Επιλογή γλώσσας

Κυριακή 17 Απριλίου 2022

Βασικά σημεία κριτικής του νομοσχεδίου της κυβέρνησης για τον ΕΟΠΥΥ


 Κείμενο του Τμήματος Υγείας - Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ

Πρόσφατα η κυβέρνηση της ΝΔ έφερε στη «διαβούλευση» σχέδιο νόμου με τον βαρύγδουπο τίτλο «Γιατρός για όλους, ισότιμη και ποιοτική πρόσβαση στις υπηρεσίες του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας και στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και άλλες διατάξεις».

Πρόκειται για ένα νομοσχέδιο - προέκταση της αντιλαϊκής μεταρρύθμισης στην ΠΦΥ που θεσμοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2017, που και αυτός με τη σειρά του μεταρρύθμισε τις αντιλαϊκές κατευθύνσεις των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά και ρυθμίσεις για τον ΕΟΠΥΥ, τα δημόσια νοσοκομεία κ.λπ., ενταγμένες στην πολιτική της εμπορευματοποίησης της Υγείας.

Δεν είναι τυχαίο ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο εισάγει ορισμένες τροποποιήσεις στον προηγούμενο νόμο του ΣΥΡΙΖΑ, όσον αφορά την ΠΦΥ, αφού στη βασική στρατηγική αντίληψη, όσο και να ψάξει κανείς, δεν πρόκειται να βρει ουσιαστικές διαφορές. Αλλωστε υπάρχει το δεδομένο ότι στην υλοποίηση της αντιλαϊκής πολιτικής για τη λαϊκή υγεία η κάθε κυβέρνηση βάζει και τη δική της ιδιαίτερη «πινελιά». Γι' αυτό η αντιπαράθεση μεταξύ τους δεν γίνεται από τη σκοπιά των λαϊκών - κοινωνικών αναγκών και της ικανοποίησής τους, αλλά πώς αυτές θα περιορίζονται στα όρια του άθλιου δημόσιου συστήματος Υγείας που από κοινού έχουν διαμορφώσει και των περικομμένων παροχών του κράτους και του ΕΟΠΥΥ. Συνδέεται με τον «καημό» τους να διαμορφωθεί ακόμα πιο φτηνή εργατική δύναμη, για να τονώσουν την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων. Ολοι αυτοί που προσκυνάνε τον «εθνικό στόχο» της αναθέρμανσης της καπιταλιστικής οικονομίας συναινούν ότι ο τομέας της Υγείας γενικότερα και της ΠΦΥ ειδικότερα αποτελούν πεδίο περικοπών των δαπανών και των παροχών από το κράτος και τον ΕΟΠΥΥ. Να περιοριστούν στο ελάχιστο, τόσο όσο να διατηρεί η εργατική δύναμη την ικανότητά της να μπαίνει στην παραγωγή προς εκμετάλλευση.

Αλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι κυβέρνηση και κόμματα που στηρίζουν την ανάπτυξη με ατμομηχανή τους επιχειρηματικούς ομίλους προσπαθούν να συγκαλύψουν τη στρατηγική τους σύμπλευση σε δευτερεύουσες αντιπαραθέσεις, σε ζητήματα «ικανότητας» και «αποτελεσματικότητας» υλοποίησης αυτής της αντιλαϊκής πολιτικής. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι το τσουνάμι των περικοπών στις κρατικές παροχές υπηρεσιών Υγείας, τα πλαφόν και η αύξηση των πληρωμών από τους ασθενείς, οι καταργήσεις, συγχωνεύσεις δημόσιων μονάδων ΠΦΥ, οι τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό και εξοπλισμό, συνοδεύτηκαν από τα Κόμματα αυτά με επιχειρηματολογία «καρμπόν», όπως το κριτήριο του «κόστους - οφέλους», ο «εξορθολογισμός των δαπανών», η «αντιμετώπιση της σπατάλης», το «νοικοκύρεμα», η «ηθικοποίηση του συστήματος Υγείας» κ.λπ. Πρόκειται για μια καλά επεξεργασμένη επιχειρηματολογία, που ενοχοποιεί ακόμα και τις ελάχιστες κρατικές παροχές, στηρίζει την ανταποδοτικότητα και την ατομική ευθύνη. Ταυτόχρονα, όλα αυτά αποτέλεσαν και την κοινή βάση για την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ περί κοινά αποδεκτού υπουργού Υγείας, περί «εθνικής συνεννόησης» την περίοδο της πανδημίας, ενδεχομένως και μετά από αυτήν, ανάλογα και με τις γενικότερες εξελίξεις.

Στη βάση των παραπάνω δεδομένων και από την πλευρά των λαϊκών αναγκών στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τοποθετούμαστε κριτικά σε βασικές πλευρές του συγκεκριμένου νομοσχεδίου. Βεβαίως μέχρι την τελική του διαμόρφωση και εισαγωγή του στη Βουλή μπορεί να υπάρξουν επιμέρους τροποποιήσεις. Είναι βέβαιο, όμως, ότι αυτές δεν πρόκειται να αλλάξουν την ουσία του. Αλλωστε, «η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται». Συγκεκριμένα:

Για τον ΕΟΠΥΥ

Στο μέρος που αφορά τον ΕΟΠΥΥ, υπάρχουν επιμέρους ρυθμίσεις που εκσυγχρονίζουν το καθεστώς λειτουργίας του. Αυτός ο εκσυγχρονισμός δεν αναιρεί, αλλά αντίθετα είναι στην κατεύθυνση ενίσχυσης των χαρακτηριστικών του ως «ιδιωτικού ασφαλιστικού οργανισμού» και των παροχών του σε ανταποδοτική βάση.

Ο «γνήσιος ασφαλιστικός φορέας με επίκεντρο τον ασφαλισμένο», που αναφέρεται στους σκοπούς του ΕΟΠΥΥ, έχει ως περιεχόμενο της «γνησιότητας» ότι το είδος και η έκταση των παροχών δεν καθορίζονται από τις λαϊκές ανάγκες, αλλά από την οικονομική δυνατότητα του ΕΟΠΥΥ, δηλαδή από τις εισφορές, τις κρατήσεις και τη φορολογία των εργαζομένων που σχεδόν αποκλειστικά συνιστούν τον τρόπο χρηματοδότησής του και σε συνδυασμό με τη διαχρονική τάση δραστικής μείωσης της κρατικής χρηματοδότησης του ΕΟΠΥΥ. Σε αυτήν τη βάση οι παρεχόμενες υπηρεσίες περιορίζονται στα όρια του προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ, του οποίου ο έλεγχος και η τήρησή του διαπερνούν σε αρκετές ρυθμίσεις το νομοσχέδιο. Οι ανταποδοτικές παροχές αποτελούν το περιεχόμενο που αναφέρεται στους σκοπούς του ΕΟΠΥΥ ότι έχει ως «επίκεντρο τον ασφαλισμένο».

Ορισμένα οικονομικά στοιχεία για τις συνολικές δαπάνες Υγείας μεταξύ 2016 και 2020, που επιβεβαιώνουν την αντιλαϊκή κατεύθυνση των μέτρων και τις επιπτώσεις στον λαό:

  • Η συνολική (δημόσια + ιδιωτική) χρηματοδότηση σε αυτό το διάστημα αυξήθηκε κατά 6,6% (+977 εκατ. ευρώ).
  • Η κρατική χρηματοδότηση μειώθηκε κατά 2,1% (-90 εκατ. ευρώ).
  • Η χρηματοδότηση από τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης αυξήθηκε κατά 16,7% (+760,5 εκατ. ευρώ).
  • Η συνολική ιδιωτική χρηματοδότηση (ιδιωτική ασφάλιση και ιδιωτικές πληρωμές) αυξήθηκε κατά 5,4% (+309,2 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 198,5 εκατ. ιδιωτικές πληρωμές και 110,7 εκατ. ιδιωτική ασφάλιση).

Στο νομοσχέδιο (άρθρο 4) εισάγονται τα λεγόμενα «ποιοτικά κριτήρια» όσον αφορά τις συμβάσεις και τις πληρωμές των «παρόχων». Αυτή η αναφορά γίνεται αποκλειστικά για τον ιδιωτικό τομέα. Αφορά - σύμφωνα με συνεντεύξεις του υπουργού - συμβάσεις των Διαγνωστικών Εργαστηρίων, Ιδιωτικών Κλινικών και Κέντρων Αποκατάστασης με τον ΕΟΠΥΥ. Συνδέει τη δυνατότητα και τους όρους σύμβασης των Διαγνωστικών Εργαστηρίων, Ιδιωτικών Κλινικών και Κέντρων Αποκατάστασης με τον ΕΟΠΥΥ με «ποιοτικά κριτήρια» των παρεχόμενων εργασιών. Οσοι δεν τα πληρούν δεν θα μπορούν να συμβάλλονται με τον ΕΟΠΥΥ, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να υιοθετείται μια διαβάθμιση της «ποιότητας των εργασιών» με βάση την οποία θα υπολογίζεται ένα κλιμακούμενο ποσοστό rebate (υποχρεωτική έκπτωση) προς τον ΕΟΠΥΥ. Π.χ. εάν οι αιματολογικές εξετάσεις γίνονται από το ίδιο το εργαστήριο ή δίνονται σε εξωτερικό εργαστήριο (-20%), παλαιότητα και αριθμός «τομών» των απεικονιστικών μηχανημάτων (-4% έως -40%), προδιαγραφές ιδιωτικών κλινικών και κέντρων αποκατάστασης (προσωπικό, ΜΕΘ, τεχνολογικός εξοπλισμός, ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις) για τη δυνατότητα ή όχι να συμβάλλονται με τον ΕΟΠΥΥ.

Το βασικό ζήτημα που υπάρχει από την πλευρά των αναγκών των ασθενών είναι ότι οι παροχές καθορίζονται από τον κανονισμό του ΕΟΠΥΥ και είναι περικομμένες με άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Με άμεσο είναι αυτές που είτε περιορίστηκαν ή και περικόπηκαν τελείως. Με έμμεσο είναι αυτές που ενώ αποζημιώνονται από τον ΕΟΠΥΥ στο Δημόσιο, στην πραγματικότητα οι ασθενείς, λόγω των τεράστιων ανεπαρκειών των δημόσιων μονάδων Υγείας, υποχρεώνονται να πηγαίνουν στον ιδιωτικό τομέα και να ξαναπληρώνουν με τη μορφή της συμμετοχής ή και εξολοκλήρου.

Ενδεικτικά, από τα διαθέσιμα στοιχεία του ΕΟΠΥΥ (2016) οι ασθενείς πλήρωσαν στον ιδιωτικό τομέα για μαστογραφίες 740.000 ευρώ, για αξονικές τομογραφίες 6.740.000 ευρώ και για μαγνητικές τομογραφίες 13.520.000 ευρώ.

Από τις συνολικές μαστογραφίες το 2016 το 26% έγιναν στον δημόσιο και το 74% στον ιδιωτικό τομέα. Αξονικές τομογραφίες, το 23% έγιναν στον δημόσιο και το 77% στον ιδιωτικό τομέα. Μαγνητικές τομογραφίες το 9% έγιναν στον δημόσιο και το 91% στον ιδιωτικό τομέα.

Οπως αναφέρεται σε συνέντευξη του υπουργού Υγείας, η παλαιότητα της ιατρικής τεχνολογίας δεν θα απαγορεύει τις συμβάσεις, αλλά θα συνδέεται με την κλιμακωτή υποχρεωτική έκπτωση. Αυτό σημαίνει ότι η «ποιότητα» των παρεχόμενων εργασιών που επικαλείται ο υπουργός θα συνεχίσει να είναι διαφορετική ανάλογα με το είδος του μηχανήματος. Τα συγκεκριμένα κριτήρια «ποιότητας» για τις συμβάσεις με τον ΕΟΠΥΥ δεν πρόκειται να λύσουν τις ελλείψεις των παραπάνω (και άλλων) ιατρικών μηχανημάτων στις δημόσιες μονάδες Υγείας, την πλήρη απουσία τους από ορισμένες περιοχές και τον εξαναγκασμό στις επιπλέον πληρωμές από τους ασθενείς.

Κατά τη φάση της εφαρμογής των «υποχρεωτικών εκπτώσεων» υπήρχαν στόχος των επιχειρηματιών για την κατάργηση του μέτρου καθώς και διαμαρτυρίες για την «άνιση» εφαρμογή του μεταξύ των επιχειρηματιών. Με το προωθούμενο μέτρο κυρίως θα υπάρχει θετική επίπτωση στις ισχυρές επιχειρηματικές μονάδες του ιδιωτικού τομέα, που θα μπορέσουν να επενδύσουν στη σύγχρονη τεχνολογία. Το μέτρο αυτό θα λειτουργήσει ως εργαλείο για τη συγκέντρωση αυτών των εργασιών σε λιγότερες και ισχυρότερες επιχειρηματικές μονάδες στην Υγεία, γεγονός που εναρμονίζεται με τους νόμους λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας.

Ιδιαίτερα στα ζητήματα που αφορούν τα ιδιωτικά νοσοκομεία και τα Κέντρα Αποκατάστασης, είναι πιθανόν η εφαρμογή του μέτρου να μη συνδεθεί με τη δυνατότητα σύμβασης ή όχι, αλλά με συμβάσεις που θα προσδιορίζονται τα είδη των εργασιών ανάλογα με τον τεχνολογικό εξοπλισμό που θα διαθέτουν και ανάλογα με την εκπαίδευση - μετεκπαίδευση των επιστημόνων (Πιστοποίηση/ISO), συνεπώς και ως εργαλείο για την αντίστοιχη συγκέντρωση των εργασιών σε λιγότερους και ισχυρότερους επιχειρηματίες. Αυτά όμως «λύνουν τους λογαριασμούς του ανταγωνισμού» μεταξύ των επιχειρηματιών στην Υγεία, με «έπαθλο» τους ασθενείς - πελάτες.

Το ΚΚΕ ασφαλώς και είναι υπέρ της σύγχρονης τεχνολογίας, του εκσυγχρονισμού της, της εξασφάλισης όλων των σύγχρονων γνώσεων στους επιστήμονες, προκειμένου ως σύνολο να «επιστρέφουν» στους ασθενείς σε σύγχρονες, έγκαιρες, αποτελεσματικές και ασφαλείς υπηρεσίες Υγείας, απολύτως δωρεάν από το κράτος. Αυτό το περιεχόμενο για τις ανάγκες των λαϊκών στρωμάτων έχει η έννοια των «ποιοτικών υπηρεσιών», το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας και ανάπτυξης.

Στο άρθρο 5 του νομοσχεδίου αναφέρεται: «Με απόφαση του υπουργού Υγείας (...) εντάσσονται στο παράρτημα αποζημιούμενων ειδών του Ε.Κ.Π.Υ. ιατροτεχνολογικά προϊόντα και είδη που ενσωματώνουν νέες τεχνολογίες, (...) εφόσον η ένταξή τους δεν συνεπάγεται επιπλέον δαπάνη σε σύγκριση με τα ήδη χορηγούμενα προϊόντα και είδη (...) η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης συμπεριλαμβάνει στην εισήγησή της και πρόταση για απένταξη ή μη ομοειδών προϊόντων και ειδών. Η μη απένταξη αιτιολογείται ειδικώς».

Δείχνει το παραπάνω ότι η παροχή στους ασθενείς σύγχρονων τεχνολογικά προϊόντων θα υπάρχει με κριτήριο την τήρηση των κλειστών προϋπολογισμών του ΕΟΠΥΥ ή με την «απένταξη» προϊόντων για να ισοσκελίζεται ο προϋπολογισμός. Είναι η πρακτική εφαρμογή του κριτηρίου του «κόστους» σε αντίθεση με τις λαϊκές ανάγκες.

Οπως είναι κατανοητό, ο εκσυγχρονισμός του ΕΟΠΥΥ δεν προβλέπει επέκταση των παροχών προς τους ασθενείς, μείωση και κατάργηση των πληρωμών για την περίθαλψη, αποκατάσταση, φάρμακα κ.λπ. Ο ΕΟΠΥΥ διαμορφώνεται ως «οργανισμός των εργαζομένων» - σύμφωνα με την κυβέρνηση - αλλά αυτό είναι αλήθεια μόνο ως προς τους αποκλειστικούς χρηματοδότες του, ενώ ως προς τις παροχές ενισχύεται ως εργαλείο περιορισμού τους στο πλαίσιο των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής.

Για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και τον προσωπικό γιατρό

Το δεύτερο μέρος, για την ΠΦΥ, αφορά ρυθμίσεις για αντίστοιχες υπηρεσίες του επιπέδου «ό,τι να 'ναι» και «απ' όπου να 'ναι», αρκεί το «κόστος» του λαού σε τέτοιες υπηρεσίες να είναι εντός των αντιλαϊκών δημοσιονομικών στόχων. Πρόκειται για ρυθμίσεις που έχουν ως «ένα το κρατούμενο» τη σχεδόν ανύπαρκτη δημόσια ΠΦΥ, με τις τεράστιες ελλείψεις σε γιατρούς, νοσηλευτές και άλλους υγειονομικούς, την παντελή έλλειψη βασικών ειδικοτήτων σε αρκετές περιοχές της χώρας. Αυτήν την κατάσταση που οδηγεί σε αδυναμία παροχής ακόμα και στοιχειωδών υπηρεσιών στις λαϊκές οικογένειες δεν την αντιμετωπίζει με την ανάπτυξη υποδομών, με μαζικές προσλήψεις υγειονομικών για τη στελέχωσή τους, με τον αναγκαίο εξοπλισμό τους, για να υπάρχει πλήρης κάλυψη όλες τις ώρες της μέρας και όλο τον χρόνο σε υπηρεσίες πρόληψης, θεραπείας και αποκατάστασης. Αντίθετα ρυθμίζει τον θεσμό του «προσωπικού γιατρού» με τον οποίο πρέπει να συνδεθούν όλοι, ψάχνοντας από ένα συνονθύλευμα «σημείων ΠΦΥ» από τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα (ΚΥ - ΤοΜΥ - ιδιώτες κ.λπ.), υπονομεύοντας τον ενιαίο και επιτελικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει το σύστημα Υγείας. Η αντικατάσταση του οικογενειακού ιατρού από τον προσωπικό ιατρό και η απαλοιφή του ορισμού περί οικογενειακής ιατρικής οδηγεί σε αντιεπιστημονικό διαχωρισμό των μελών μιας οικογένειας και υποτίμηση των κοινών γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που καθορίζουν την υγεία και την ασθένειά τους.

Η κυβέρνηση προπαγανδίζει ότι τα λαϊκά στρώματα θα «απολαύσουν» ένα «ολοκληρωμένο σύστημα πρωτοβάθμιας περίθαλψης που θα παρέχει υπηρεσίες Υγείας καθολικές και ισότιμες για όλους». Η «καθολικότητα» και η «ισότιμη πρόσβαση», που ισχυρίζεται ότι εξασφαλίζει η κυβέρνηση, δεν σημαίνουν τίποτα άλλο από το ότι καθολικά και ισότιμα τα λαϊκά στρώματα θα έχουν δωρεάν ελάχιστες και ανεπαρκείς υπηρεσίες ΠΦΥ. Υπηρεσίες και παροχές που είναι σε όλο και μεγαλύτερη διάσταση από τις τεράστιες δυνατότητες της επιστήμης, της τεχνολογίας, της παραγωγικότητας και της ύπαρξης ενός σχετικά μεγάλου αριθμού υγειονομικών όλων των ειδικοτήτων.

Με βάση τον αριθμό και τη σύνθεση των ΚΥ, των ΤοΜΥ, αλλά και της αξιοποίησης των ιδιωτών, μόνο σαν αστείο ακούγεται ο ισχυρισμός της κυβέρνησης ότι θα παρέχουν υπηρεσίες πρόληψης, προαγωγής της υγείας στην οικογένεια, στα σχολεία, στους χώρους δουλειάς, στους χρόνιους πάσχοντες, την προγραμματισμένη φροντίδα ενηλίκων και παιδιών, κατ' οίκον νοσηλεία, εκτίμηση ψυχικών νόσων, αντιμετώπιση οξέων προβλημάτων υγείας, καταγραφή επιδημιολογικών στοιχείων και πολλά άλλα.

Η πολιτική ελέγχου της δαπάνης των ασθενών για υπηρεσίες ΠΦΥ ή εξειδικευμένες υπηρεσίες ανάλογα την πάθηση αποτελεί στόχο διαχρονικό στον τομέα της ΠΦΥ. Η προβολή όμως της «ελεύθερης επιλογής γιατρού» και της κατάργησης της υποχρεωτικής παραπομπής από τον προσωπικό γιατρό των ασθενών σε γιατρό άλλης ειδικότητας ή στο νοσοκομείο (άρθρο 26, παρ. 6) συγκαλύπτει την ουσία του προβλήματος. Με ποιο επιστημονικό κριτήριο ένας ασθενής θα επιλέξει τον «κατάλληλο» γιατρό; Μέχρι σήμερα που οι ασθενείς δεν είναι υποχρεωμένοι να παραπεμφθούν από τον οικογενειακό γιατρό σε άλλους γιατρούς του δημόσιου συστήματος Υγείας, κατά πόσο έχει αντίκρισμα η «ελευθερία τους» αυτή, όταν είναι γνωστά τα πολύχρονα ραντεβού λόγω της υποστελέχωσης ή και η πλήρης αδυναμία να τα πραγματοποιήσουν, αφού λείπουν τελείως γιατροί ειδικοτήτων π.χ. παιδίατροι στα ΚΥ; Αλλά πριν απ' όλα αυτός που θα καθορίσει την έκταση και τη συχνότητα των υπηρεσιών ΠΦΥ ήταν και είναι ο «Ενιαίος Κανονισμός Παροχών» του ΕΟΠΥΥ. Ελεύθεροι οι ασθενείς μπορεί και να είναι να πάνε στον όποιο γιατρό, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα αναγνωρίζεται και η δαπάνη από τον ΕΟΠΥΥ.

Ο θεσμός του προσωπικού ή οικογενειακού γιατρού από τη στιγμή που συνδέεται με όρους περιορισμού του «κόστους» των ασθενών χάνει το αναγκαίο και χρήσιμο περιεχόμενο που έχει. Αυτός ο θεσμός μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά υπέρ της υγείας του λαού όταν αποτελεί τον βασικό πυρήνα του αναπτυγμένου, στελεχωμένου και εξοπλισμένου κρατικού συστήματος ΠΦΥ που θα έχει ως κριτήριο την έγκαιρη, ασφαλή και αποτελεσματική αντιμετώπιση των λαϊκών αναγκών στην Υγεία, απολύτως δωρεάν σε όλα τα επίπεδα του κρατικού συστήματος Υγείας.

Για τα απογευματινά - επί πληρωμή - χειρουργεία και άλλες διατάξεις

Στο τρίτο μέρος γίνονται τροποποιήσεις προκειμένου να λυθούν «νομικά κενά», ώστε να ενεργοποιηθεί παλαιότερος νόμος του ΠΑΣΟΚ, τον οποίο «ξέχασε» να καταργήσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και αφορά τη λειτουργία των επί πληρωμή απογευματινών χειρουργείων (άρθρο 44). Πρόκειται για ένα ακόμα βήμα προσαρμογής των δημόσιων νοσοκομείων στην επιχειρηματική λειτουργία τους, προκειμένου να αυξήσουν την αυτοχρηματοδότησή τους μέσα από τις έμμεσες και άμεσες πληρωμές των ασθενών. Είναι προκλητικό το γεγονός ότι ουσιαστικά λέει στον λαό που έχει χρυσοπληρώσει για την υγεία του, με τις ασφαλιστικές εισφορές, τη φορολογία, τα διάφορα χαράτσια, «εάν θέλεις να χειρουργηθείς έγκαιρα» πρέπει να πληρώσεις επιπλέον, εάν δεν θες να μπεις στις μακρόχρονες λίστες αναμονής. Ηδη από συνεντεύξεις του υπουργού και της υφυπουργού Υγείας αναφέρεται η πληρωμή του νοσηλίου κατά 70% από τον ΕΟΠΥΥ ως έσοδο του νοσοκομείου και κατά 30% από τον ασθενή ως πληρωμή του χειρουργού και των άλλων υγειονομικών, αν και υπάρχουν δημοσιεύματα που αναφέρουν ότι εκτός του 30% οι ασθενείς ενδεχομένως να πληρώνουν ξεχωριστά τον γιατρό όπως γίνεται στον ιδιωτικό τομέα.

Ολες διαχρονικά οι κυβερνήσεις, με την πολιτική υποχρηματοδότησης των δημόσιων νοσοκομείων, της υποστελέχωσης, της ανεπάρκειας υποδομών ΜΕΘ άκρως απαραίτητων για τα χειρουργεία, διαμόρφωσαν τις μακρόχρονες λίστες αναμονής των χειρουργείων. Οι περικοπές αυτές, προκειμένου να περισσέψει κρατικό χρήμα για την παντός είδους στήριξη των επιχειρηματικών ομίλων, είχαν αρνητικές επιπτώσεις και σε αυτόν τον τομέα των λαϊκών αναγκών στην Υγεία. Τώρα ο λαός καλείται να βγάλει το «φίδι από την τρύπα», με εξαναγκασμό να ξαναπληρώσει για να κάνει κάποιο χειρουργείο.

Η προβολή των επιχειρημάτων για μείωση της λίστας αναμονής στα χειρουργεία, για επιλογή του κατάλληλου χειρουργού, για τρόπο βελτίωσης των απαράδεκτων μισθών των γιατρών και των άλλων υγειονομικών, για ανεκμετάλλευτες υποδομές σε μέρες και ώρες που δεν εφημερεύει το δημόσιο νοσοκομείο, έχουν ως κοινό παρονομαστή την ενίσχυση των κανόνων της αγοράς για τη «λύση» των προβλημάτων. Δηλαδή προβάλλουν την αιτία των προβλημάτων ως λύση.

Η νομοθέτηση της εισόδου ιδιωτών γιατρών ώστε να συμβάλλονται με το Εθνικό Σύστημα Υγείας καλύπτοντας κενά και τρύπες (άρθρο 45) αποτελεί ευθεία ομολογία της κυβέρνησης ότι δεν θα στελεχώσει τα δημόσια νοσοκομεία με το αναγκαίο προσωπικό. Η πείρα της πανδημίας αναποδογυρίζεται κυριολεκτικά με τα πόδια πάνω και το κεφάλι κάτω, αφού αντί να επιστρατευτούν οι ιδιωτικοί όμιλοι Υγείας, οι κλινικές και οι αλυσίδες διαγνωστικών που θησαύρισαν στις πλάτες των ασθενών, η κυβέρνηση προχώρησε στην απαράδεκτη επιστράτευση μεμονωμένων ιδιωτών γιατρών (ακόμα και 60άρηδων γιατρών που δεν είχαν εργαστεί σε νοσοκομειακό περιβάλλον για χρόνια) κατά τη διάρκεια μεγάλης πίεσης στα νοσοκομεία. Η ζωή έδειξε ότι το μέτρο αυτό ήταν αναποτελεσματικό, επικίνδυνο για τους ασθενείς και ότι αποτελεί όχημα για την εφαρμογή ελαστικών εργασιακών σχέσεων, διείσδυση των ΣΔΙΤ, ομηρία για τη μεγάλη μάζα των αυτοαπασχολούμενων γιατρών.

Το νομοσχέδιο (άρθρο 42) εισάγει τη «δυνατότητα» για την «κατ' οίκον οδοντιατρική περίθαλψη» από οποιαδήποτε δομή του δημόσιου, του ιδιωτικού τομέα και της Τοπικής Διοίκησης. Μια αναγκαία υπηρεσία το κράτος δεν την εξασφαλίζει με τις αναγκαίες υποδομές και προσωπικό, αλλά την αναθέτει σε όποιον φορέα επιλέξει - στην πράξη ιδιωτικό - και προφανώς με το κριτήριο του κέρδους. Εννοείται ότι το μεγάλο ζήτημα της στοματικής υγείας του πληθυσμού, μέρος του οποίου είναι και η «κατ' οίκον οδοντιατρική περίθαλψη», θεωρείται πολυτέλεια και ατομική ευθύνη του λαού να το λύσει. Π.χ. με στοιχεία του 2017 (ΕΛΣΤΑΤ) από τα 700,73 εκατομμύρια ευρώ της οδοντιατρικής δαπάνης, το 99,73% ήταν ιδιωτικές πληρωμές και μόνο το 0,27% ήταν δημόσιες δαπάνες (κράτος και ασφαλιστικά ταμεία).

Συμπέρασμα

Τα παραπάνω είναι μόνο μερικά βασικά σημεία του νομοσχεδίου της κυβέρνησης, που απ' όπου το πιάσει κανείς «λερώνεται». Αν κάτι βγαίνει ως βασικό συμπέρασμα είναι η σαπίλα αυτού του κοινωνικού οικονομικού συστήματος, του οποίου η ανάπτυξη όλο και λιγότερο «χωράει» τις λαϊκές κοινωνικές ανάγκες. Ολο και περισσότερο βαθαίνει την αντίθεση ανάμεσα στις τεράστιες σημερινές δυνατότητες της επιστήμης, της τεχνολογίας, του πολυάριθμου υγειονομικού προσωπικού και του βαθμού αξιοποίησής τους από τον παραγωγό του πλούτου, τον λαό.

Αυτό σημαίνει απόρριψη του νομοσχεδίου από τον λαό και τους υγειονομικούς στο δρόμο του αγώνα και της διεκδίκησης για αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης στην Υγεία, μαζικές προσλήψεις υγειονομικών, ανάπτυξη όλων των απαραίτητων υποδομών και τον σύγχρονο εξοπλισμό τους, αύξηση των αποδοχών των υγειονομικών, κατάργηση κάθε πληρωμής και εισφοράς για την Υγεία, κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δράσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου