Επιλογή γλώσσας

Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

Θεόφιλος (Θεόφιλος Χατζημιχαήλ)

Ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος (Θεόφιλος Χατζημιχαήλ) 
 γεννήθηκε, μάλλον, το 1867 και πέθανε στις 24 Μάρτη 1934.


Αστεγος, περιπλανώμενος, παραμυθάς, αν και τραυλός. Επαιζε ακορντεόν κι αυτοσχεδίαζε κλέφτικα τραγούδια. Βρώμικος, ψειριασμένος. Φουστανελοφορεμένος και με στολίδια, ολοχρονίς σαν Μεγαλέξανδρος. Καμιά γυναίκα δεν τον ήθελε. Οι μεγάλοι των φώναζαν αχμάκη (αφελής, κουτός, βραδύνους). Τα παιδιά τον πετροβολούσαν. Τύπος παράξενος, σαλός. Ενας «φτωχούλης του θεού», με σπάνια «προίκα» στην ψυχή και στο ζερβί του χέρι. Ζωγράφιζε μικρομάγαζα και σπιτικά, για λίγη τροφή.
Ετσι περιγράφουν οι μαρτυρίες τον - μετά θάνατο διεθνώς φημισμένο - λαϊκό ζωγράφο, τον οποίο οι καλλιτέχνες και διανοούμενοι της γενιάς του '30 θεωρούσαν «πατριάρχη τους» αναφορικά με την ελληνική πολιτιστική τους «ταυτότητα», Θεόφιλο Χατζημιχαήλ.


 Στα δεκαπέντε του έφυγε από το χωριό του, τη Βαρειά της Μυτιλήνης για τη Σμύρνη (όπου έζησε 15-18 χρόνια). Τριαντάχρονος περίπου, πήγε εθελοντής στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Πρωτότοκος γιος του τσαγκάρη Γαβριήλ Κεφάλα και της Πηνελόπης, κόρης του Μοσχονησιώτη αγιογράφου Κωνσταντίνου, που στο επίθετό του είχε το πρόθεμα «Χατζή». Ο Θεόφιλος, από παιδάκι, κλεινόταν στο υπόγειο του σπιτιού του και έλεγε δικά του τραγούδια. Κι από παιδάκι «κολλημένος» δίπλα στον παππού του (όπως ανέφερε ο αξέχαστος λαογράφος Κίτσος Μακρής, ο οποίος γνώρισε τον Θεόφιλο και διέσωσε πολλές τοιχογραφίες και άλλες ζωγραφιές του στο Πήλιο και το Βόλο) «μπογιάτιζε» συνεχώς. Παιδί ακόμα από το θείο του έμαθε την τέχνη της τοιχογραφίας.

Κι όπως διηγιόταν ο Οδυσσέας Ελύτης, ο αγιογράφος παππούς τα βράδια έλεγε στον εγγονό του Θεόφιλο ιστορίες για τον Μεγαλέξανδρο, τον Εκτορα, τον Ερωτόκριτο. «Πάντα κλεισμένο στον εαυτό του, χωρίς να αποχτήσει μήτε φίλους, μήτε εχθρούς», τον θυμόταν ο ένας αδελφός του. «Ποτές του δε θύμωνε ούτε βλαστημούσε. Ούτε πήγαινε στην εκκλησιά, ούτε μεταλάβαινε», ο άλλος.
Δεκαπεντάχρονος στις Αποκριές ντύθηκε σαν ήρωας του '21. Δεν ξανάβγαλε ποτέ τη φουστανέλα. Το χωριό τον κορόιδευε κι έτσι έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Πήγε στη Σμύρνη. Εμεινε στο σπιτικό της καλόψυχης Μυτιληνιάς χήρας Πολυξένης Χιλιαδά και βοηθούσε στις δουλιές. Οταν είχε χρόνο, έβγαζε μεροκάματο με τη ζωγραφική. Σώθηκαν κάποιες «πηγές» για τη ζωγραφική του στη Σμύρνη, όμως δε σώθηκε κανένας πίνακας ή τοιχογραφία του. Θαύμαζαν τα χρώματά του, μα εκείνος ποτέ δεν αποκάλυψε πώς ακριβώς τα έφτιαχνε. Ο ίδιος έφτιαχνε και τις στολές, τους θώρακες, τα ξίφη, τις ασπίδες που φορούσε.


 Ο Γιάννης Τσαρούχης έγραφε πως ο Θεόφιλος «(...) κάθε 25η Μαρτίου, ντυνόταν με φουστανέλες και πήγαινε στο Βερχανέ του ελληνικού προξενείου». Ντυμένος με αυτά παρίστανε πατριωτικά και ηρωικά θέματα και μετά, μαζί με το «μπουλούκι» του, έβγαζε αναμνηστικές φωτογραφίες (κάποιες σώθηκαν στη Σμύρνη).
Γύρω στα τριάντα του, έφυγε απ' τη Σμύρνη. Περιπλανήθηκε, μέχρι που έφτασε στο Βόλο, όπου κατατάχθηκε εθελοντής στον πόλεμο. Οπως έγραφε ο ίδιος, «βρέθηκε στις μάχες του Βελεστίνου και του Δομοκού, μαζί με άλλους αντάρτες». Κάποια έργα του αντανακλούν τα βιώματά του από τον πόλεμο. Μετά το τέλος του πολέμου έμεινε στις Μηλιές του Πηλίου, κοντά στο Βόλο. Εκεί τον γνώρισε ο Κίτσος Μακρής, που επισήμανε: «Οταν αντιπαραβάλλει κανένας φωτογραφίες του Θεόφιλου με έργα του, αναρωτιέται αν ο ζωγράφος έπλασε τις ζωγραφιές ή εκείνες τον ζωγράφο». Ο Πηλιορείτης προστάτης του Γιάννης Κοντός, που του παράγγειλε να φτιάξει προσωπογραφίες σε χαρτόνι, συνόψισε με μια φράση την περίπτωση Θεόφιλος: «Αυτός ήταν τρελός στο μυαλό και σοφός στα χέρια».


«Πρωτοπόρος» του λαϊκού θεάτρου

Ο αρχαγγελικός οιστρήλατος Λέσβιος λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, που τόνε λέγανε «Τσολιά», γιατί φορούσε μόνιμα την επαναστατική παλικαρίσια φουστανέλα, εξόν από τη ζωγραφική του, που μοσχοβολά χρώματα, ήχους, ρυθμούς, τραγούδια, σκοπούς, χορούς, μουσική, ποίηση, ήτανε βαθιά εμπνευσμένος από το καθαυτό ελληνικό λαϊκό θέατρο.
Η ζωγραφική και το λαϊκό θέατρο, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, ήταν η ανασαμιά του, ρυθμός στην καρδιά του. Μ' αυτά γεννήθηκε και ζούσε. Ητανε το πετσί του, η χαρά, λαχτάρα και αγαλλίασή του. Από φυσική εσωτερική ορμή είχε τον οίστρο να ζωγραφίζει και να λειτουργεί λαϊκό θέατρο, χωρίς να έχει «μόρφωση».
Ηταν από τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος, στα νεοελληνικά χρόνια, που ιερουργούσε, μυσταγωγούσε ελληνικό λαϊκό θέατρο στο Βόλο και στα περίχωρά του, όπου, από το 1909 ως το 1925, έκανε αποκριάτικες θεατρικές παραστάσεις, καθώς και στο νησί του τη Λέσβο, από το 1926 ως το Ι934 οπότε πέθανε.
Ο δικός του «Διθύραμβος»

Τις αποκριάτικες κι άλλες μέρες με παιδιά έφτιαχνε «θίασο», το μπουλούκι, το χορό, κατά την αρχαία τραγωδία. Ντυνότανε και ζωγραφιζόταν ο ίδιος ως Μεγαλέξαντρος, με θώρακα, περικεφαλαία, ασπίδα, κοντάρι, περικνημίδες, όπως ο Καραγκιόζης, στο έργο «Ο Μεγαλέξαντρος και το καταραμένο φίδι». Ισως, είχε δει ο Θεόφιλος το έργο αυτό στο θέατρο σκιών. Ζωγράφιζε το «θίασο», τα αντικείμενα, το χορό, τους ακολούθους, τους «ηθοποιούς», τα πρόσωπά, τα ρούχα τους, με μπογιές, σα να ήτανε Μακεδόνες πολεμιστές, κι έδινε παραστάσεις στους δρόμους και στις πλατείες, όπου παρουσίαζε ψευτομάχες, «γκιόστρες», κονταροχτυπήματα, παρελάσεις. Χειροπιαστή μαρτυρία γι' αυτές τις λαϊκές θεατρικές παραστάσεις είναι φωτογραφίες, που φτάσαν ως εμάς, όπου φαίνεται ο Θεόφιλος ως Μεγαλέξαντρος, με το μπουλούκι του - Μακεδόνες πολεμιστές. Μετά την παράσταση έπαιρνε το θίασο, φωτογραφιζότανε και τις φωτογραφίες τις πουλούσε σαν «καρτ-ποστάλ». Και τούτο, γιατί «πενία τέχνας κατεργάζεται». Σ' όλη του τη ζωή, σαν τον Καραγκιόζη, πεινασμένος ήταν ο Θεόφιλος. Στο τέλος, όσοι τον εκμεταλλεύονταν, και δυστυχώς τον εκμεταλλεύονται ακόμα και σήμερα, του πέταξαν ένα πιάτο χαλασμένα ψάρια. Δηλητηριάστηκε, κι από τους πόνους της καρδιάς του, πέθανε. Ετσι αναφέρει κι η σχετική, ιατρική γνωμάτευση ότι πήγε από «καρδιακό νόσημα».

Δεν ξέρουμε αν είχε λόγια, διάλογο ή στιχάκια από τη «Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου» το λαϊκό δρώμενο που παρουσίαζε ο Θεόφιλος. Αν, όμως είχε, τότε ο εμπνευσμένος από ένστικτο, από φυσικό οίστρο, παρουσίαζε «Διθύραμβο», δηλαδή αυτοσχεδιάσματα, όπως στην αρχαιότητα, όπως περιγράφει ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του. Ο διθύραμβος (η λέξη δεν είναι ελληνική) ήταν αρχικά άσμα - τραγούδι βακχικό που συνοδευόταν από αυλό, είχε σχέση με τη λατρεία στο Διόνυσο και μεταφέρθηκε από τη Φρυγία. Ετσι αναφέρεται από τον 7ο αιώνα από τον Αμφίλοχο και βρίσκεται στις Κυκλάδες και στις Θήβες. Στη λογοτεχνία έφερε το διθύραμβο πρώτος ο Μηθυμναίος, από τη Λέσβο, ο Αρίωνας στην Κόρινθο, στα χρόνια που κυβερνούσε ο Περίανδρος (625 - 585 π.Χ.) ως άσμα αντιστροφικό που το 'ψελνε ο χορός. Ο διθύραμβος είχε τη δυνατότητα ν' αναπτυχθεί δραματικά. Οπως ξεκαθαρίζει ο Αριστοτέλης, από το διθύραμβο γεννήθηκε η τραγωδία.
Ο Θεόφιλος στο «δρώμενο» έπαιζε τον «Μεγαλέξανδρο», δηλαδή ήταν ο «εξάρχων», ο «κορυφαίος».

Ο εξάρχων έκανε την αρχή στο τραγούδι κι απαντούσε ο χορός ή ξανάλεγε την επωδό, το μέρος που ακολουθεί τη στροφή και την αντιστροφή. Η επωδός ήτανε μαγική ωδή, που ψαλλόταν ή απαγγελλόταν για να διωχτεί το κακό. Ηταν γητειά, ξόρκι. Ο κορυφαίος είχε αυτοτέλεια απέναντι στον υπόλοιπο χορό, μόνο στο διάλογο. Στο διθύραμβο, που από ένστικτο, παρουσίαζε ο Θεόφιλος στις αποκριάτικες λαϊκές θεατρικές παραστάσεις, «Διόνυσος» ήταν ο Μεγαλέξαντρος, με τις περιπέτειες και τα παθήματά του. Ο Γιάννης Τσαρούχης ζωγράφισε το Θεόφιλο ντυμένο Μεγαλέξαντρο (λάδι σε μουσαμά 2,22X1,31), που βρίσκεται στο ταλαιπωρημένο Μουσείο Τεριάντ, στη λεσβιακή Βαρειά.

Ο Θεόφιλος έκανε πραγματικά λαϊκό θέατρο, μα δε βρέθηκε κανένας από τους «βαθυστόχαστους» - κατά τους «αθυρόστομους» ή «κουραδοθεοφιλικούς» - ερευνητές να γράψει μιαν αράδα γι' αυτήn την προσφορά του στην ελληνική λαϊκή τέχνη και παράδοση.
Βαδίζουν στα ...χνάρια του

Πάνω στ' αχνάρια του Θεόφιλου, το 1977, μια ομάδα νέων δημιούργησε το Πολιτιστικό Κέντρο - Φιλότεχνο Ομιλο Μυτιλήνης «Ο Θεόφιλος», που το θεατρικό του τμήμα ξεκίνησε το 1979 με την κωμωδία «Ο αφελής» του Δ. Ψαθά. Στη συνέχεια παρουσίασε και λαϊκό θέατρο, με λεσβιακά έργα σε ντοπιολαλιά. Τώρα γιορτάζει τα τριαντάχρονά του, με δράση σε όλα τα τμήματά του.
Το 1995, σε μια ξυλαποθήκη στη Μυτιλήνη, δημιούργησε αίθουσα Θεάτρου - Τεχνών, όπου λειτουργούν: 1) Τμήμα Θεάτρου (στούντιο). 2) Τμήματα λογοτεχνίας, μουσικής, ζωγραφικής. 3) «Λεσβιακής Βιβλιοθήκης», με αρχειακό υλικό. Εκδίδει το περιοδικό Λεσβιακών Γραμμάτων -Τεχνών «Μυτιλήνη» (5 τόμοι). 4) Αίθουσα κινηματογράφου του ΦΟΜ, με προβολές και συναντήσεις.
Το θεατρικό τμήμα, στα 30 χρόνια του, παρουσίασε τα έργα: 1979, «Ο αφελής» Δ. Ψαθά. 1980, «Αφαλοτρυπίδα», λεσβιακή μουσική επιθεώρηση, Σ. Αναστασέλλη - Β. Χατζημανώλη. 1981 «Μικροί φαρισαίοι», Δ. Ψαθά. 1982, «Γι' ανάπουδους», λεσβιακή ηθογραφία, Γ. Πασπάτη. Ι984, «Εξοχικό κέντρο "Ο Ερως"», Δ. Ψαθά. 1987, «Το νησί της Αφροδίτης», Αλ. Πάρνη. 1988, «Η ρουδιά», κωμωδία σε μυτιληνιά ντοπιολαλιά, Α. Αραβανόπουλου. 1988, «Τέσσερα μονόπρακτα», Μουρσελά, Ουίλιαμς, Χεμινγουέι, Στρίντμπεργκ. 1989, «Ηλέκτρα», Σοφοκλή. 1990, «Η βεγγέρα», Η. Καπετανάκη. 1991, «Εκκλησιάζουσες» Αριστοφάνη. 1992, «Δελησταύρου και υιός», Α. Σακελλάριου. 1992, «Ο κλέψας... του κλέψαντος», Ντάριο Φο. 1993, «Υλικό Αντιγόνης», βασισμένο στην τραγωδία του Σοφοκλή. 1995, «Πάροδος Θηβών» και «Γράμμα στον Ορέστη», Ι. Καμπανέλλη. 1995, «Φαύστα», Μποστ. 1997, «Περπατώ εις το δάσος», παιδικό Στλ. Μιχαηλίδου. 1997, «Η Μυτιλήν μας... ένα τρανό χουριό», λεσβιακή επιθεώρηση Β. Χατζημανώλη -Α. Μηνά. 1997 «Φιλονικία», Μαριβώ. 1998, «Η Σαμία», Μενάνδρου. 1998, «Με δύναμη από την Κηφισιά», Κεχαΐδη - Χαβιαρά. 1999, «Αποκάλυψις», δραματοποίηση Α. Σεφτελή. 2002, «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν», E. Λαμπίς. 2004 - 5, «Δον Ζουάν», Μολιέρου. 2005, «Τίτα-Λου», Κάθριν Ανν. 2005, «Η στρίγκλα που έγινε αρνάκι», Σαίξπηρ. 2006, «Το αυγό», μονόπρακτα Μουρσελά, Πίντερ, Σκοπελίτη, Ουίλιαμς. 2007, «Οδυσσέα γύρισε σπίτι», Ι. Καμπανέλλη. 2007, «Πάρτι γενεθλίων», Χ. Πίντερ.


Ο ΦΟΜ «Ο Θεόφιλος» συμμετείχε στα εξής Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου: Ευρωπαϊκό - Διεθνές Γκόπιμγκεν Γερμανίας, εκπροσωπώντας την Ελλάδα, με τις «Εκκλησιάζουσες» (21-11-1992). 10ο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου, στο Μονακό και στο 21ο Κονγκρές ΙΑΤΑ, με τις «Εκκλησιάζουσες» (28-9-Ι993). Στην Ελλάδα και στις 12 «Συναντήσεις» Ερασιτεχνικών Θιάσων Αιγαίου. Στη συνάντηση «Θεατρικές Αναζητήσεις στο Αιγαίο 95» του Πνευματικού Ιδρύματος Σάμου «Ν. Δημητρίου» (Πυθαγόρειο 2-7/3/95), με τα μονόπρακτα Ι. Καμπανέλλη «Πάροδος Θηβών» και «Γράμμα στον Ορέστη». Στο 12ο Πανελλήνιο Ερασιτεχνικού Θεάτρου (Καρδίτσα 23-30/3/96), με τα ίδια μονόπρακτα. Πήρε βραβείο καλύτερης παράστασης, α' σκηνοθεσίας, γυναικείου ρόλου, δεύτερου ανδρικού ρόλου. Στο Αρχαίο Θέατρο Μυτιλήνης, με τα ίδια μονόπρακτα, δίνοντας θεατρική ζωή στο αρχαίο θέατρο ύστερα από τόσους αιώνες (1-9-1996).

Στο υπαίθριο αμφιθέατρο του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Μυτιλήνης, με τη «Σαμία» του Μαινάνδρου (8-7-1998). Στο θέατρο Αναβρύτων, στο «Πολιτιστικό Καλοκαίρι 2000» Δήμου Αμαρουσίου, με την «Αποκάλυψη» (2-10-2000). Στην Ισπανία στο Διεθνές της Γκιρόνα, με την «Αποκάλυψη» (Σεπ. 2004). Στο Παγκύπριο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου, με τον «Δον Ζουάν» του Μολιέρου, Κύπρος (Ιαν. 2005).

Ο ΦΟΜ «Ο Θεόφιλος» είναι μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ερασιτεχνικού θεάτρου (ΑΙΤΑ/ΙΑΤΑ) και της Ομοσπονδίας Ερασιτεχνικού Θεάτρου Αιγαίου.
 Πέρασε και περνά πολύ δύσκολες οικονομικές περιπέτειες, για το νοίκι που πρέπει να πληρώνει στο ξυλάδικο. Ο παθιασμένος με τις τέχνες πρόεδρός του, ποιητής Περικλής Μαυρογιάννης, στ' αχνάρια που χάραξε ο Θεόφιλος, παλεύει και με χίλια ζόρια τα καταφέρνει. Γι' αυτή τη δραστηριότητά του στάθηκε κι ο πρώτος πρόεδρος στην Ομοσπονδία Ερασιτεχνικού Θεάτρου Αιγαίου. Καλά πενηντάχρονα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου