Επιλογή γλώσσας

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2019

Ένας «Ρίζος», μια «ΚΟΜΕΠ», τσίπουρο και ταξική συνείδηση

Είναι βέβαιο πως η εργατική τάξη από μόνη της δεν έχει ταξική συνείδηση (για να γίνει “τάξη δια εαυτήν, όπως λένε οι κλασικοί). Γι’ αυτό και είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ένα ισχυρό Κομμουνιστικό Κόμμα και κίνημα. Αυτό που θα στηρίξει μέσα στο φυσικό του χώρο, στα σωματεία, τα συνδικάτα, σε κάθε χώρο δουλειάς, την εργατική τάξη και θα της δείξει μέσα από την επιστημονική του ανάλυση και τα ιδεολογικά του εργαλεία, πώς η ίδια θα κινήσει τις διαδικασίες, να πάρει η ίδια την εξουσία καταργώντας την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, έχοντας πια στα χέρια της τα μέσα παραγωγής.
Αυτά που καθορίζουν στον Καπιταλισμό την ταξική ανισότητα και εκμετάλλευση μέσω της ιδιοκτησίας. Ο πλούτος που παράγει η εργατική τάξη και τον καρπώνονται μιας χούφτα εκμεταλλευτές. Πολύ απλοϊκά, όπως το γεγονός που συνέβη πρωινή ώρα χθες, μεταξύ τσίπουρων και μεζέδων.

Χθες το βράδυ, μετά τη δυναμική συγκέντρωση του ΚΚΕ στο Πάρκο Ελευθερίας, με αφορμή την ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών κι ό,τι αυτή κρύβει από πίσω. Την εδραίωση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια, τα φαινόμενα αλυτρωτισμού και εθνικισμού ώστε να φανατίσουν και να διχάσουν τους λαούς, προκειμένου να παίξουν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Κινήσαμε κάποια συντρόφια να επιστρέψουμε στη γειτονιά μας και συγκεκριμένα στη Νέα Φιλαδέλφεια, να τα πούμε και να διασκεδάσουμε πίνοντας και τσιμπολογώντας. Διότι πολλές οι μάχες και καθημερινές.

Μια από αυτές ήταν, όταν στην παρέα μας, στο συνοικιακό καφενείο, βρέθηκε ένας τύπος ο οποίος είχε γεννηθεί στην Ίμβρο, έζησε το σκηνικό να φεύγει από Τουρκία, να έρχεται Ελλάδα, να τον αποκαλούν Τουρκόσπορο. Γνωστές Ιστορίες κι επί εποχής ανταλλαγής των πληθυσμών τότε.

Εκεί πάνω στη συζήτηση για την Κωνσταντινούπολη, για τις μνήμες, το τι πολιτισμό, κουλτούρα και τα συναφή έφεραν οι πρόσφυγες, δίνεται κι ένα ραντεβού για την επόμενη φορά, να μαζευτούμε και να παίξουν μουσικές, ρεμπέτικα κλπ.
Κι εκεί αρχίζει μία-μία σελίδα από το «Κομμουνιστικό μανιφέστο», το «Κεφάλαιο» του Μαρξ, την «καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» του Ένγκελς κι ένας σκασμός ιδεολογικά μαθημάτα να ξεδιπλώνονται μπροστά μας. Μια συντροφάρα, παλιά καραβάνα, ζυμωμένος στον αγώνα του μεροκάματου, στον αγώνα και την πάλη για καλύτερη ζωή, ζώντας στην πραγματικότητα και πιάνοντας τον παλμό του τύπου που καθόταν δίπλα του, παίρνει και του προσφέρει να διαβάσει τον «Ριζοσπάστη». ‘’Εμείς, που τα λέμε τόση ώρα εδώ, καλαμπουρίζουμε και περνάς κι εσύ καλά μαζί μας, θέλουμε να ξέρεις πως είμαστε Κομμουνιστές’’.


Χαρακτηριστικά του τον δίνει και του λέει πάρε, ‘’το πρωί πριν πας για δουλειά εκεί που πίνεις τον καφέ σου, άνοιξέ την και διάβασε όσο έχεις χρόνο. Το επόμενο Σάββατο που θα φέρεις το τουμπελέκι σου για να παίξουμε, πες μου αν διάβασες έστω κι ένα ψέμα εδώ μέσα. Πάρε, στον προσφέρω’’.

Ο τύπος έμεινε μαλάκας και μας συστήνεται ο «Κυρ-Παντελής», ο βολεμένος, ο νοικοκυραίος. Ο οποίος δε χρειάζεται χρώματα, σημαίες και κόμματα, ο τύπος ο οποίος έφυγε 13 χρονών από την Ίμβρο, ήρθε στην Αθήνα εργάτης, έφτιαξε οικογένεια, σπούδασε τα παιδιά του, ήσυχα – ωραία. Έζησε τη ζωή του, μόνο ναρκωτικά δεν έχει κάνει (το κότσαρε αυτό). Κατάφερε γι’ αυτόν να έχει τέσσερα φορτηγά και να δίνει δουλειά και σε άλλες οικογένειες. Δεν αντέχει το άδικο.

Και σπρώχνει το «Ριζοσπάστη» προς το σύντροφο. Κι εκεί βαράνε μαζικά καμπανάκια. Έχει προηγηθεί μια μεγάλη κουβέντα βέβαια που δε χρειάζεται να την παραθέσω, παρά την τελευταία φράση της, που πυροδότησε κι έβγαλε όλη την ευρηματικότητα που πρέπει να έχει ένας κομμουνιστής, ώστε με ό,τι του βρίσκεται εκείνη την ώρα να μπορεί να εξηγήσει αυτό που κάποιοι δεν μπορούν να χωρέσουν στο μυαλό τους με συζήτηση. Πιστεύοντας ο ίδιος, του είπε πως “μπορώ λέει να σου καταρρίψω ό,τι γράφει και λέει εδώ μέσα”.
Και πετάει το εξής:
‘’Αυτοί που είναι πάνω δεν πρόκειται να ξεκουνήσουν, δεν πέφτουν. Δε μου αρέσει το άδικο αλλά έτσι είναι τα πράγματα’’

Μπροστά στη συντροφάρα βρισκόταν ένα ποτήρι με κρασί κι ο «Ρ». Οπότε παίρνει τον «Ρ» κι αρχίζει να τον σκίζει. Πολύ εύκολα στην αρχή, συνεχίζει μέχρι που φτάνει σε ένα σημείο που του δίνει τα φύλλα και του λέει σκίστα ρε!!!


Τα παίρνει ο άλλος και με μανία προσπαθεί να τα σκίσει όλα μαζί. Όμως μάταια σφιγγότανε τζίφος.

Τότε του λέει η συντροφάρα: μόνο σου θα σε τσακίσουν. Άμα είμαστε όλοι μαζί όμως δε μας τσακίζει κανένας φόβος, καμιά τρομοκρατία.

Δεύτερη φορά μένει μαλάκας ο άλλος, του λέει:
‘’Δε χρειαζόταν να την σκίσεις την εφημερίδα, θα την έπαιρνα. Αλλά τελικά μου χρειαζόταν αυτό που έκανες’’
Φεύγει ο τύπος με τα πολλά κι έχουμε μείνει εγώ, η Μαίρη, ο Κώστας η συντροφάρα, και ο Νίκος να κλαίμε.
Όχι ρε μαλάκες, οι κομμουνιστές είναι έξω στην πάλη και στον αγώνα κι εκεί θα είναι, όπως 100 χρόνια τώρα. Κι ας χρειάζεται να σκίσουν και τον «Ριζοσπάστη», τον καθημερινό τους ιδεολογικό σύντροφο, για να καταλάβεις πως δεν είμαστε τίποτα εξωγήινοι, την ίδια σκατίλα τρώμε και μαζί θέλουμε να βγούμε από δω.

Μόνο που χρειάζεται ένα κομμουνιστικό κόμμα που με τόμους ιδεολογικής θωράκισης, θα μπορείς εσύ να τα κάνεις πράξη στην καθημερινότητα και ό,τι βιώνει ο καθένας. Στον τόπο δουλειάς σου, στη γειτονιά σου. Παντού, εκεί που τρώς και πίνεις.

Έτσι χωράνε οι τόμοι ιδεολογικής θωράκισης, μέσα σε μια πράξη. Την ξύλινη γλώσσα σας την επιστρέφουμε. Ευχαριστώ το Σύντροφο Κώστα που μας έκανε να το ζήσουμε αυτό. Στην υγειά όλων, ψηλά το κεφάλι, καλή δύναμη κι έχουμε δρόμο μπροστά μας..



Filio Magenta

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου