υπενθυμίζουν πως το φίδι βρίσκεται ακόμη εκεί έξω, δεν μπορούν να την λερώσουν. Όμως, ακόμη κι αν λερωθεί, πάντα θα αντιδρούμε γρήγορα, καθαρίζοντας όλες τις χυδαίες λάσπες από πάνω της!

alfavita.grΘεόκριτος Αργυριάδης, φοιτητής Πολιτικών Επιστημών στο ΔΠΘ

 

1 σχόλιο:

  1. Η Εργατική τάξη και ο λαός πρέπει να ξεβρωμίσουν απο τον Καπιταλισμό και την ιδιοκτησία του στα μέσα παραγωγής για να τελειώσουν με τον φασισμό και όλα ...τα αδέρφια του.... που είναι γνήσια παιδιά του Καπιταλισμού. Αυτός ο αγώνας γίνεται μόνο μέσα στην ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ και πουθενά αλλού. ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου