Επιλογή γλώσσας

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021

Ο αγνώριστος Καζαντζάκης του Σμαραγδή


Με πηχυαίους τίτλους -από μέρες, αρκετά ΜΜΕ ανήγγειλαν: “Καζαντζάκης“! -Προβάλλεται απόψε στον ΑΝΤ1! – Ο σκηνοθέτης μίλησε στο δελτίο ειδήσεων του καναλιού (κλπ)

(για την ιστορία)

Η ταινία έχει γνωρίσει μεγάλη –εισπρακτική κυρίως, επιτυχία εντός και εκτός (κυρίως) Ελλάδας απέσπασε και βραβεία στο worldfest Φεστιβάλ στο Χιούστον το 2018 (καλύτερης ταινίας, φωτογραφίας, μουσικής και δυο υποψηφιότητες Α’ γυναικείου ρόλου και Β’ ανδρικού –ενώ ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος πήρε βραβείο Α’ Ανδρικού Ρόλου Κριτικών Κινηματογράφου

Μάλιστα ο πρόεδρος (Νικ Νίκολσον) –«ειδικός» στα Καζατζάκεια σχολίασε «Λάτρεψα την ταινία» (έλεος!)

Χωρίς να διεκδικήσουμε ειδικότητα κριτικού (αν και πολλές φορές μας έχει καεί η γούνα, όταν πήγαμε σε παραστάσεις θεάτρου ή σινεμά, «καθ’ υπόδειξη», διαβάζοντας κριτικές –όσο για εκείνες του κοινού, άστο καλύτερα…) αποφασίσαμε να την παρακολουθήσουμε. 

(διευκρίνιση)

Διατηρώντας το δικαίωμα να προτιμάμε αυτό που λέμε «στρατευμένη τέχνη»

(πρωθύστερα)

Ψάχνοντας σήμερα το σχετικό link, πέσαμε σε κουρνιαχτό σχετικών «ειδήσεων» μεταξύ άλλων την … “Καζαντζάκης – ο Σμαραγδής, το σχόλιο της Ακρίτα και η «αισθητική της ξυρισμένης αμασχάλης»”


Γενικά συμφωνούμε (στους τίτλους) με την (πιο επιεική) κριτική:

Καζαντζάκης |> Ένα έργο μπερδεμένο, γεμάτο φιλοσοφικές υπεραπλουστεύσεις και ρηχούς μελοδραματισμούς.

Έτσι κι αλλιώς ο Σμαραγδής (εκτός ίσως από τα πρώιμα χρόνια του -Κελί Μηδέν, 1975 & το Τραγούδι της Επιστροφής, 1983) στα υπόλοιπα –συμπεριλαμβανόμενου του «Καζαντζάκης» 2017, Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι -2012, El Greco -2007, Καβάφης 1996 κλπ. στέκεται μάλλον στο φαίνεσθαι.

Και ευτυχώς που δεν είδαμε από την πλευρά του μέχρι τώρα, κανένα φιλμ του είδους …«Ο Αϊζενστάιν όπως δεν τον ξέρουμε», με τους έρωτες και τα ταξίδια, επικεντρώνοντας –όπως ουκ ολίγοι στο «απειλήθηκε αλλά δεν φυλακίστηκε ποτέ και δεν είδε τη ζωή του να τελειώνει στη Σιβηρία…»

Δεδομένου ότι ο Γιάννης Σμαραγδής «τραβάει» και προφανώς θα συνεχίσει να βρίσκει κονδύλια για να σκηνοθετεί κατά το δοκούν το ξαναγράψιμο της ιστορίας επιφανών πατριωτών του, θα μπορούσε –(πχ.) στον (αμετανόητο κομμουνιστή) Μάνο Κατράκη να αναδείξει την «ηρωική» περίοδο που έπαιζε σέντερ μπακ στον Κεραυνό Πολυγώνου» ακόμη και στον «Αρχάγγελο της Κρήτης» Νίκο Ξυλούρη, να ανακαλύψει τον «αδούλωτο οπαδό του ΟΦΗ» (με έτοιμο το σενάριο, που μπορείτε αγαπητοί αναγνώστες του «Ατέχνως» να το βρείτε στο διαδίκτιο)

       

 

Όπως γράφει –πολύ εύστοχα η Δωροθέα Ανδρικάκη «Κάπου ανάμεσα στα αμήχανα τοπία των κακοφτιαγμένων green screen, στην ενοχλητική τοποθέτηση προϊόντων και την ξεκάθαρα τουριστική απεικόνιση των έργων και των ταξιδιών του Καζαντζάκη, η ταινία αποδεικνύεται μια εντελώς επιφανειακή προσέγγιση της κοσμοθεωρίας του σημαντικότερου Έλληνα συγγραφέα τον οποίο παρουσιάζει σαν μια αφελέστατη καρικατούρα.

Η αφήγηση, γεμάτη αποσπασματικά στοιχεία από τα βιβλία του (δίκην «επιστημονικής» προσέγγισης και οπτικής) που μεταφέρονται άτεχνα στη ζωή του, είναι χαοτικά ανακριβής με αποτέλεσμα θεατές –ειδικά οι νεώτεροι, που δε γνωρίζουν τίποτα για τη ζωή του να αποχωρούν (όσοι το δουν μέχρι τέλους) παντελώς πλανημένοι και όσοι ξέρουν κάποια πράγματα, γεμάτοι σύγχυση και αμφιβολία.

Εκτός αυτού ο Σμαραγδής, που είχε ο ίδιος την επιμέλεια του σενάριου –όπως γενικά συνηθίζει … μήπως και ξεφύγει κανα φάλτσο, γεμίζει το φιλμικό χρόνο με αποφθέγματα, με την πλέον αντικινηματογραφική σεναριακή ευκολία (δίκην «αφέλειας»).

Η 2η γυναίκα του Ελένη Σαμίου (η πρώτη η Γαλάτεια Αλεξίου τη γλίτωσε, καθώς επιδεικτικά απουσιάζει από την ταινία ) υπάρχει μόνο για κάτι παραδουλειές και για να του δακτυλογραφεί τα βιβλία, ενώ η ακατανόητη προσέγγιση του Σικελιανού, σε μια προσπάθεια (μπλακ) χιούμορ ως φιγούρα γκροτέσκα -αυτάρεσκου φαφλατά, που παραπέμπει σε Σαλβατόρ Νταλί δεν επιδέχεται κριτικής.

 

    ΣΣ |>

    Να θυμίσουμε πως το 1922, έγραψε ο Καζαντζάκης από τη Βιέννη στη Γαλάτεια μια επιστολή που δείχνει όλη την αγάπη και τον θαυμασμό του γι’ αυτήν:

    Δεν ξέρω πώς να σου πω, που ντρέπομαι, πως ποτέ μου δεν σε αγάπησα τόσο βαθιά, τόσο απελπισμένα, όσο τώρα.

    Μου λες πως νιώθεις πως είμαι τώρα πολύ μακριά σου. Στον κόσμο εγώ κανένα άλλο δεν αγαπώ όσο Σένα.

    Είσαι η μόνη ατομική υπόσταση, που με συγκινεί έως θανάτου. Αγαπώ ως λες, όλους τους ανθρώπους, και ακόμα ίσα με τους ανθρώπους και για τον ίδιο λόγο, όλα τα ζα, τα δέντρα, τ’ άστρα. Ολα τα νιώθω σα συναθλητές, σα μια πομπή ιερή, που ξεκινά από ένα σκοτεινό σημείο και οδεύει σε ένα άλλο σκοτεινό σημείο. Και κανένας δεν ξέρει γιατί και τι σημασία έχει όλη τούτη η ταραχή, και αν η πομπή είναι ψίκι ή ξόδι…

    Μα εγώ πάντοτε ανασηκώνουμαι από τη θάλασσα τούτη της ματαιότητας και ρίχνω μια ματιά σιωπηλή, απελπισμένη στην αόματη πλημμύρα των οργανισμών.

    Δεν ξεχωρίζω κανένα πρόσωπο. Ολα είναι πνιμένα στο κίτρινο φως της ματαιότητας. Δεν ξεχωρίζω πατέρα και αδερφή, μήτε φίλους, μήτε τον εαυτό μου. Μόνο εσένα ξεχωρίζω.

    Και θα ‘θελα να μπορούσα όλη τούτη τη μάταιη, άθλια, ακατανόητη στιγμή να την κάμω αθάνατη.

    Το πρόσωπό Σου θα ‘θελα πάντα να βλέπω αιώνια, να μη χαθεί από τα μάτια σου όλη η δύναμη, η ζωή, ο έρωτας του προσώπου Σου.

    Είσαι το μόνο στέρεο πρόσωπο μέσα στο χάος του Θεού.

    Δεν ξέρω πώς να λέω λόγια τρυφερά, δεν ξέρω πώς να σου μιλήσω, για να νιώσεις, πόσο Σ’ αγαπώ.

       


Όταν ο μεγάλος Jules Dassin το 1957 γύρισε με τα πενιχρά μέσα της εποχής το «ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (Celui qui doit mourir –σε δικό του σενάριο με τους Jean Servais, Carl Möhner, Grégoire Aslan κλπ.) πέρα από τη μελέτη του βιβλίου –του οποίου τη φιλοσοφία προσπάθησε, με αρκετή επιτυχία να αναπαράγει, συνεργάστηκε με τους André Obey και Ben Barzman, παλιές καραβάνες της 7ης τέχνης και γερόλυκους σε ιστορικά ζητήματα (στον αντίποδα των αμερικανών της ίδιας περιόδου, που η διαστρέβλωση των ηρώων ήταν κάτι άνευ προηγούμενου –σχεδόν επί τούτου)

     

Στην έκδοση του Σμαραγδή, με το Βούδα συνεχώς παρόντα να πλανιέται κάθε τόσο ως φάντασμα, βλέπουμε έναν Καζαντζάκη να πέφτει στο κρεβάτι με την Ίτκα (Itka Horowitz – «Itka =marxistische Abteilung meiner Seele» = Μαρξιστικό Τμήμα της Ψυχής μου την ονόμασε) και εν μέσω ερωτικής παραφοράς, να λογομαχούν περί Λένιν και Βούδα…

Κάποιος έγραψε επί λέξει «αν οι ταινίες του Σμαραγδή ήταν πάντα κάπως άνευρες ή προβληματικές, αυτή είναι η αφόρητα κακή -εμείς θα προσθέταμε Τραγέλαφος !

[…]

Μετά, τον Κωνσταντίνο Καβάφη και το Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, ήρθε η σειρά του Νίκου Καζαντζάκη. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για τον σπουδαίο Κρητικό συγγραφέα να γνωρίσει την ατίμωση και τον διασυρμό στα χέρια του»

   

Για εμάς πάντως –πέρα από αυτά και πολλά άλλα, το βασικό πρόβλημα είναι αλλού και έχει να κάνει με αυτό που πραγματικά υπήρξε ο μεγάλος στοχαστής – σε έναν «θρόνο» μοναδικότητας για να το πούμε έτσι.

Με το άλφα και το ωμέγα δηλαδή, ενώ κάποια άλλα, πχ. (πράγμα αληθές) η ιδιόρρυθμη σχέση του με τις γυναίκες,  έχουν να κάνουν κυρίως με το φαίνεσθαι.

Η Λιλή Ζωγράφου στο βιβλίο της «”Νίκος Καζαντζάκης” -ένας τραγικός» (ανεξαρτήτως συμφωνίας ή μη με το περιεχόμενο) αναφέρει:

Ο Καζαντζάκης είχε μια κακή συνήθεια: δεν αλάφρωνε ποτέ τα γραφτά του, ούτε και τη ζωή του, από τα περιττά. Έτσι πέρασε τα σύνορα της παιδικότητας και της εφηβείας και μπήκε, σαν γέρος καμπουριασμένος παρ’ όλα τα νιάτα του, στη ζωή, κουβαλώντας στις πλάτες του το οικογενειακό του δράμα.

Το να υποτάξεις το υλικό «Καζαντζάκης», να του δώσεις μια συνοχή, παρ’ όλη την αέναη επανάληψή του, είναι άθλος.

Το τι πίκρες μου στοίχησε αυτός ο άνθρωπος, τι προβλήματα συνείδησης, τι αγωνίες κι αμφιταλαντεύσεις για να κρατιέμαι πάντα στον ίσιο δρόμο, να μείνω ανεπηρέαστη, αληθινή και συνεπής, δεν λέγεται. Ήρθανε στιγμές που αγαναχτούσα για ό,τι ένιωθα μόνο από διαίσθηση χωρίς να μπορώ να το αποδείξω. Και σαν ανακάλυπτα ότι θα στήριζε και θα δικαίωνε ξεκάθαρα την άποψή μου, αντί για ικανοποίηση αισθανόμουνα συντριβή.

Ένας τραγικός –να τι ήταν ο Καζαντζάκης–, «ένας ακροβάτης πάνω απ’ το χάος», όπως αυτοχαρακτηρίζεται, άσπλαχνος για την ανθρωπότητα, άσπλαχνος για τον εαυτό του, που ’χε φυλάξει όμως μπόλικη ασπλαχνιά και για τον μελετητή του.

   


Γαλάτεια ΚαζαντζάκηΑναφέραμε παραπάνω ένα γράμμα στην πρώτη μούσα του τη Γαλάτεια.

Ένα χρόνο μετά -από τη Γερμανία αυτή τη φορά, εντάσσοντας, με υπέροχο ποιητικό τρόπο, την εργατική τάξη, στον ιδιότυπο, καθαρά προσωπικό του «μεσσιανισμό» της γράφει:

Το νέο πρόσωπο του Θεού μου, όπως συχνά Σού ‘γραψα, είναι ένας αργάτης που πεινάει, δουλέβει κ’ εξανίσταται. `Ενας αργάτης που μυρίζει καπνό και κρασί, σκοτεινός, δυνατός, όλος επιθυμίες και δίψα εκδίκησης.

Είναι σαν τους παλιούς ανατολίτες αρχηγούς με προβιές στα πόδια, με διπλό τσεκούρι στη δερματένια ζώνη, ένας Τσιγκισχάνος, που οδηγάει καινούργιες ράτσες που πεινούν και γκρεμίζει τα παλάτια και τα κελάρια των χορτασμένων κι αρπάζει τα χαρέμια των ανίκανων.

Είναι σκληρός ο Θεός μου, όλος πάθος και θέληση, χωρίς συβιβασμούς, ανένδοτος. Η Γης τούτη είναι το χωράφι του, ουρανός και Γης είναι ένα

    


Πνεύμα ανήσυχο και διψασμένος για την κάθε είδους γνώση, ο Νίκος Καζαντζάκης διέτρεξε και κατέκτησε τις καλλιτεχνικές, αισθητικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις της εποχής του, δημιουργώντας το δικό του, πρωτότυπο, καλλιτεχνικό, αισθητικό και φιλοσοφικό σύμπαν, το οποίο, αν και φαινομενικά γεμάτο αντιφάσεις και αντιθέσεις, διαπνέεται, από τη μεγάλη, διαλεκτική ανάγκη και αγωνία της σύνθεσης, τόσο υφολογικά, όσο και σε σχέση με την ιδεολογική του βάση.

Η «Ασκητική» του, αποτελεί το φιλοσοφικό–ποιητικό του «μανιφέστο», που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1922 στη Βιέννη, συνεχίστηκε στο Βερολίνο το 1923 (με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης στο φόρτε της μην το ξεχνάτε) και ολοκληρώνεται –κατά δήλωσή του «συνεχώς μέχρι το 1944» (το 1928, προσθέτει ένα τελευταίο κεφάλαιο με τίτλο «Σιγή»).

Αντ’ αυτών ο Σμαραγδής, μας λέει τα δικά του φούμαρα –να υποθέσουμε άγνοια; Μάλλον όχι!

Το 1924 – ’25, αναλαμβάνει παράνομη πολιτική δράση στο Ηράκλειο, ως (πνευματικός) ηγέτης κομμουνιστικής ομάδας δυσαρεστημένων προσφύγων και παλαίμαχων της μικρασιατικής εκστρατείας, συλλαμβάνεται από την αστυνομία και κρατείται –υποβάλλοντας στην ανακριτική αρχή Ηρακλείου ένα υπόμνημα, όπου συνοψίζει τις πολιτικές του πεποιθήσεις.

Το κείμενο δημοσιεύεται στη Νέα Εφημερίδα Ηρακλείου, με τίτλο «Ομολογία Πίστεως» (16.2.1925), όπου αναφέρει:

«Η σχεδόν καθολική έλλειψις κάθε ενδιαφέροντος διά τα κοινά, η σχεδόν αποκλειστική εξυπηρέτησις της αρχούσης τάξεως υπό της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, εις βάρος της μεγίστης πλειονοψηφίας του λαού, καθιστά ανεπαρκή και επιπολαίαν οιανδήποτε αλλαγήν προσώπων ή θεσμού.

1. Ταύτα πάντα θεωρώ συμπτώματα της παρακμής μιας τάξεως. Η αστική τάξις απέδωκεν – και εις θαυμαστήν ποσότητα και ποιότητα – ό,τι ηδύνατο εις την σκέψιν, εις την τέχνην, εις την επιστήμην, εις την πράξιν.

Επάλαισεν εναντίον της προηγούμενης της φεουδαλικής ιδεολογίας, ενίκησεν, εδημιούργησεν, εξετέλεσεν τον προορισμόν της – αρχίζει ν’ αποσυντίθεται και να βαίνει εις εξαφάνισιν.

Τοιούτος υπήρξε πάντοτε ο ρυθμός της ιστορίας. Μια τάξις, εκάστοτε εναλλάσσουσα – οι βασιλείς, οι ευγενείς, οι αστοί – γεννάται, παλαίει, νικά, δημιουργεί, και εξαφανίζεται.

Και άλλη τάξις την διαδέχεται, διαγράφουσα και αυτή, εις την πάροδον των αιώνων, την ιδίαν μοιραίαν τροχιάν.

Ζώμεν, ακλονήτως πιστεύω, το τέλος μιας κοινωνικής τάξεως, της αστικής.

2. Ποία τάξις θα την διαδεχθή; Η τάξις των εργαζομένων – είτε εργάται είνε ούτοι, είτε αγρόται, είτε πνευματικοί παραγωγοί.

Η τάξις αύτη διήλθε προς ενός ήδη αιώνος, το πρώτον στάδιον της πορείας της, καθ’ ό προσεπάθη να εξεγείρη τας τάξεις των αστών το αίσθημα της φιλανθρωπίας και δικαιοσύνης, υπέρ των πεινώντων και αδικουμένων και ικέτευεν εξ ονόματος υψηλών ηθικών αρχών, να βελτιωθούν οι όροι της ζωής.

Ταχέως όμως σαφώς αντελήφθη ότι η πάλη των τάξεων είνε νόμος ιστορικός, αναπόφευκτος και όπως τα άτομα ούτω και οι λαοί, ούτω και αι κοινωνικαί τάξεις, διατρέχουν μοιραίως τα στάδια της γεννήσεως, της ακμής και της φθοράς.

Ουδεμία τάξις έμενε διά παντός εις την εξουσίαν.

Η αστική τάξις θ’ ακολουθήση και αυτή τον απαράγραπτον φυσιολογικόν νόμον και τότε η τάξις των εργαζομένων μοιραίως θα την διαδεχθή».

ΣΣ |> Αναφέρεται αναλυτικά η Έλλη Αλεξίου, στη βιογραφία του Νίκου Καζαντζάκη «Για να γίνει μεγάλος» (1η έκδοση 1978)

     


Καταδιωκόμενος μια ζωή

Από το 1925 έως το 1929, ταξιδεύει στην ΕΣΣΔ, τη δεύτερη φορά με πρόσκληση της κυβέρνησης για τα δεκάχρονα της επανάστασης. Εκεί θα γνωρίσει τον Μπαρμπύς, τον Ιστράτι και τον Γκόρκι. Με τον Ιστράτι θα ταξιδέψουν στη χώρα των Σοβιέτ και θα τον φέρει στην Αθήνα για να τον γνωρίσει στο ελληνικό κοινό.

Στις 11-Ιαν-1928, ο Καζαντζάκης και ο Ιστράτι θα μιλήσουν σε μια μεγάλη συγκέντρωση στο θέατρο «Αλάμπρα» υπέρ της ΕΣΣΔ, προκαλώντας διαδήλωση και ο Καζαντζάκης με τον Γληνό απειλούνται με μήνυση ως διοργανωτές, ο δε Ιστράτι με απέλαση.

Ακολουθεί και πάλι η Γαλλία, η Ισπανία (όπου κάλυψε δημοσιογραφικά τον εμφύλιο ως ανταποκριτής της «Καθημερινής»), η Ιαπωνία, η Κίνα.

«Δεν έρχουμαι για να καταλάβω…. Έρχουμαι για να χορτάσω τις πέντε μου αίστησες. Δεν είμαι κοινωνιολόγος – δόξα σοι ο Θεός ! –μήτε φιλόσοφος, μήτε τουρίστας… Η Κίνα για μένα είναι ένα καινούργιο λιβάδι όπου θα βοσκήσουν οι πέντε μου αίστησες.»

Αυτά έλεγε ο Νίκος Καζαντζάκης στον φίλο του Λιάν-Κε στο πρώτο του ταξίδι στην Κίνα το 1935, που χρονικά συμπίπτει με την αρχή της θρυλικής «Μεγάλης Πορείας», τις μέρες που ο παλιός κόσμος κατέρρεε και ο καινούργιος μαχόταν να πάρει τη θέση του με τους κομμουνιστές να προελαύνουν από τον Νότο και τους Ιάπωνες να κατευθύνονται προς το Πεκίνο μετά τις ανεπιτυχείς τέσσερις «Εκστρατείες Τελικής Εξόντωσης» του Τσιανγκ Κάι Σεκ εναντίον του «Κόκκινου Στρατού» και της «κυβέρνησης των σοβιέτ» του Κιανγκσί.

Και οι πέντε αισθήσεις του μεγάλου ταξιδευτή γέμισαν με την πνευματική τροφή που η απέραντη χώρα της Ανατολής είχε απλόχερα να του προσφέρει. Και η τροφή αυτή μεταλλάχτηκε σε πνεύμα, και ξεχύθηκε μέσα από τη μαγική του πέννα σε χαρτί, για να μείνει αιώνια σε μας η αίσθηση της μαγείας που τον είχε κυριεύσει καθώς ζούσε την καθημερινότητα της Κινέζικης ζωής.

Μιας ζωής άρρηκτα συνδεδεμένης με τη φιλοσοφία τον πολιτισμό και τις παραδόσεις ενός μεγάλου λαού που την εποχή της πρώτης επίσκεψης του Νίκου Καζαντζάκη αναζητούσε ένα καινούργιο δρόμο σε ταραγμένες και δύσκολες εποχές.

     

27 χρόνια αργότερα και πάλι στην Κίνα έγραψε: «Εδώ ο τουρίστας έχει λίγα να δει. Ο άνθρωπος όμως πολλά», αυτοκίνητα, χιλιάδες ποδήλατα και ρικσό χωρίς τους «ανθρώπους-άλογα».

Δεν υπήρχαν μιζέρια, αθλιότητα, αρρώστιες και διαφθορά, ούτε γυμνά παιδιά, λεπροί άνδρες και μισόγυμνες γυναίκες στα σοκάκια. Το Πεκίνο ήταν καθαρό! Και μαζί με τη βρόμα είχαν εξαφανιστεί η χολέρα, ο τύφος και η ευλογιά. Υπήρχαν νοσοκομεία, σχολεία, ανοικοδόμηση, αγροτική μεταρρύθμιση, ευγένεια και χαμόγελα.

Στα ταξίδια του συνάντησε μανδαρίνους, αρχόντισσες, διανοούμενους, καλλιτέχνες και πολιτικούς. Γνώρισε τους μεγάλους συγγραφείς Μάο Ντουν και Γκούο Μορούο, τον γηραιό ζωγράφο Τσι Παϊσί, που είχε τιμηθεί, όπως και ο ίδιος, με το Βραβείο Ειρήνης, τον σπουδαίο ηθοποιό της Όπερας του Πεκίνου Μέι Λανφάν και τον Χου Σι, τον κίτρινο Ψυχάρη, όπως τον αποκαλούσε, εξαιτίας των αγώνων του για την επικράτηση της ζωντανής γλώσσας του λαού.

Ο Καζαντζάκης είδε με ενθουσιασμό το κινεζικό εγχείρημα και εκφράστηκε με θαυμασμό για τους αγώνες των Κινέζων κομμουνιστών για την ελευθερία τους και τα θετικά βήματα της κυβέρνησής τους.

«Η Δύση είναι σάπια, δεν είμαι Ευρωπαίος, το μέλλον ανήκει στην Ανατολή», πίστευε.

Η αγάπη του για τη χώρα ήταν τόση που τον έκανε να επιθυμεί να ζήσει μερικά χρόνια στο Πεκίνο, επιθυμία που θα πραγματοποιούνταν αν δεν προλάβαινε ο θάνατος…

Το τελευταίο βράδυ, στην Καντόνα, νιώθοντας ότι δεν θα ξανάβλεπε τη χώρα που τόσο αγαπούσε, έγραφε θλιμμένος: «Αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις…»

(Ελενα Αβραμίδου Αναπληρώτρια καθηγήτρια Ελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πεκίνου).

  

Ξαναγυρνώντας στην ΕΣΣΔ: Ο Καζαντζάκης εκφράζεται με ιδιαίτερη συγκίνηση από την πρώτη στιγμή που την επισκέπτεται το 1919, όντας επικεφαλής (ως γενικός διευθυντής του υπουργείου Περιθάλψεως που τον είχε διορίσει ο Ελ. Βενιζέλος) μιας ελληνικής αποστολής με σαφέστατο αντικομμουνιστικό χαρακτήρα, για τον επαναπατρισμό των Ελλήνων του Καυκάσου.

Το 1920 παραιτείται από τη θέση του στο υπουργείο και από το 1925 έως το 1930 ταξιδεύει άλλες τρεις φορές στη χώρα των Σοβιέτ, είτε ως απεσταλμένος εφημερίδας, είτε με πρόσκληση της σοβιετικής κυβέρνησης, γράφοντας και δημοσιεύοντας τις εντυπώσεις του.

Στο βιβλίο του «Ταξιδεύοντας: Ρουσία», ο Καζαντζάκης καταγράφει τις εντυπώσεις και τις εμπειρίες του από αυτά τα ταξίδια και στέκεται με μεγάλο θαυμασμό απέναντι στις προσπάθειες που γίνονται στην Παιδεία.

Βέβαια δεν υιοθετεί την κομμουνιστική ιδεολογία και γι’ αυτό στο βιβλίο του διατυπώνονται κρίσεις και ερμηνείες βαθιά επηρεασμένες από την ιδεαλιστική κοσμοθεωρία του. Αυτή όμως η απόστασή του από την κομμουνιστική ιδεολογία αυξάνει τη βαρύτητα της μαρτυρίας του.Καζαντζάκης

    


Θέλουμε να βγάλουμε πολεμιστές

Σε ένα ολόκληρο κεφάλαιο ο Καζαντζάκης μιλάει για τα σοβιετικά σχολεία με τίτλο «Το Ερυθρό Σκολειό» και καταγράφει (οι υπότιτλοι και οι υπογραμμίσεις δικές μας):

«Μου αρέσει να γυρίζω στα ερυθρά σχολειά και να μιλώ με τους δασκάλους – άλλοι νέοι, χυμένοι στο ίδιο καλούπι: σύρριζα κομμένα μαλλιά, μπλούζα με πέτσινη ζώνη, αψηλά ποδήματα.

Δεν ξέρουν πολλές θεωρίες και συχνά τ’ αδιάκριτα πνεματικά ρωτήματά μου τους νευριάζουν.

Δε σπούδασαν σε ανώτατες σχολές, δεν είχαν καιρό, πολεμούσαν. Η περίσσια μάθηση για τη σημερινή αποστολή τους δεν τους χρειάζεται, ίσως να ‘ναι κι επικίντυνη πολυτέλεια. Ο,τι τους χρειάζεται είναι ο ενθουσιασμός, η ιερή φλόγα, να ζουν άμεσα την ιστορική στιγμή που περνούμε και να εχτελούν το άμεσο χρέος.

Ενας δάσκαλος, βαριεστημένος από τα ρωτήματά μου, μου ‘λεγε:

– Εμείς δε θέμε να βγάλουμε σοφούς, θέμε να βγάλουμε πολεμιστές. Τούτη η γενιά που βλέπετε να κάθεται στα θρανία και να φωνάζει στην αυλή, έχει ορισμένη άμεση αποστολή: να πολεμήσει. Την εξοπλίζουμε λοιπόν. Της χρειάζουνται, για να εχτελέσει τον προορισμό της, να ‘ναι σωματικά γερή, να ξέρει να χρησιμοποιεί τις φονικές δυνάμες, να κυβερνάει μηχανές, να προχωράει χωρίς λοξοδρομίες ή δισταγμούς στο σκοπό της. Υπερβολικές νοητικές ανάλυσες και ψιλοκοσκινίσματα, διανοητικά μπιχλιμπίδια, γνώσες που δεν μπορούν αμέσως να μετασχηματιστούν σε όπλα αμυντικά ή επιθετικά, δε μας χρειάζουνται – και μη με ρωτάτε.

    🔻 Σε όλα τα σκολειά που πήγα, ανάσανα τον αγέρα αυτόν της πολεμικής ετοιμασίας.

    Η νέα γενεά που αναθρέφεται σήμερα στα σοβιετικά σκολειά θα παίξει, είμαι βέβαιος, φοβερό, πολεμικότατο ρόλο στο άμεσο μέλλον.

Ο Λένιν άνοιγε και στον τομέα τούτον το δρόμο που ακολουθάει με φανατισμό και πίστη η ρούσικη παιδεία: «Κι η παραμικρότερη ενέργεια του σκολειού και το παραμικρότερο βήμα στην ανατροφή και στη μόρφωση πρέπει αδιαχώριστα να ‘ναι ενωμένα με την πάλη των τάξεων».

Κι ένας άλλος αρχηγός, ο Κεμένεφ, κηρύχνει: «Ο ερυθρός στρατός των δασκάλων πρέπει ένα και μόνο σκοπό να ‘χει: Να μετατρέψει το σκολειό σε όπλο του Προλεταριάτου».Καζαντζάκης Τόντα Ράμπα

 

Τόντα – Ράμπα

Στο έργο συμπυκνώνονται οι εντυπώσεις και οι εμπειρίες του Καζαντζάκη από τη Σοβιετική Ένωση. Κεντρικό πρόσωπο είναι ένας νέγρος, ο Τόντα-Ράμπα· το όνομά του στα εβραϊκά σημαίνει «ευχαριστώ».

Τον πλαισιώνουν επτά ακόμη χαρακτήρες, με διαφορετική καταγωγή και πολιτισμικό υπόβαθρο: ο Σουκι, ένας Κινέζος γερο-δάσκαλος· ο Αμίτα, ένας Γιαπωνέζος γέρος ποιητής· η Πολωνοεβραία Ραχήλ (λογοτεχνική persona της Ραχήλ Λιπστάιν, φίλης του Καζαντζάκη από τα χρόνια του Βερολίνου)· ο Κρητικός Γερανός («Γερανός» είναι ένα από τα ψευδώνυμα του Καζαντζάκη)· ο Αζάντ, ένας Αρμένης γέρος εργάτης· και ο Άνθρωπος με τις μεγάλες μασέλες.

Όλα αυτά τα πρόσωπα έρχονται στην ΕΣΣΔ από διάφορους τόπους, πηγαίνουν πρώτα στο Αστραχάν για να παρακολουθήσουν ένα Ανατολικό Συνέδριο και κατόπιν στη Μόσχα, όπου γιορτάζεται η επέτειος της Επανάστασης με λαμπρές παρελάσεις.

Στο τέλος, ο Τόντα-Ράμπα, που έχει πάει να προσκυνήσει στο Μαυσωλείο του Λένιν, έχει ένα όραμα πύρινης καταστροφής: μετά την κάθαρση του παλαιού κόσμου, βλέπει τους σπόρους κάτω από τη γη να ζωντανεύουν από τη βροχή και να σχηματίζουν τη μορφή του Λένιν.

Γράφεται στα γαλλικά το 1929 στο Γκόττεσγκαμπ, και δημοσιεύεται σε περιοδικά με τον αρχικό τίτλο Moscou a crié [=Η κραυγή της Μόσχας].


Αντί επιλόγου:

Ο κάθε Γιάννης Σμαραγδής –ανάλογα που φτάνει το μπόι του, μπορεί να κάνει μια κακή ταινία για τον Καζαντζάκη, αλλά δεν δικαιούται τον τραγέλαφο, αυτού που δεν είναι ο «Καζαντζάκης».

   

📽️  Ο κινηματογράφος -ο ελληνικός κινηματογράφος, γιατί ο ξένος μάλλον δεν θα τα καταφέρει, χρωστάει μια σωστή ταινία στον μεγάλο στοχαστή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου