Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2019

Τα κάλαντα


Κουδούνισμα… Έπειτα κι άλλο… Τι ώρα να ‘ναι; Γυρίζω πλευρό. Πάλι κουδούνισμα. Ψάχνω ένα ρολόι… 08:10… χάραμα. Ποιος μαλάκας…

Κάπου στο βάθος τρίγωνα… Χριστούγεννα. Αρχίζει το μαρτύριο του Ταντάλου. Κι άλλο κουδούνισμα. Τα «κωλόπαιδα» βγαίνουν στο μαύρο χάραμα. Μένω στο κρεβάτι. Κι άλλο κουδούνισμα.


Ήχος από τρίγωνα και κάλαντα. Μπόρα είναι θα περάσει, σκέφτομαι. Όλα μαζί έρχονται αυτά. Επιμένω στο κρεβάτι. Να συμπληρώσω λίγο ύπνο ακόμη – έπεσα στις έξι. Αλλά κάποτε – χρόνια πριν έτσι βγαίναμε κι εμείς. Σήμερα δεν ανοίγω. Δεν σηκώνομαι καν. Πάντως, κάποιες φορές που με βρήκε η παραμονή της πρωτοχρονιάς, άυπνο ακόμη, στηνόμουν πίσω απ’ την πόρτα με τα χρήματα παρά πόδα και το σαρδόνιο χαμόγελο του «έτοιμου από καιρό», περιμένοντας τα κουδουνίσματα της πιτσιρικαρίας. Αλλιώς, θα είχα να ακούσω τα κάλαντα από τότε που τα έλεγα εγώ.
Έτσι πρωί βγαίναμε κι εμείς. Προτιμούσα τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς. Των χριστουγέννων μου έδιναν στα νεύρα, τα θεωρούσα χαζά. Αυτό το «Καλήν ημέρα άρχοντες…» έβρισκα πως απευθυνόταν σε άλλους. Εμείς δεν είχαμε άρχοντες. Ούτε καν ο θείος Σταμάτης δεν ήταν που ήταν ο μόνος στη γειτονιά που είχε και αυτοκίνητο. Μετά εκείνα τα χαζά με το βρέφος, τον «ποιητή των όλων», τη φάτνη, τους ουρανούς που αγάλλονται – τρίχες, πολλές φορές μας περόνιαζε το ψιλόβροχο.

Όσο νωρίτερα, τόσο το καλύτερο. Για να προλάβουμε τους ανταγωνιστές. Η πείρα μας έλεγε πως αν πάμε πρώτοι θα πάρουμε περισσότερα. Αν, όμως, ήταν πολύ πρωί παίρναμε τ’ αρχίδια μας. Δεν άνοιγε κανείς, όπως κάνω κι εγώ τώρα. Βγαίναμε ανά δύο. Άλλο μερίδιο δύσκολα έβγαινε. Εκτός κι αν ο τρίτος είχε χουβαρντάδες συγγενείς. Αρχίζαμε απ’ τους γνωστούς. «Ποιος είναι, Μαρία;» ακουγόταν από το βάθος ο άνδρας του σπιτιού. «Ο Στέλιος, του Νίκου» απαντούσε αυτή με κάποια κρυφή σημασία, που μεθερμηνευόμενο σήμαινε, τουλάχιστον, δεκάρικο. Έπειτα στους πιο απόμακρους. Είχα στο νου μου πότε θα συναντήσω και την Αργυρούλα. Αυτή έβγαινε με άλλο… συνεργείο. Κάποια φορά που προσπάθησα να την πάρουμε μαζί, εξέφρασε αντιρρήσεις ο συνεργάτης μου, αλλά κι η μάνα της. Ήταν κάτι σαν… ανοσιούργημα να έχεις γυναίκα στα κάλαντα. Εγώ πάλι από τότε έβρισκα πως ούτε κι αυτά είχαν ενδιαφέρον χωρίς γυναίκα. Δεν πολύ επέμενα, όμως, γιατί ήδη μου είχαν κολλήσει το, διόλου κολακευτικό, προσωνύμιο «Αργυρούλα». Σκασίλα μου! Έτσι κι αλλιώς την συναντούσα στο κατηχητικό. Για χάρη της πήγαινα και για τα μάτια της άκουγα τις μαλακίες του παπά. Δυστυχώς, δεν το εκτίμησε ποτέ η Αργυρούλα. Ας είναι.

Τους συγγενείς τους θεωρούσαμε δεδομένους και τους αφήναμε τελευταίους. Εκεί πια, περνάγαμε στα χαρτονομίσματα ή στους κρυφούς σιχτιρισμούς. «Τον τσιφούτη τον κωλόγερο, εικοσάρικο έδωσε». Όταν γυρίζαμε σπίτι το λέγαμε στη μάνα μας. Μέχρι το τέλος της ημέρας ήξερε όλο το σόι την καρμιριά του συγγενή και τον ξεφώνιζαν δεόντως.

Στο τέλος, μοιράζαμε τα χρήματα κι έφευγα γραμμή με το λεωφορείο για το κέντρο, όπου τα ξόδευα όλα αγοράζοντας ό,τι μαλακία είχα λιμπιστεί το προηγούμενο διάστημα. Πάντα, όμως, κι ένα δώρο στη μάνα μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου