Επιλογή γλώσσας

Κυριακή 2 Ιουνίου 2019

Απόφαση της Ε.Ε της Κομμουνιστικής Διεθνούς για την αυτοδιάλυσή της.

Η ΚΕ του ΚΚΕ σε συνεδρίασή της εγκρίνει, 2/6/1943, την Απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς για την αυτοδιάλυσή της.

 Οπως εκτίμησε το Κόμμα στο 18ο Συνέδριό του, «η σοβαρά λαβωμένη ιδεολογική ενότητα και η έλλειψη της οργανωτικής σύνδεσης των ΚΚ, με τη διάλυση της ΚΔ, δεν επέτρεψαν τη διαμόρφωση μιας αυτοτελούς ενιαίας στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στη στρατηγική του διεθνούς ιμπεριαλισμού (...)».


 Η «αυτοδιάλυση» της Γ' Κομμουνιστικής Διεθνούς

Από τις 10 του Ιούνη 1943 έπαψε και τυπικά να υπάρχει, με απόφαση που πάρθηκε και δημοσιοποιήθηκε από το Προεδρείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς για την αυτοδιάλυσή της. Μια απόφαση που σημάδεψε την ιστορία του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και τη μετέπειτα πορεία του. Η διαδικασία «αυτοδιάλυσης» ολοκληρώθηκε με τη γνωστοποίηση των αποφάσεων των κομμάτων στο Προεδρείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τις οποίες και συζήτησε στην τελευταία συνεδρίασή του στις 8 του Ιούνη 1943.
Η Κομμουνιστική Διεθνής γεννήθηκε μέσα από την ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση σε ζητήματα στρατηγικής - ταχτικής του διεθνούς εργατικού κινήματος στους κόλπους της Β' Διεθνούς, αντιπαράθεση οξύτατη ανάμεσα στους οπορτουνιστές της ηγεσίας της με επικεφαλής τον Κάουτσκι και στους συνεπείς μαρξιστές ηγέτες με επικεφαλής τον Β. Ι. Λένιν, παραμονές της έναρξης του Α' Παγκόσμιου Πολέμου.

Στο ζήτημα της ταχτικής των κομμάτων της εργατικής τάξης απέναντι στις ιμπεριαλιστικές εμπόλεμες κυβερνήσεις διεξήχθη οξύτατη διαπάλη. Γιατί παρά τις αποφάσεις των Συνεδρίων της Β΄ Διεθνούς (Βασιλεία, Στουτγάρδη) για το χαρακτήρα του πολέμου (ιμπεριαλιστικός), στο ζήτημα του καθορισμού της ταχτικής του διεθνούς εργατικού κινήματος (μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο και πάλη του εργατικού κινήματος σε κάθε χώρα ενάντια στην κυβέρνηση έως την ανατροπή της), οι οπορτουνιστές ηγέτες της Β' Διεθνούς τάχτηκαν με τις κυβερνήσεις των χωρών τους στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, προβάλλοντας το ζήτημα της «άμυνας της πατρίδας» και συναινώντας έτσι στη σφαγή των λαών. Η διάσπαση ήταν αναπόφευκτη. Η ταχτική των συνεπών μαρξιστών και του Λένιν δικαιώθηκε με τη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση.

Ο Λένιν μιλάει στους αντιπροσώπους του πρώτου Συνεδρίου της Γ΄ Διεθνούς
 Τυπικά η Γ' Κομμουνιστική Διεθνής ιδρύθηκε το Μάρτη του 1919. Ουσιαστικά η ιδεολογική της βάση ήταν ο «μπολσεβικισμός», δηλαδή ο μαρξισμός - λενινισμός. Οι βάσεις για την ίδρυσή της μπήκαν στη διαπάλη με τον οπορτουνισμό στη Β' Διεθνή. Πώς πάρθηκε η απόφαση; Σχετικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα, της διάλυσης της Διεθνούς, για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα ο Ου. Φόστερ σημειώνει: «Στις 22 του Μάη 1943 η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς έκανε γνωστή στον κόσμο μια απόφαση με την οποία προτεινόταν: "Να διαλυθεί η Κομμουνιστική Διεθνής σαν καθοδηγητικό κέντρο του διεθνούς εργατικού κινήματος και τα τμήματά της ν' απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καταστατικό της Κομμουνιστικής Διεθνούς και τις αποφάσεις των Συνεδρίων της". Η απόφαση έλεγε: "Το Προεδρείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, μη μπορώντας, λόγω των συνθηκών, που δημιούργησε ο παγκόσμιος πόλεμος, να συγκαλέσει συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, υποβάλλει για έγκριση στα τμήματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς την παρακάτω πρόταση" (διάλυσης). Την απόφαση την υπέγραφαν τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς: Γκότβαλντ, Ντιμιτρόφ, Ζντάνοφ, Κολάροφ, Κόπλενιγκ, Κουούσινεν, Μανουίλσκι, Μαρτί, Πικ, Τορέζ, Φλορίν και Ερκολι (Τολιάτι), και την υποστήριζαν με τις υπογραφές τους αντιπρόσωποι των Κομμουνιστικών Κομμάτων της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Φινλανδίας, της Ρουμανίας, της Ουγγαρίας. Η απόφαση πάρθηκε ομόφωνα στις 15 του Μάη 1943 στη Μόσχα»1.

 Η απόφαση δημοσιοποιήθηκε στην εφημερίδα «Πράβντα» και στο περιοδικό «Κομουνίστ».
Η συζήτηση του Προεδρείου ξεκίνησε στις 13 του Μάη 1943. Σ' αυτήν συμμετείχαν: «Τα μέλη του Προεδρείου της ΕΕ της ΚΔ, Γ. Δημητρώφ, Δ. Μανουίλσκι, Β. Πικ, Μ. Τορέζ, Α. Μαρτί, Ι. Κοπλένιγκ, Β. Κολάροφ. Τα μέλη και τα αναπληρωματικά μέλη της ΕΕ της ΚΔ, Δ. Ιμπαρούρι, Μ. Ράκοσι, Β. Ούλμπριχτ, Γ. Σβέρμα, Βολφ (Μ. Φάρκας), οι αντιπρόσωποι των κομμάτων, Α. Πάουκερ (Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρουμανίας), Βλάσοφ (Βλάχοβιτς) (Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας), Ι. Λέχτινεν (Κομμουνιστικό Κόμμα της Φινλανδίας)»2.

Η απόφαση του Προεδρείου κοινοποιήθηκε στα κόμματα - τμήματα της Γ΄ Διεθνούς προκειμένου να αποφασίσουν αν θα την κάνουν αποδεκτή, αφού στις συγκεκριμένες συνθήκες του πολέμου κρίθηκε αδύνατη η διεξαγωγή Συνεδρίου της Διεθνούς για να αποφασιστεί αυτό το θεμελιακής σημασίας ζήτημα.

Στην απόφαση αναφέρεται: «Από τις 10 του Ιούνη 1943 η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το Προεδρείο και η Γραμματεία της Εκτελεστικής Επιτροπής, καθώς και η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου θεωρούνται διαλυμένες»3.

Στην ίδια απόφαση αναφερόταν:
«1. Η πρόταση για διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς εγκρίθηκε ομόφωνα απ' όλα τα τμήματα (συμπεριλαμβανομένων και των πιο σημαντικών) που μπόρεσαν να γνωστοποιήσουν την απόφασή τους.
 2. Αρχίζοντας από τις 10 του Ιούνη 1943 η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το Προεδρείο και η Γραμματεία της Εκτελεστικής Επιτροπής καθώς και η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου θεωρούνται διαλυμένες.
3. Αναθέτει σε μια επιτροπή, αποτελούμενη από τους Ντιμιτρόφ (πρόεδρο), Μ. Ερκολι (Τολιάτι), Ντμίτρι Μανουίλσκι και Βίλχελμ Πικ, να διευθετήσει τις υποθέσεις, να διαλύσει τα όργανα, να απαλλάξει το προσωπικό και να εκκαθαρίσει τα περιουσιακά στοιχεία της Κομμουνιστικής Διεθνούς»4.

Την απόφαση υπέγραψε για το Προεδρείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς ο Γκ. Ντιμιτρόφ με ημερομηνία 10 του Ιούλη 1943.

Την πρόταση για διάλυση της Διεθνούς είχαν εγκρίνει ομόφωνα 31 κόμματα. Αυτά μπόρεσαν να κάνουν γνωστή την απόφασή τους στο Προεδρείο και ήταν: «Τα Κομμουνιστικά Κόμματα Αυστραλίας, Αυστρίας, Αργεντινής, Βελγίου, Βουλγαρίας, Μεγάλης Βρετανίας, Ουγγαρίας, Γερμανίας, Ιρλανδίας, Ισπανίας, Ιταλίας, Καναδά, Κίνας, Κολομβίας, Κούβας, Μεξικού, Ρουμανίας, Συρίας, Σοβιετικής Ενωσης, Ουρουγουάης, Φινλανδίας, Γαλλίας, Τσεχοσλοβακίας, Χιλής, Ελβετίας, Σουηδίας, Γιουγκοσλαβίας, το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Καταλονίας, το Εργατικό Κόμμα Πολωνίας και η Κομμουνιστική Διεθνής Νέων»5.

Η Κομμουνιστική Διεθνής Νέων (ήταν η Διεθνής των Κομμουνιστικών Νεολαιών) συμμετείχε στη Διεθνή, ως τμήμα της, όπως και τα Κομμουνιστικά Κόμματα.

Ο Λένιν στο προεδρείο του πρώτου Συνεδρίου της Γ΄ Διεθνούς
Η αιτιολόγηση της διάλυσης

Γιατί πάρθηκε η απόφαση αυτοδιάλυσης της Διεθνούς; Είναι ένα ερώτημα το οποίο απασχολεί, με δεδομένη την αναγκαιότητα της διεθνούς ενότητας δράσης του κομμουνιστικού κινήματος, την αναγκαιότητα της ενιαίας στρατηγικής απέναντι στο διεθνή ιμπεριαλισμό, ο οποίος επίσης έχει ενιαία στρατηγική ενάντια στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα.
Σύμφωνα με την απόφαση του Προεδρείου, η διάλυση της Διεθνούς κρίθηκε αναγκαία γιατί «η οργανωτική μορφή συνένωσης των εργατών, που διάλεξε το πρώτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς και που ανταποκρινόταν στις ανάγκες της αρχικής περιόδου αναγέννησης του εργατικού κινήματος, ξεπερνιόταν ολοένα και περισσότερο στο βαθμό που αναπτυσσόταν το κίνημα αυτό και γίνονταν περίπλοκα τα προβλήματά του στις διάφορες χώρες, ή και μάλιστα γινόταν εμπόδιο στην παραπέρα εδραίωση των εθνικών εργατικών κομμάτων»6.

Υπήρχε επίσης η εκτίμηση ότι «η πανεθνική άνοδος και η κινητοποίηση των μαζών για την πιο γρήγορη νίκη κατά του εχθρού μπορούν καλύτερα και πιο καρποφόρα να πραγματοποιηθούν από την πρωτοπορία του εργατικού κινήματος της κάθε χώρας στα πλαίσια του κράτους της»7.

Φαίνεται λοιπόν ότι υπήρχαν προβληματισμοί από ηγέτες διαφόρων κομμάτων, αλλά και από ηγετικά στελέχη της Διεθνούς ότι η Διεθνής παρεμποδίζει την αυτοτέλεια στη δράση των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Τέτοιοι προβληματισμοί εκφράζονταν ακόμη πριν τον πόλεμο. Ακόμη φαίνεται πως αυτό το ζήτημα, ακόμη και αν ήταν υπαρκτό, μπορούσε να αντιμετωπιστεί στα πλαίσια της Διεθνούς, και όχι να οδηγήσει στην άποψη για διάλυσή της.

Το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η Εκτελεστική της Επιτροπή8«συνιστούσε να μην αναμειγνύεται άμεσα στις εσωτερικές οργανωτικές υποθέσεις των Κομμουνιστικών Κομμάτων». Για παράδειγμα, ο Μ. Τορέζ, κατά τη συζήτηση στο Προεδρείο του ζητήματος της διάλυσης της Διεθνούς, αφού την υποστήριξε, είπε: «Η παλιά μορφή διεθνούς συνένωσης των εργατών ξεπεράστηκε. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα ήδη πριν από τον πόλεμο αναπτυσσόταν χάρη στην εφαρμογή της πολιτικής του λαϊκού μετώπου. Τώρα στη Γαλλία μετά την κατάχτησή της από τους χιτλερικούς δημιουργήθηκε η βάση για ένα πλατύτατο "εθνικό μέτωπο"». Ο Τορέζ είπε επίσης ότι η απόφαση για τη διάλυση «θα συμβάλει στη διεύρυνση του εθνικού αντιχιτλερικού μετώπου στη Γαλλία»9.

Επίσης, ο Τολιάτι στην αυτοβιογραφία του, σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, έδωσε την εξής εξήγηση: «Από τότε που το κομμουνιστικό κίνημα είχε φουντώσει στις μεγαλύτερες χώρες της Ευρώπης, η Διεθνής είχε αλλάξει βαθιά τη διάρθρωσή της. Τα εθνικά τμήματα είχαν αναπτύξει τη δράση τους με πλέρια αυτονομία, ακολουθώντας ωστόσο μια κοινή γραμμή. Το προτσές δημιουργίας ενός καινούριου στρώματος καθοδηγητών του εργατικού ευρωπαϊκού κινήματος είχε φτάσει σε καταπληκτικά αποτελέσματα και κάθε κόμμα μπορούσε να τραβήξει μπροστά μόνο του. Η απόφαση να διαλυθεί η Κομμουνιστική Διεθνής σαν συγκεντρωτική οργάνωση δεν ήταν επομένως τίποτε άλλο παρά η τυπική αναγνώριση ενός τετελεσμένου γεγονότος, μιας αλλαγής και μιας ανάπτυξης που είχαν πια πραγματοποιηθεί»10.

Επομένως, ορισμένοι ηγέτες Κομμουνιστικών Κομμάτων θεωρούσαν ήδη τελειωμένη υπόθεση τη Διεθνή, σύμφωνα με τις παραπάνω τοποθετήσεις, γεγονός που δείχνει ότι δεν υπήρχαν πλέον περιθώρια για διαφορετική αντιμετώπιση.

Βεβαίως, πρέπει να πούμε ότι τα Κομμουνιστικά Κόμματα είχαν αυτοτέλεια στη δράση τους στη δική τους χώρα το καθένα και δεν τα εμπόδιζε σ' αυτό η Διεθνής. Δεν υπήρχε ζήτημα «επέμβασης της Διεθνούς στις οργανωτικές υποθέσεις των Κομμάτων». Αλλωστε, η Κομμουνιστική Διεθνής επεξεργαζόταν και εξασφάλιζε την εφαρμογή της στρατηγικής και ταχτικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Το γεγονός ότι υπήρχαν πολύ πριν την απόφαση προβληματισμοί σε σχέση με την πορεία και την αναγκαιότητα ύπαρξης της Διεθνούς φαίνεται και από δύο ζητήματα που θέτει ο Φόστερ.

Το ένα είναι ότι «οι κομμουνιστές έκριναν πως η αναστολή του ανεκτίμητου δικαιώματος διεθνούς οργάνωσης αποτελεί πραγματική θυσία, που έπρεπε να γίνει για το κέρδισμα του πολέμου και για τη διευκόλυνση της διαφύλαξης της ειρήνης στη μεταπολεμική περίοδο»11. Εδώ ο Φόστερ μιλά για αναστολή της δράσης της Διεθνούς.

Το δεύτερο είναι ότι «στην αρχική πρόταση διάλυσης τονιζόταν το εξής: "Η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς καθοδηγήθηκε από τις ίδιες αρχές, όταν έλαβε υπόψη και συμφώνησε με την απόφαση του Κομμουνιστικού Κόμματος των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής, του Νοέμβρη του 1940, να βγει από την Κομμουνιστική Διεθνή"»12.

Επιβεβαιώνει δε ότι «πολύ ακόμα καιρό πριν από τον πόλεμο γινόταν όλο και πιο σαφές πως όσο γινόταν πιο περίπλοκη, τόσο η εσωτερική, όσο και η διεθνής κατάσταση κάθε χώρας, η λύση των προβλημάτων του εργατικού κινήματος κάθε χώρας με τη μεσολάβηση ενός διεθνούς κέντρου θα προσκρούσει σε αξεπέραστες δυσκολίες»13.

Ο Φόστερ επίσης εκτιμά πως «η όλο και πιο ισχυρή πεποίθηση των ηγετικών κύκλων της Κομμουνιστικής Διεθνούς ότι η οργάνωση έπρεπε να διαλυθεί, εξηγεί τη σχετικά περιορισμένη δράση της στην περίοδο των πρώτων ετών του πολέμου»14.

Ο ίδιος επίσης επισημαίνει ότι «η ιστορική αυτή απόφαση πάρθηκε ακριβώς στην αποφασιστική στιγμή του αγώνα για το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου. Αυτό το μέτωπο ήταν εξαιρετικά αναγκαίο για την επίτευξη μιας γρήγορης και αποφασιστικής νίκης, αλλά οι αντιδραστικές δυνάμεις της Δύσης (που πίστευαν κι αυτές τα ψέματα του Γκαίμπελς σχετικά με την Κομμουνιστική Διεθνή) αντιτάσσονταν στο άνοιγμά του. Χωρίς αμφιβολία η ευνοϊκή εντύπωση που προκάλεσε σ' όλο τον αστικό κόσμο η διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς συνέβαλε σε αποφασιστικό βαθμό στο να εξαλειφθεί αυτή η αντίθεση. 
Μόλις λίγους μήνες αργότερα (το Νοέμβρη - Δεκέμβρη 1943), συνήλθε η περίφημη διάσκεψη της Τεχεράνης, όπου καθορίστηκε, επιτέλους, η οριστική ημερομηνία για το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου»15.

Ο Ι.Β. Στάλιν σε συνέντευξη στον ανταποκριτή του πρακτορείου «Ρόιτερ» Χάρολντ Κινγκ, αιτιολογεί το γεγονός της διάλυσης της Διεθνούς ως εξής:
«Η διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι σωστή, γιατί:
α) Ξεσκεπάζει τα ψέματα των χιτλερικών ότι τάχα η Μόσχα έχει την πρόθεση να αναμειχθεί στη ζωή άλλων κρατών και να τα "μπολσεβικοποιήσει". Από δω και πέρα μπαίνει τέρμα στο ψέμα αυτό.
β) Ξεσκεπάζει τη συκοφαντία των αντιπάλων του κομμουνισμού στο εργατικό κίνημα, ότι τάχα τα κομμουνιστικά κόμματα των διαφόρων χωρών ενεργούν όχι προς το συμφέρον του λαού τους, αλλά σύμφωνα με οδηγίες απ' έξω. Από δω και πέρα μπαίνει τέρμα και σ' αυτή τη συκοφαντία.
γ) Διευκολύνει το έργο των πατριωτών στις φιλελεύθερες χώρες για την ένωση των προοδευτικών δυνάμεων της χώρας τους, ανεξάρτητα σε ποιο κόμμα ανήκουν και ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, σ' ένα ενιαίο εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο για τη διεξαγωγή του αγώνα ενάντια στο φασισμό.
δ) Διευκολύνει το έργο των πατριωτών σ' όλες τις χώρες για την ένωση όλων των φιλελεύθερων λαών σ' ένα ενιαίο διεθνές μέτωπο, για τον αγώνα ενάντια στον κίνδυνο παγκόσμιας κυριαρχίας του χιτλερισμού, εξομαλύνοντας έτσι το δρόμο για την οργάνωση στο μέλλον της συνεργασίας των λαών με βάση την ισοτιμία»16.
Το προεδρείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς μετά το 7ο Συνέδριο. Διακρίνονται οι Γκ. Δημητρώφ, Π. Τολιάτι, Β. Φλορίν, Βαν Μιν, Μανουίλσκι, Β.Πικ, Γκότβαλντ και Οτο Κούσινεν
Μερικά ερωτήματα

Από την αιτιολόγηση του Στάλιν, αλλά και την αναφορά του Φόστερ, που συνδυάζει τη διάλυση της Διεθνούς με το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου, φαίνεται σαν αυτή η απόφαση να συσχετιζόταν με την πορεία του πολέμου και την αναγκαιότητα να τερματιστεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Φαίνεται επίσης ότι η χιτλερική προπαγάνδα χρησιμοποιούνταν από την αστική προπαγάνδα των άλλων εμπόλεμων κρατών ενάντια στην όσο το δυνατόν πλατύτερη συσπείρωση των λαών στα εθνικοαπελευθερωτικά μέτωπα κατά του γερμανικού ιμπεριαλισμού, με δεδομένη την κατάχτηση μέσα στον απελευθερωτικό αγώνα της πρωτοπορίας των Κομμουνιστικών Κομμάτων, τα οποία είχαν αναδειχτεί σε ηγέτιδες πολιτικές δυνάμεις σ' αυτόν τον αγώνα. Βεβαίως, τον αγγλοαμερικανικό ιμπεριαλισμό τον ανησυχούσε αυτή η πραγματικότητα, των οπλισμένων λαών που καθοδηγούνταν από τα Κομμουνιστικά Κόμματα, σε σχέση με τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού κόσμου και την προοπτική ανατροπής, από την εξουσία, της αστικής τάξης σε μια σειρά από χώρες.

Ετσι, η απόφαση για διάλυση της Διεθνούς, από τα ντοκουμέντα που έως τώρα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, αιτιολογείται σαν κάτι ανάμεσα σε αναγκαίο συμβιβασμό σχετικά με τον πόλεμο και τον «αντιχιτλερικό συνασπισμό», με άνισο υπέρ των καπιταλιστικών κρατών συσχετισμό δυνάμεων, και σε προβληματισμούς για αλλαγή της οργανωτικής μορφής της Διεθνούς.
Δικαιολογείται όμως μια τέτοια απόφαση από άποψη αρχών ακόμη και σαν συμβιβασμός; `Η μήπως όντως υπήρχαν σκέψεις για μια διαφορετική μορφή οργάνωσης της Διεθνούς μεταπολεμικά και υπήρξε συνδυασμός στους λόγους που πάρθηκε τη συγκεκριμένη στιγμή η απόφαση; Η ίδρυση του «Διεθνούς Γραφείου Πληροφοριών» το 1947, από ορισμένα Κομμουνιστικά Κόμματα, δείχνει ότι παρά τη διάλυση της Γ΄ Διεθνούς, ανιχνεύονταν οι δυνατότητες και οι δρόμοι για την ενότητα δράσης του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Αλλά το ερώτημα παραμένει. Γιατί η ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος είναι ζήτημα στρατηγικής σημασίας.

Βεβαίως, δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο ότι οι συνθήκες του πολέμου, οι από το 7ο Συνέδριο της Διεθνούς αποφάσεις για το «Αντιφασιστικό Μέτωπο» και η πραγματοποίησή του με το χαρακτήρα εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου στον πόλεμο, σε συνδυασμό με την πίεση τμημάτων της αστικής τάξης για «εθνική ενότητα», ερμηνεύονταν με τέτοιο τρόπο από κάποιες δυνάμεις που τις οδήγησε - κάτω και από την πίεση της αστικής προπαγάνδας - στην οπορτουνιστική άποψη ότι δε χρειάζεται αυτοτελές Κομμουνιστικό Κόμμα. Σχετικά μ' αυτό ο Φόστερ αναφέρει: «Πολλά αστικά στοιχεία ζήτησαν η διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς να ακολουθηθεί από τη διάλυση των εθνικών κομμάτων, πράγμα που δεν πρότεινε καθόλου η απόφαση. Πραγματικά ύστερα από λίγους μονάχα μήνες, στο Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ ο οπορτουνιστής Browder αποπειράθηκε να πραγματοποιήσει αυτό το αστικό αίτημα επιδιώκοντας να διαλύσει το κόμμα»17.

Αλλά το γεγονός ότι εκφράζονταν πριν τον πόλεμο προβληματισμοί σε σχέση με τη μη αναγκαιότητα ύπαρξης της Διεθνούς, ως παγκόσμιας οργάνωσης της εργατικής τάξης, σε αντιπαραβολή με την αυτοτέλεια των Κομμουνιστικών Κομμάτων, από τους ηγέτες κάποιων εξ αυτών, φαίνεται επίσης ότι επέδρασε στην απόφαση για τη διάλυσή της.
 
Η τοποθέτηση του ΚΚΕ στο 18ο Συνέδριο

Το ΚΚΕ στην Απόφαση του 18ου Συνεδρίου στο δεύτερο θέμα «Eκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό» στάθηκε και στη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, στις εξελίξεις σε αυτό, στη διάλυση της Διεθνούς και στην επίδραση στις εξελίξεις, που οδήγησαν στην ανατροπή του σοσιαλισμού και στην αντεπανάσταση. Το ΚΚΕ στην Απόφαση του Συνεδρίου του τονίζει: «Aνεξάρτητα από τις αιτίες που οδήγησαν στη διάλυση της Kομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), είναι αντικειμενική η ανάγκη, το κομμουνιστικό κίνημα, σε διεθνές επίπεδο, να διαμορφώνει ενιαία επαναστατική στρατηγική, να σχεδιάζει και να συντονίζει τη δράση του». Ας δούμε ολόκληρο το απόσπασμα της Απόφασης.

«27. Oι εξελίξεις στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, τα ζητήματα στρατηγικής του έπαιξαν σοβαρό ρόλο στην ταξική πάλη σε παγκόσμιο επίπεδο και στη διαμόρφωση του συσχετισμού των δυνάμεων18.

Προβλήματα ιδεολογικής και στρατηγικής ενότητας εκδηλώθηκαν σε όλη την πορεία της KΔ, σχετικά με το χαρακτήρα της επανάστασης, το χαρακτήρα του επερχόμενου πολέμου μετά την άνοδο του φασισμού στη Γερμανία19 και τη στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία.

Oι οπορτουνιστικές ομάδες μέσα στο KK των μπολσεβίκων (τροτσκιστές - μπουχαρινικοί) συνδέθηκαν και με τη διαπάλη που εξελισσόταν μέσα στην Kομμουνιστική Διεθνή για τη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, στο 6ο Συνέδριο της KΔ, ο Mπουχάριν, ως πρόεδρος της KΔ, υποστήριξε δυνάμεις μέσα στα KK και την KΔ που υπερέβαλαν τη "σταθεροποίηση του καπιταλισμού" και την αδυναμία εμφάνισης νέας επαναστατικής ανόδου, εξέφραζαν διαθέσεις συνεννόησης με τη σοσιαλδημοκρατία, ειδικά τη λεγόμενη "αριστερή", κλπ.
Xαλάρωση της λειτουργίας της KΔ ως ενιαίου κέντρου είχε εμφανιστεί πολλά χρόνια πριν την αυτοδιάλυσή της (1943)20. H διάλυση της KΔ (Mάης 1943), παρά τα προβλήματα ενότητας που αυτή είχε και ανεξάρτητα από το αν αυτή μπορούσε να διατηρηθεί ή όχι, στέρησε από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα το κέντρο και τη δυνατότητα συντονισμένα να επεξεργαστεί την επαναστατική στρατηγική για τη μετατροπή του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ή στην ξένη κατοχή σε αγώνα για την εξουσία, ως ενιαίο καθήκον που αφορούσε το κάθε KK στις συνθήκες της δικής του χώρας21.

Aνεξάρτητα από τις αιτίες που οδήγησαν στη διάλυση της KΔ, είναι αντικειμενική η ανάγκη, το κομμουνιστικό κίνημα, σε διεθνές επίπεδο, να διαμορφώνει ενιαία επαναστατική στρατηγική, να σχεδιάζει και να συντονίζει τη δράση του. O βαθύτερος προβληματισμός για τη διάλυση της KΔ πρέπει να παίρνει υπόψη μια σειρά εξελίξεις22,όπως: Tο σταμάτημα της δράσης της Kόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς, το 1937, επειδή η συντριπτική πλειοψηφία των τμημάτων της ενώθηκε με τις μαζικές ρεφορμιστικές ενώσεις ή προσχώρησε σε αυτές. Tην απόφαση του 6ου Συνεδρίου της Kομμουνιστικής Διεθνούς των Nέων (1935), σύμφωνα με την οποία η πάλη ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο απαιτούσε την αλλαγή του χαρακτήρα των Eνώσεων της Kομμουνιστικής Nεολαίας, στη βάση της οποίας πραγματοποιήθηκαν συνενώσεις KN με Σοσιαλιστικές Νεολαίες (π.χ. στην Iσπανία, στη Λετονία), κ.ά.

O πόλεμος διαμόρφωσε συνθήκες μεγάλης όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό πολλών χωρών, όμως η αντιφασιστική πάλη οδήγησε στην ανατροπή της αστικής εξουσίας, με την καθοριστική υποστήριξη των λαϊκών κινημάτων από τον Kόκκινο Στρατό, μόνο σε χώρες της
 Kεντρικής και Aνατολικής Eυρώπης.

Στην καπιταλιστική Δύση, τα KK δε διαμόρφωσαν στρατηγική μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή του απελευθερωτικού αγώνα σε πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. H στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος δεν αξιοποίησε το γεγονός ότι η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας περιεχόταν στον αντιφασιστικό - απελευθερωτικό χαρακτήρα του ένοπλου αγώνα για μια σειρά χώρες, ώστε να θέσει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας, αφού ο σοσιαλισμός και η κομμουνιστική προοπτική αποτελούν τη μόνη εναλλακτική λύση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα.

H έλλειψη τέτοιας στρατηγικής σε KK δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον αρνητικό συσχετισμό δύναμης, λόγω της στρατιωτικής παρουσίας των αμερικανικών και βρετανικών στρατευμάτων σε μια σειρά χώρες της Δυτικής Eυρώπης. Tα KK οφείλουν να διαμορφώνουν τη στρατηγική τους ανεξάρτητα από το συσχετισμό δύναμης. Σημειώθηκε σταδιακή υποχώρηση από τη θέση ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δε μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, επομένως και ενδιάμεση πολιτική εξουσία ανάμεσα στην αστική και την επαναστατική εργατική εξουσία.

H θέση αυτή ισχύει ανεξάρτητα από το συσχετισμό δυνάμεων, ανεξάρτητα από το πρόβλημα που μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επιτάχυνση των εξελίξεων, π.χ., όξυνση ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, ιμπεριαλιστικός πόλεμος, αλλαγές στη μορφή της αστικής εξουσίας που μπορεί να προκληθούν.

28. Mετά τη λήξη του B΄ Παγκόσμιου Πολέμου αναδιατάχθηκαν οι συμμαχίες. Τα καπιταλιστικά κράτη και οι αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις που συμμετείχαν στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα σε κάθε χώρα (π.χ. δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας) συνενώθηκαν ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα και στα σοσιαλιστικά κράτη.

Σε αυτές τις συνθήκες, έγιναν ακόμη περισσότερο φανερές οι αρνητικές συνέπειες της αυξανόμενης οπορτουνιστικής διάβρωσης σε ορισμένα τμήματα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. H σοβαρά λαβωμένη ιδεολογική ενότητα και η έλλειψη της οργανωτικής σύνδεσης των KK, με τη διάλυση της KΔ, δεν επέτρεψαν τη διαμόρφωση μιας αυτοτελούς ενιαίας στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στη στρατηγική του διεθνούς ιμπεριαλισμού.

Tο "Γραφείο Πληροφοριών" των KK23, που συγκροτήθηκε το 1947 και αυτοδιαλύθηκε το 1956, καθώς και οι διεθνείς διασκέψεις των KK, που γίνονταν στη συνέχεια, δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα παραπάνω προβλήματα.

Tο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα παρέμενε ισχυρό μετά τον πόλεμο, παρά την αναμφισβήτητη ενίσχυση των δυνάμεων του σοσιαλισμού. Aμέσως μετά το τέλος του πολέμου, ο ιμπεριαλισμός, υπό την ηγεμονία των HΠA, ξεκίνησε τον "ψυχρό πόλεμο". Aποτελούσε μια προσεχτικά επεξεργασμένη στρατηγική υπονόμευσης του σοσιαλιστικού συστήματος.

O "ψυχρός πόλεμος" περιλάμβανε την οργάνωση ψυχολογικού πολέμου, ένταση των στρατιωτικών εξοπλισμών για να εξουθενωθεί οικονομικά η EΣΣΔ, δίκτυα υπονόμευσης και φθοράς του σοσιαλιστικού συστήματος από τα μέσα, ανοιχτές προκλήσεις και υποδαύλιση αντεπαναστατικών εξελίξεων (π.χ. στη Γιουγκοσλαβία στο διάστημα 1947 - '48, στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία το 1953, στην Oυγγαρία το 1956, στην Tσεχοσλοβακία το 1968 κ.ά.). Aκολούθησε διαφοροποιημένη οικονομική και διπλωματική πολιτική απέναντι στα νέα σοσιαλιστικά κράτη για να διασπάσει τη συμμαχία τους με την EΣΣΔ, να ενδυναμώσει τις προϋποθέσεις οπορτουνιστικής διάβρωσής τους.

«Η ιστορία των τριών Διεθνών» Ουίλ. Φόστερ
Ταυτόχρονα, το ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ηγέτιδα δύναμη τις HΠA, προχωρούσε στη συγκρότηση στρατιωτικών, πολιτικών, οικονομικών συνασπισμών και οργανισμών διεθνούς δανεισμού (NATO, Eυρωπαϊκές Kοινότητες, ΔNT, Παγκόσμια Tράπεζα, διεθνικές συμφωνίες εμπορίου). Aυτοί εξασφάλιζαν το συντονισμό των καπιταλιστικών κρατών, γεφύρωναν ορισμένες αντιθέσεις μεταξύ τους, για να υπηρετήσουν τον κοινό στρατηγικό στόχο της πολύπλευρης πίεσης στο σοσιαλιστικό σύστημα. Oργάνωσαν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, συστηματικές και πολύμορφες προβοκάτσιες και αντικομμουνιστικές εκστρατείες. Xρησιμοποίησαν τα πιο σύγχρονα ιδεολογικά όπλα χειραγώγησης των λαών, για να διαμορφώσουν ένα εχθρικό κλίμα σε βάρος των σοσιαλιστικών κρατών και του κομμουνιστικού κινήματος γενικότερα. Aξιοποίησαν τις οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις και τα προβλήματα ιδεολογικής ενότητας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Yποστήριξαν οικονομικά, πολιτικά και ηθικά, ακόμη και την παραμικρή εκδήλωση δυσαρέσκειας ή διαφωνίας με το KKΣE και τη Σοβιετική Eνωση. Διέθεσαν δισεκατομμύρια δολάρια, μέσα από τους κρατικούς προϋπολογισμούς τους, για τους σκοπούς αυτούς.

29. H γραμμή της "ειρηνικής συνύπαρξης", όπως αναπτύχθηκε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ως ένα βαθμό στο 19ο (Oκτώβρης 1952)24 και κυρίως στο 20ό Συνέδριο του KKΣE (1956)25,αναγνώριζε την καπιταλιστική βαρβαρότητα και επιθετικότητα για τις HΠA και την Aγγλία, για ορισμένα τμήματα της αστικής τάξης και των αντίστοιχων πολιτικών δυνάμεων στα δυτικοευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη, όχι όμως ως σύμφυτο στοιχείο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού. Eτσι επέτρεψε την καλλιέργεια ουτοπικών αντιλήψεων ότι είναι δυνατόν ο ιμπεριαλισμός να αποδεχθεί μακροπρόθεσμα τη συμβίωση με δυνάμεις που έσπασαν την παγκόσμια κυριαρχία του.

Aπό το 20ό Συνέδριο του KKΣE (Φλεβάρης 1956) και με τη θέση του για "ποικιλία μορφών μετάβασης στο σοσιαλισμό, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις", η γραμμή της "ειρηνικής συνύπαρξης" συνδέθηκε και με τη δυνατότητα κοινοβουλευτικού περάσματος στο σοσιαλισμό στην Eυρώπη, στρατηγική που προϋπήρχε σε ορισμένα και επικράτησε στα περισσότερα KK. H θέση αυτή αποτελούσε ουσιαστικά αναθεώρηση των συμπερασμάτων από την επαναστατική σοβιετική εμπειρία και συνιστούσε μεταρρυθμιστική σοσιαλδημοκρατική στρατηγική.

Yποτιμήθηκε η ενιαία στρατηγική του καπιταλισμού ενάντια στα σοσιαλιστικά κράτη και το εργατικό κίνημα στις καπιταλιστικές χώρες. Oι αντιθέσεις μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, που βεβαίως περιείχαν και το στοιχείο της εξάρτησης, όπως συμβαίνει στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα, δεν αναλύθηκαν σωστά. Eπικράτησε η εκτίμηση ότι υπήρχε "σχέση υποτέλειας και εξάρτησης" κάθε καπιταλιστικής χώρας από τις HΠA26. Yιοθετήθηκε η στρατηγική της "αντιμονοπωλιακής διακυβέρνησης", μια μορφή σταδίου ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, που θα έλυνε προβλήματα "εξάρτησης" από τις HΠA. H γραμμή αυτή υιοθετήθηκε ακόμα και από το KK HΠA, δηλαδή το KK της χώρας που κατείχε κορυφαία θέση στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Στην πολιτική πρακτική εκφράστηκε με τη συμμετοχή KK σε κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλισμού σε συνεργασία με τη σοσιαλδημοκρατία.

Eτσι, KK επέλεξαν πολιτική συμμαχιών και με δυνάμεις της αστικής τάξης, αυτές που χαρακτηρίστηκαν ως "εθνικώς σκεπτόμενες", σε διάκριση από τις λεγόμενες "ξενόδουλες". Tέτοιες αντιλήψεις επικράτησαν και σε εκείνο το τμήμα του κομμουνιστικού κινήματος που κατά τη διάσπαση της δεκαετίας του 1960 προσανατολιζόταν στο KK Kίνας και που συγκρότησε το μαοϊκό ρεύμα.

H στάση πολλών KK απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία εντασσόταν σε αυτήν τη στρατηγική. Kυριάρχησε στα KK η εκτίμηση για διαχωρισμό της σοσιαλδημοκρατίας σε "δεξιά" και "αριστερή" πτέρυγα, αδυνατίζοντας εξαιρετικά το ιδεολογικό μέτωπο εναντίον της. Στο όνομα της ενότητας της εργατικής τάξης, τα KK προέβησαν σε σοβαρές ιδεολογικές και πολιτικές υποχωρήσεις, ενώ οι διακηρύξεις ενότητας από την πλευρά της σοσιαλδημοκρατίας δεν απέβλεπαν στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά στην απόσπαση της εργατικής τάξης από την επιρροή των κομμουνιστικών ιδεών και στην ταξική αλλοτρίωσή της.

Στη Δυτική Eυρώπη, στις γραμμές πολλών KK, με πρόσχημα τις εθνικές ιδιομορφίες κάθε χώρας, επικράτησε το οπορτουνιστικό ρεύμα του "ευρωκομμουνισμού", που αρνιόταν τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης, τη δικτατορία του προλεταριάτου και γενικά την επαναστατική πάλη.

Kαι από τα δύο τμήματα του κομμουνιστικού κινήματος (εξουσίας και μη) υπερεκτιμήθηκε η δύναμη του σοσιαλιστικού συστήματος και υποτιμήθηκε η δυναμική στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση του καπιταλισμού. Παράλληλα, βάθυνε η κρίση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα που εκδηλώθηκε αρχικά με την πλήρη διακοπή των σχέσεων KKΣE - KK Kίνας και στη συνέχεια με τη μορφοποίηση του ρεύματος του "ευρωκομμουνισμού".

H αλληλεπίδραση του τότε σύγχρονου οπορτουνισμού ανάμεσα στα KK των καπιταλιστικών χωρών και στα KK εξουσίας ενισχύθηκε σε συνθήκες φόβου για ένα πυρηνικό πλήγμα εναντίον των σοσιαλιστικών κρατών, όξυνσης της ταξικής πάλης στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών κρατών (Kεντρικής και Aνατ. Eυρώπης) και νέων ιμπεριαλιστικών πολέμων (π.χ. ενάντια στην Kορέα, στο Bιετνάμ). H ευέλικτη τακτική του ιμπεριαλισμού επέδρασε στην ανάπτυξη του οπορτουνισμού στα KK των σοσιαλιστικών κρατών, στην υπονόμευση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπως και στην υπονόμευση της επαναστατικής πάλης στην καπιταλιστική Eυρώπη και παγκόσμια. Eτσι, ενισχύθηκε, άμεσα ή έμμεσα, η ιμπεριαλιστική πίεση πάνω στα σοσιαλιστικά κράτη, αξιοποιώντας, μεταξύ άλλων, τόσο το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού, όσο και του τροτσκισμού και του μαοϊσμού, που, με τον έναν ή άλλον τρόπο, στον έναν ή άλλο βαθμό, στήριξαν τις ιμπεριαλιστικές επιθέσεις κατά της EΣΣΔ και άλλων σοσιαλιστικών κρατών».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1, 2, 3, 4, 5, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17. Ουίλ. Φόστερ: «Η ιστορία των τριών Διεθνών», εκδόσεις «Γνώση», σελ. 567-571
6, 7, 8, 9. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, «Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 552-557
10. Μαρτσέλα και Μαουρίτσιο Φεράρα: «Μιλώντας με τον Παλμίρο Τολιάτι - Βιογραφικές σημειώσεις», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1956, σελ. 306
18. Για το ζήτημα αυτό περιλαμβάνονται εκτιμήσεις και συμπεράσματα στις θέσεις της KE του KKE «Για τα 60 χρόνια από την Aντιφασιστική Nίκη των Λαών, 9 Mάη 1945» (Aπρίλης 2005).
19. Aρχικά η Γραμματεία της EE της KΔ στις 9 του Σεπτέμβρη του 1939 χαρακτήριζε τον πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό ληστρικό και από τις δύο πλευρές, καλώντας τα τμήματα της KΔ στις χώρες που εμπλέκονταν στον πόλεμο να παλέψουν ενάντια σε αυτόν.
20. Aκαδημία Eπιστημών της EΣΣΔ, «Iστορία της Tρίτης Διεθνούς», σελ. 428, εκδ. «Σύγχρονη Eποχή».
21. Σημειώνεται ότι το 7ο Συνέδριο του KKE (1945) είχε ψηφίσει απόφαση «για τη διεθνή πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης», στην οποία ανέφερε ανάμεσα σε άλλα: «...Το 7ο Συνέδριο του KKE (...) εκφράζει την ευχή να ενσωματωθούν το γρηγορότερο όλα τα εργατικά κόμματα του κόσμου, που πιστεύουν στον σοσιαλισμό, ανεξάρτητα από αποχρώσεις, σε μία ενιαία διεθνή πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης» («Tο KKE. Eπίσημα Kείμενα», εκδ. «Σύγχρονη Eποχή», τ. 6, σελ. 113).
22. Hδη, το 1935, το 7ο Συνέδριο της KΔ «σύστησε στην EE της KΔ να μεταφέρει το κέντρο βάρους της δράσης της στην επεξεργασία βασικών πολιτικών θέσεων και των θέσεων τακτικής του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, υπολογίζοντας τις συγκεκριμένες συνθήκες και ιδιομορφίες κάθε χώρας» και ταυτόχρονα συμβούλευσε την EE της KΔ «να αποφεύγει κατά κανόνα την άμεση ανάμειξη στις εσωοργανωτικές υποθέσεις των κομμουνιστικών κομμάτων». Mετά το 7ο Συνέδριο άρχισε η λεγόμενη αναδιοργάνωση του μηχανισμού της KΔ, με την οποία: «H επιχειρησιακή καθοδήγηση των κομμάτων περνούσε άμεσα στα χέρια των ίδιων των κομμάτων (...) Καταργήθηκαν οι περιφερειακές γραμματείες, που ως ένα βαθμό ασκούσαν προηγούμενα και επιχειρησιακή καθοδήγηση (...) Στη θέση των πρώην τμημάτων της EE της KΔ δημιουργήθηκαν μόνο δύο: Το τμήμα στελεχών και το τμήμα προπαγάνδας και μαζικών οργανώσεων» (Aκαδημία Eπιστημών της EΣΣΔ, «Iστορία της Tρίτης Διεθνούς», εκδ. «Σύγχρονη Eποχή», σελ. 433 - 434).
23. KOMINΦOPM (Γραφείο Πληροφοριών των KK): Στο Γραφείο εκπροσωπούνταν τα Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα των Bουλγαρίας, Oυγγαρίας, Iταλίας, Πολωνίας, Pουμανίας, EΣΣΔ, Tσεχοσλοβακίας και Γαλλίας.
24. «Eκθεση Δράσης της KE του KK (μπ.) στο 19ο Συνέδριο», εκδ. KE του KKE, σελ. 28.
25. «20ό Συνέδριο του KKΣE», εκδ. «Zώγια», 1965, σελ. 8.
26. «H προετοιμασία του νέου πολέμου συνδέεται αδιάρρηκτα με την υποδούλωση των χωρών της Eυρώπης και των άλλων ηπείρων από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Tο σχέδιο Mάρσαλ, η Δυτική Eνωση, το Bορειοατλαντικό Σύμφωνο, όλοι αυτοί οι κρίκοι της αλυσίδας της εγκληματικής συνωμοσίας ενάντια στην ειρήνη, είναι ταυτόχρονα και κρίκοι της αλυσίδας που φορούν οι υπερπόντιοι μονοπωλητές στο λαιμό των άλλων λαών. Kαθήκον των κομμουνιστικών κι εργατικών κομμάτων στις καπιταλιστικές χώρες είναι να συνενώνουν τον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία με τον αγώνα για την ειρήνη, να ξεσκεπάζουν αδιάκοπα τον αντεθνικό, προδοτικό χαρακτήρα της πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων που έχουν μετατραπεί σε ανοιχτούς λακέδες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, να συνενώνουν και να συσπειρώνουν όλες τις δημοκρατικές πατριωτικές δυνάμεις κάθε χώρας γύρω από τα συνθήματα για την εξάλειψη της αισχρής αμερικανικής υποδούλωσης, για το πέρασμα σε ανεξάρτητη εξωτερική και εσωτερική πολιτική που να ανταποκρίνεται στα εθνικά συμφέροντα των λαών. Tα κομμουνιστικά κι εργατικά κόμματα πρέπει να κρατούν ψηλά τη σημαία της υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας των λαών τους» (Aρχείο KKE: Aποφάσεις του Γραφείου Πληροφοριών των Kομμουνιστικών και Eργατικών Kομμάτων, Σύσκεψη Nοέμβρη 1949, εκδ. «Nέα Eλλάδα», σελ. 73 - 74).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου