Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Εκθέσεις «Ευρωπαϊκού 6μηνου» & «ενισχυμένης εποπτείας»


Με αφετηρία την «παρακαταθήκη» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ προδιαγράφουν τις προγραμματικές δηλώσεις (και) της κυβέρνησης ΝΔ

Την πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τις «ειδικές συστάσεις ανά χώρα», που προβλέπονται στη διαδικασία των «Ευρωπαϊκών Εξαμήνων», επικύρωσε σε χτεσινή συνεδρίασή του το συμβούλιο Ecofin (υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ των «27»),
δίνοντας τις κεντρικές κατευθύνσεις οικονομικής πολιτικής σε όλα τα κράτη – μέλη της ΕΕ για τους επόμενους 12 έως 18 μήνες.

Σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία, η οποία θυμίζουμε ότι έχει ενταχθεί στο ειδικό καθεστώς των «υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών», μεταξύ άλλων «αναδεικνύονται ζητήματα που σχετίζονται με το υψηλό κρατικό και εξωτερικό χρέος, το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, και όλα αυτά σε συνθήκες υψηλής ανεργίας, χαμηλής αύξησης της παραγωγικότητας και υποτονικής επενδυτικής δραστηριότητας». Σε αυτό το φόντο, ειδικό βάρος δίνεται στην «τόνωση της παραγωγικότητας», ζήτημα που αναμένεται να εξειδικευτεί στη συνέχεια, στο εξής από την κυβέρνηση της ΝΔ, με νέες στοχευμένες παρεμβάσεις τόνωσης εγχώριων επιχειρηματικών ομίλων και κλάδων με ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στη διεθνή αγορά.

Βέβαια, η έκθεση του «Ευρωπαϊκού Εξαμήνου» για την ελληνική οικονομία βρίσκεται σε πλήρη διασύνδεση με την παράλληλη έκθεση για την «ενισχυμένη εποπτεία» και τις συνεχείς ανά τρίμηνο «αξιολογήσεις», φέρνοντας στην επιφάνεια τους άξονες της αντιλαϊκής πολιτικής και των αναδιαρθρώσεων για τα επόμενα χρόνια.

Σε κάθε περίπτωση, οι εκθέσεις αυτές έρχονται να προδιαγράψουν και ταυτόχρονα να κουμπώσουν με τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης ΝΔ, που αναμένονται στο προσεχές διάστημα.
«Συστάσεις» από τα κιτάπια των επιχειρηματικών ομίλων

Σε αυτό το φόντο, το «Ευρωπαϊκό Εξάμηνο» (σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία) εστιάζει στα παρακάτω:

    Στα λεγόμενα «δημοσιονομικά κενά», που ήδη έχει υποδείξει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αναμένεται να προχωρήσει σε επαναξιολόγηση των στοιχείων το φθινόπωρο φέτος, με φόντο την κατάθεση του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού για το 2020 καθώς και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2020-2023, όπου βέβαια θα ενσωματωθούν και οι στόχοι της αντιλαϊκής συμφωνίας αναφορικά με τα πρωτογενή πλεονάσματα της ερχόμενης 4ετίας.
    Η «σύσταση» επικεντρώνει μεταξύ άλλων στην «επενδυτική οικονομική πολιτική στους τομείς των βιώσιμων μεταφορών και της εφοδιαστικής αλυσίδας, της περιβαλλοντικής προστασίας, της ενεργειακής απόδοσης, των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και των έργων διασύνδεσης, των ψηφιακών τεχνολογιών, της Ερευνας και Ανάπτυξης, της Εκπαίδευσης, των δεξιοτήτων, της απασχολησιμότητας, της Υγείας και της ανάπλασης των αστικών περιοχών».
    Μεταρρυθμίσεις που «βελτιώνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον και την ποιότητα των θεσμών» και ιδίως την «αποδοτικότητα» του δικαστικού συστήματος. Οπως χαρακτηριστικά τονίζεται, «η περαιτέρω στοχευμένη δράση στον τομέα αυτόν έχει καθοριστική σημασία, τόσο για να διευκολύνει την ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος όσο και για να συντελέσει στην απελευθέρωση του επενδυτικού δυναμικού της οικονομίας». Χωρίς περιστροφές δηλαδή, ομολογούν ότι η «αποδοτικότητα» του δικαστικού συστήματος συνδέεται με προτεραιότητες όπως η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων και οι πλειστηριασμοί και βέβαια η ταχύτατη εκδίκαση υποθέσεων που σχετίζονται με τις κερδοφόρες επενδύσεις.
    Αύξηση των επενδύσεων: «Αρκετά χρόνια ανεπαρκών επενδύσεων δημιούργησαν μεγάλα επενδυτικά κενά στην Ελλάδα», σημειώνεται, ενώ η κάλυψη του επενδυτικού «κενού» συνδέεται με τον προγραμματισμό των κονδυλίων των ταμείων της ΕΕ για την περίοδο 2021 – 2027, που θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα κενά που εντοπίστηκαν στις συστάσεις.
    «Βελτίωση των ενεργειακών υποδομών», σημειώνοντας ότι «η ανεπαρκής ανάπτυξη των υποδομών αυξάνει το ενεργειακό κόστος για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και αποτελεί εμπόδιο στην αξιοποίηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας». Ουσιαστικά πρόκειται για το παραπέρα ξεδίπλωμα της πολιτικής «απελευθέρωσης» της Ενέργειας, με άξονα το άνοιγμα νέων πεδίων κερδοφορίας στο κεφάλαιο και – όπως συμπληρώνουν – «η μεταρρύθμιση των αγορών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας θα πρέπει να επιδιώκει την αξιοποίηση αυτών των νέων δυνατοτήτων που προσφέρουν οι υποδομές».

Κλιμάκωση και για τα «κόκκινα» δάνεια

Την ίδια ώρα, το ζήτημα της διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων, καθώς και η γενικότερη κατάσταση του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος ήταν στην ατζέντα των συναντήσεων που είχε χτες στην Αθήνα ο επικεφαλής του εποπτικού μηχανισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Α. Ενρία με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Γ. Στουρνάρα, καθώς και με τις διοικήσεις των τραπεζικών ομίλων.

Σύμφωνα με πηγές με γνώση της κατάστασης, οι κεντρικές κατευθύνσεις που δίνονται αφορούν στα εξής:

    Τη «σκληρή δουλειά» που πρέπει να κάνουν οι ελληνικές τράπεζες για την επιτυχία του στόχου μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά 54 δισ. ευρώ μέχρι τα τέλη του 2021. Μάλιστα, όπως επισημαίνεται, εφόσον οι ρυθμοί ανάκαμψης επιταχυνθούν, οι τιμές των ακινήτων ανέβουν και οι τράπεζες θα αναπτύξουν όλα τα διαθέσιμα «εργαλεία» για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων που σηματοδοτούν την ένταση των εκβιασμών και πλειστηριασμών στα λαϊκά σπίτια, τότε θα μπορούσε να υπάρξει ακόμα και υπέρβαση των στόχων.
    Το δικαστικό σύστημα καλείται να υποστηρίξει την προσπάθεια των τραπεζών με την επιτάχυνση των διαδικασιών, όπως αναφέρεται και στις «συστάσεις» της Κομισιόν. Σε αυτήν τη φάση, επείγει η διεκπεραίωση περίπου 80.000 υποθέσεων από τον λεγόμενο νόμο Κατσέλη.
    Η «εξυγίανση» των ελληνικών τραπεζικών ομίλων, που θα περάσει μέσα από τη μείωση των «κόκκινων» δανείων, εκτιμάται ότι μπορεί να δημιουργήσει το πλαίσιο για μελλοντικές συγχωνεύσεις.

Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις που δρομολογούνται έρχονται να πατήσουν πάνω στο μπαράζ των παρεμβάσεων που άφησε για παρακαταθήκη η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με επίκεντρο τη διάλυση της δικαστικής προστασίας στην πρώτη κατοικία.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στην έκθεσή της, σχετικά με τη ρύθμιση για τα «κόκκινα» δάνεια στην πρώτη κατοικία, καλεί τις «ελληνικές αρχές να δεσμευθούν ότι δεν θα επεκτείνουν παραπέρα (μετά τις 31/12/2019) τη διάρκεια ή το πεδίο εφαρμογής του νέου καθεστώτος και ότι θα λάβουν διορθωτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης νομοθεσίας, σε περίπτωση που ανακύψουν προβλήματα εφαρμογής ή νομικά προβλήματα σχετικά με το καθεστώς».

Συμπληρωματικά με το παραπάνω, η 3η έκθεση «ενισχυμένης εποπτείας» της Κομισιόν δείχνει στην κατεύθυνση νέων «διορθωτικών μέτρων», καθώς όπως διαπιστώνουν, «η διεξαγωγή ηλεκτρονικών πλειστηριασμών προχωρά σε ολόκληρη την επικράτεια, αν και με κάπως επιβραδυνόμενο ρυθμό. Ακόμα, ένα μεγάλο ποσοστό των πλειστηριασμών, περίπου δύο τρίτα στο πρώτο τρίμηνο του 2019, σύμφωνα με στοιχεία που παρέχονται από τις ελληνικές αρχές, ακυρώνονται, αναστέλλονται ή αποβαίνουν άγονοι». Η Κομισιόν δείχνει έτσι στην κατεύθυνση κλιμάκωσης των πλειστηριασμών και στη λαϊκή κατοικία, προκειμένου – όπως λένε – να επιτευχθούν οι στόχοι που έχουν θέσει οι τράπεζες.

Σ’ αυτό το πλαίσιο και παρά την «πρόοδο» που έχει συντελεστεί, επισημαίνεται ότι «απαιτούνται περαιτέρω σημαντικές προσπάθειες», ενώ τα ήδη υπάρχοντα μέτρα (ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, «πλαίσιο αφερεγγυότητας» νοικοκυριών και επιχειρήσεων), καθώς βέβαια και η δευτερογενής αγορά «κόκκινων» δανείων, «πρέπει» να εφαρμοστούν με συνέπεια.

Σε «δαμόκλειος σπάθη» εξελίσσονται οι πλειστηριασμοί για τα λαϊκά νοικοκυρά, που καθημερινά απειλούνται με το θανάσιμο κίνδυνο να χάσουν το σπίτι, καθώς ΕΕ και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ζητούν ευθέως από την κυβέρνηση της ΝΔ να πάρει επιπλέον μέτρα για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων των τραπεζών, καθώς εκτιμούν ότι είναι ανεπαρκείς οι στόχοι που έχουν τεθεί μέχρι το 2021. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί «καμπανάκι» και για τους εργαζόμενους στις τράπεζες.

Όπως έγινε γνωστό από ευρωπαϊκές πηγές, οι δανειστές πιέζουν για την άμεση υιοθέτηση συστημικής λύσης για τη μείωση των κόκκινων δανείων, καθώς οι στόχοι που έχουν τεθεί από τις τράπεζες κρίνονται φιλόδοξοι, αλλά ανεπαρκείς. Οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι ακόμη και να πετύχουν τους στόχους που έχουν θέσει τα πιστωτικά ιδρύματα, μέχρι το τέλος του 2021, το απόθεμα των «κόκκινων» δανείων θα παραμείνει πολύ υψηλότερο σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Για το λόγο αυτό, οι ευρωπαϊκές πηγές κρίνουν ότι είναι ανάγκη να επισπευσθούν τα συστημικά εργαλεία που έχουν προταθεί από το υπουργείο Οικονομικών και την Τράπεζα της Ελλάδος, όπως είναι το Ιταλικό μοντέλο, για ταχύτερη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Με βάση το ιταλικό μοντέλο, οι τράπεζες θα πρέπει να μεταβιβάσουν «κόκκινα» δάνεια σε άλλη εταιρεία για να μην εγγράφονται στον ισολογισμό τους και παράλληλα, να μεταφέρουν στην εταιρεία και το προσωπικό που ασχολείται με τα «κόκκινα» δάνεια. Σε μια ανάλογη κίνηση προχώρησε πρόσφατα η Τράπεζα Πειραιώς.

Σε ό,τι αφορά τα ακίνητα, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, προβληματισμό προκαλεί η συσσώρευση ακινήτων στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, καθώς οι ίδιες υποχρεώνονται να αγοράζουν περίπου το 80% των ακινήτων που βγαίνουν σε πλειστηριασμό.

Είναι πιθανό, η κυβέρνηση τη ΝΔ να δώσει και νέο κρατικό χρήμα στις τράπεζες, όπως έπραξαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, για να μειωθούν η χασούρα από τα «κόκκινα» δάνεια. Μερικές μέρες πριν τις εκλογές στις 7 Ιούλη, ο βουλευτής της ΝΔ Μπάμπης Παπαδημητρίου είχε δηλώσει ότι πρόθεση της ΝΔ είναι να δώσει ένα μεγάλο μέρος των 37 δισ. ευρώ από το «μαξιλάρι» στις τράπεζες, για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Για τα «κόκκινα» δάνεια είχε συζητήσεις ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, με τον πρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου του SSM Αντρέα Ενρία και με εκπροσώπους από τις διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών.


Από Ομάδα ¡H.lV.S! στο Ιούλ 10, 2019

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου