Επιλογή γλώσσας

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2019

Για το ρεαλισμό

 Μπέρτολτ Μπρεχτ

Κείμενα του Μπέρτολτ Μπρεχτ για το ρεαλισμό. Ο Μπρεχτ μιλά για το ρεαλισμό, έχοντας πάντα στη συνείδησή του του το λαό, τα βάσανά του, τις ανάγκες του. Λέει συγκεκριμένα: «Ενάντια στην αυξανόμενη βαρβαρότητα υπάρχει μόνο ένας σύμμαχος: ο λαός που τόσο πολύ υποφέρει απ' αυτήν. Μόνο από το λαό μπορεί να περιμένει κανείς κάτι. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι πρέπει να στραφούμε στο λαό και πιο αναγκαίο από ποτέ να μιλήσουμε τη γλώσσα του.


Ετσι, τα συνθήματα λαϊκότητα και ρεαλισμός συσχετίζονται με τρόπο φυσικό. Είναι προς το συμφέρον του λαού, των πλατιών εργαζόμενων μαζών να παίρνουν από τη λογοτεχνία πιστές στην πραγματικότητα απεικονίσεις της ζωής, και οι απεικονίσεις αυτές εξυπηρετούν πραγματικά το λαό, τις πλατιές εργαζόμενες μάζες, γι' αυτόν το λόγο πρέπει απαραίτητα να είναι κατανοητές και αποδοτικές, άρα λαϊκές».

Παρουσιάζουμε, επίσης, ένα κείμενό του για τα δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς. Εχει τη σημασία του, γιατί ο Μπρεχτ δεν κάνει απλά διαπιστώσεις αλλά δίνει, πάλι από τη σκοπιά του λαού απάντηση στο ερώτημα που βάζει. Ποιο ερώτημα βάζει; «Κάποτε αναρωτήθηκα γιατί ορισμένα δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς έχουν κάτι που δεν είναι ικανοποιητικό, παρ' όλο που περιέχουν τόσα αξιοσπούδαστα πράγματα». Και να πώς απαντά: «Η στιγμή της συνθηκολόγησης, της υποχώρησης, η ουτοπιστική και ιδεαλιστική στιγμή, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται στα δοκίμια του Λούκατς και την οποία σίγουρα θα ξεπεράσει, είναι αυτό που κάνει τις αξιοσπούδαστες εργασίες του μη ικανοποιητικές, είναι αυτό που δίνει την εντύπωση ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η απόλαυση κι όχι ο αγώνας, η διέξοδος κι όχι η προέλαση».
***
Για το ρεαλισμό

Δεν έχω την εντύπωση ότι θα χειριζόμασταν το θέμα μας ιδιαίτερα καλά, το θέμα του ρεαλισμού στη λογοτεχνία. Οι αδυναμίες των κύριων εξπρεσιονιστικών έργων δεν υποδείχθηκαν μόνο από ρεαλιστές. Η έννοια του ρεαλισμού εμφανίστηκε πολύ περιορισμένα, σχεδόν είχε κανείς την εντύπωση ότι επρόκειτο για μια λογοτεχνική μόδα με κανόνες που βγήκαν από μερικά αυθαίρετα διαλεγμένα έργα. Είναι σαν να πατάμε μερικά εξπρεσιονιστικά έργα σ' ένα μπρούντζινο βαρέλι και ν' απολαμβάνουμε το χυμό έχοντας την έκφραση της δυσαρέσκειας, και να συνεχίζουμε να τα πατάμε και πάει λέγοντας. Ετσι, θα ενεργούμε συνέχεια μόνο με τους χυμούς. Προχωρώντας όμως μ' αυτόν τον τρόπο σημαίνει πως δεν προχωρούμε και πολύ ρεαλιστικά. Τότε αυτό που λέγεται ρεαλισμός δημιουργεί εξαιτίας της αδεξιότητας των ερμηνευτών του μια ιδιαίτερα αυθαίρετη εντύπωση, τα μέτρα είναι εξαιρετικά αμφίβολης φύσης, βγαλμένα από τη ζωή, μ' όλες τις αποχρώσεις, πλατιά και τα λοιπά, και τα λοιπά. Και αναρωτιέται κανείς συνεχώς μήπως δεν εννοούμε το ρεαλισμό μόνο όπως ο Τολστόι ή ακριβώς όπως ο Μπαλζάκ ή αν τον εννοούμε απλά και μόνο σαν κάτι το ονομαστό. Ο ρεαλισμός αντιπαρατάσσεται στο φορμαλισμό σαν να ήταν μια πιστή και έντιμη απόδοση του περιεχομένου. Το ξέρετε ήδη. Παραθέτει κανείς, όπως ανέφερα, μερικά ονομαστά μυθιστορήματα του περασμένου αιώνα, τα επαινεί με τον έπαινο που τους αξίζει απόλυτα και βγάζει απ' αυτά το ρεαλισμό. Το να απαιτούμε έναν τέτοιο ρεαλισμό από ζωντανούς συγγραφείς είναι σαν ν' απαιτούμε από έναν άντρα να έχει 75 εκατοστά πλάτη, ένα μέτρο γενειάδα και φωτεινά μάτια, και κανείς να μην του λέει από πού μπορεί να τ' αγοράσει. Νομίζω ότι δεν μπορούμε να προχωρήσουμε μ' αυτόν τον τρόπο σ' ένα τόσο σημαντικό θέμα. Είμαστε πραγματικά σε θέση να διατυπώσουμε έναν πολύ πιο γενναιόδωρο, πιο παραγωγικό και πιο πνευματώδη ορισμό του ρεαλισμού.
 
Αποτελέσματα της συζήτησης για το ρεαλισμό στη λογοτεχνία

Η μεγάλη συζήτηση για το ρεαλισμό στη λογοτεχνία, η οποία, ξεκινώντας από τη Σοβιετική Ενωση, προκάλεσε ένα διεθνές κίνημα, μου φαίνεται πως επεξεργάστηκε τα επόμενα τουλάχιστον σημεία:

1. Οι μυθιστοριογράφοι που αντικαθιστούν την περιγραφή του ανθρώπου με μια περιγραφή των ψυχικών του αντιδράσεων, βυθίζοντάς τον, έτσι, σ' ένα απλό πλέγμα ψυχικών αντιδράσεων, δεν δικαιώνουν την πραγματικότητα. Ούτε ο κόσμος ούτε ο άνθρωπος μπορούν να γίνουν ορατοί (αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουμε κι έχει περιγραφεί), όταν περιγράφεται μόνο η αντανάκλαση του κόσμου στην ανθρώπινη ψυχή ή μόνο η ανθρώπινη ψυχή όταν αντανακλά τον κόσμο. Ο άνθρωπος πρέπει να περιγράφεται στις αντιδράσεις του και στις ενέργειές του.

2. Οι μυθιστοριογράφοι που περιγράφουν μόνο τον απανθρωπισμό που φέρνει ο καπιταλισμός, δηλαδή που παρουσιάζουν τον άνθρωπο σαν ψυχικά ερημωμένο, δε δικαιώνουν την πραγματικότητα.
Ο καπιταλισμός δεν απανθρωποιεί μόνο, αλλά και δημιουργεί ανθρωπιά, και συγκεκριμένα με τον ενεργό αγώνα ενάντια στον απανθρωπισμό. Ακόμα και σήμερα, ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή, δεν λειτουργεί μόνο σαν κομμάτι ενός μηχανήματος. Ακόμα και από κοινωνική άποψη δεν έχει περιγραφεί αρκετά, όταν περιγράφεται μόνο σαν πολιτικός παράγοντας.
 
Λαϊκότητα και ρεαλισμός1

Αν θέλει κανείς να δώσει συνθήματα για σύγχρονη γερμανική λογοτεχνία, πρέπει να πάρει υπόψη του πως ό,τι έχει την αξίωση να ονομαστεί λογοτεχνία μπορεί να τυπωθεί αποκλειστικά στο εξωτερικό και να διαβαστεί σχεδόν αποκλειστικά στο εξωτερικό. Ετσι, το σύνθημα λαϊκότητα αποκτά για τη λογοτεχνία μια ιδιαίτερη νότα. Ο συγγραφέας πρέπει να γράψει για ένα λαό που δε ζει μαζί του. Ωστόσο, παρατηρώντας από πιο κοντά, βλέπουμε ότι η απόσταση μεταξύ του συγγραφέα και του λαού δεν είναι τόσο μεγάλη όσο θα νόμιζε κανείς. Τώρα δεν είναι τόσο μεγάλη όσο φαίνεται και παλιότερα δεν ήταν τόσο μικρή όσο φαινόταν. Η αισθητική που κυριαρχεί, η τιμή των βιβλίων και η αστυνομία δημιουργούσαν πάντοτε μια σημαντική απόσταση ανάμεσα στο συγγραφέα και το λαό. Παρ' όλα αυτά δεν θα ήταν σωστό, θα ήταν δηλαδή μη ρεαλιστικό, να θεωρήσουμε την αύξηση της απόστασης μόνο σαν «εξωτερική». Ασφαλώς χρειάζονται ιδιαίτερες προσπάθειες για να μπορεί κανείς σήμερα να γράφει λαϊκά. Από την άλλη πλευρά, αυτό έχει γίνει πιο εύκολο, πιο εύκολο και πιο επείγον. Ο λαός έχει χωριστεί πιο καθαρά από το ανώτερο στρώμα, αποχώρησαν απ' αυτόν οι καταπιεστές κι οι εκμεταλλευτές του και μπλέχτηκαν σε έναν αθέατο πια αιματηρό αγώνα. Εχει γίνει πιο εύκολο να παίρνει κανείς θέση. Ανάμεσα στο «κοινό», έχει ξεσπάσει, θα λέγαμε, μια ανοιχτή μάχη.
Ακόμα και την απαίτηση για ένα ρεαλιστικό τρόπο γραφής δεν μπορεί κανείς πια σήμερα εύκολα να την αγνοήσει. Απόκτησε κάτι το αυτονόητο. Τα κυρίαρχα στρώματα χρησιμοποιούν το ψέμα πιο απροκάλυπτα απ' ό,τι άλλοτε, και το ψέμα είναι πιο χοντρό. Το να λέει κανείς την αλήθεια παρουσιάζεται σαν ένα όλο και πιο επείγον καθήκον. Τα βάσανα μεγάλωσαν, όπως και το πλήθος αυτών που υποφέρουν. Μπροστά στα μεγάλα βάσανα των μαζών, η αντιμετώπιση των μικροδυσκολιών και των δυσκολιών των μικρών ομάδων μοιάζει γελοία και μάλιστα άξια περιφρόνησης.

Ενάντια στην αυξανόμενη βαρβαρότητα υπάρχει μόνο ένας σύμμαχος: Ο λαός που τόσο πολύ υποφέρει απ' αυτήν. Μόνο από το λαό μπορεί να περιμένει κανείς κάτι. Είναι λοιπόν φανερό ότι πρέπει να στραφούμε στο λαό και πιο αναγκαίο από ποτέ να μιλήσουμε τη γλώσσα του.
Ετσι, τα συνθήματα λαϊκότητα και ρεαλισμός συσχετίζονται με τρόπο φυσικό. Είναι προς το συμφέρον του λαού, των πλατιών εργαζόμενων μαζών να παίρνουν από τη λογοτεχνία πιστές στην πραγματικότητα απεικονίσεις της ζωής, και οι απεικονίσεις αυτές εξυπηρετούν πραγματικά το λαό, τις πλατιές εργαζόμενες μάζες, γι' αυτόν το λόγο πρέπει απαραίτητα να είναι κατανοητές και αποδοτικές, άρα λαϊκές. Παρ' όλα αυτά, πρέπει πρώτα να ξεκαθαριστούν πλήρως οι έννοιες αυτές, πριν να διατυπώσουμε αρχές στις οποίες εφαρμόζονται και συγχωνεύονται. Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι αυτές οι έννοιες είναι εντελώς ξεκάθαρες, ότι δεν έχουν ιστορία, ότι δεν είναι, στρατευμένες και σαφείς. («Ολοι ξέρουμε, βέβαια, τι εννοούμε, ας μην είμαστε λεπτολόγοι».) Η ίδια η έννοια λαϊκότητα δεν είναι και πολύ λαϊκή. Δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύουμε κάτι τέτοιο. Πρέπει να παρατηρήσουμε με προσοχή μια ολόκληρη σειρά από «-ότητες». Ας σκεφτούμε μόνο τη χρησιμότητα, τη μεγαλειότητα, την αγιότητα και ξέρουμε ότι και η λαϊκότητα έχει έναν πολύ ιδιαίτερο, ιερό, πανηγυρικό και ύποπτο ήχο, που με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να παραβλέψουμε.

Δεν επιτρέπεται να τον παραβλέψουμε, γιατί χρειαζόμαστε απαραίτητα την έννοια λαϊκός.
Είναι ακριβώς οι λεγόμενες ποιητικές διατυπώσεις, όπου «ο λαός» παρουσιάζεται ιδιαίτερα δεισιδαίμονας ή καλύτερα αυτός που γεννάει δεισιδαιμονίες. Εκεί ο λαός έχει τις αμετάβλητες ιδιότητές του, τις καθαγιασμένες παραδόσεις του, τις μορφές τέχνης του, τα ήθη και τα έθιμά του, τη θρησκευτικότητά του, τους προπατορικούς εχθρούς του, τις ακατανίκητες δυνάμεις του, και τα λοιπά και τα λοιπά. Εκεί εμφανίζεται μια αξιοσημείωτη ενότητα βασανιστών και βασανιζόμενων, εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων, ψευτών κι εξαπατημένων, και σίγουρα δεν πρόκειται απλά για τους πολλούς «μικρούς» εργαζόμενους ανθρώπους σε αντίθεση με τους ανώτερους.

Η ιστορία των πολλών παραποιήσεων που έπαθε η έννοια λαϊκότητα είναι μεγάλη και μπερδεμένη, είναι ιστορία των ταξικών αγώνων. Εδώ δε θέλουμε να προχωρήσουμε σε ανάλυση, θέλουμε μόνο να υπογραμμίσουμε το γεγονός της παραποίησης, όταν λέμε ότι χρειαζόμαστε λαϊκή τέχνη, εννοώντας μ' αυτό τέχνη για τις πλατιές λαϊκές μάζες, για τους πολλούς που καταπιέζονται από τους λίγους, «για τους ίδιους τους λαούς», για τη μάζα αυτών που παράγουν, που τόσον καιρό στάθηκε το αντικείμενο της πολιτικής και που πρέπει να γίνει το υποκείμενο της πολιτικής. Πρέπει να θυμηθούμε ότι ισχυροί θεσμοί κράτησαν για πολύ καιρό το λαό αυτό μακριά από την πλήρη ανάπτυξη, ότι με διάφορες συμβάσεις φιμώθηκε τεχνητά και βίαια και ότι η έννοια λαϊκός χαρακτηρίστηκε έννοια στατική, χωρίς ιστορία και χωρίς εξέλιξη. Εμείς όμως δεν έχουμε καμιά σχέση μ' αυτήν την πλευρά της έννοιας και, για να εκφραστώ καλύτερα, πρέπει να την καταπολεμήσουμε.

Ο δικός μας ορισμός του λαϊκού αφορά το λαό, που όχι μόνο συμμετέχει πλήρως στην ανάπτυξη, αλλά στην ουσία τη σφετερίζεται, την εκβιάζει, την καθορίζει. Εχουμε μπροστά στα μάτια μας ένα λαό που γράφει Ιστορία, που αλλάζει τον κόσμο και τον εαυτό του. Εχουμε μπροστά στα μάτια μας έναν αγωνιστή λαό, επομένως και μια αγωνιστική έννοια του λαϊκού.
Λαϊκό σημαίνει: Αυτό που είναι κατανοητό στις πλατιές μάζες, αυτό που παίρνει και εμπλουτίζει τον τρόπο της έκφρασής τους /αυτό που υιοθετεί, εδραιώνει και διορθώνει τις απόψεις τους/ αυτό που αντιπροσωπεύει το πιο προοδευτικό τμήμα του λαού, ώστε να μπορεί ν' αναλάβει την αρχηγία και μ' αυτόν τον τρόπο να γίνει κατανοητό και στα άλλα τμήματα του λαού /αυτό που συνδέεται με τις παραδόσεις και τις συνεχίζει/ αυτό που μεταβιβάζει στο τμήμα του λαού που επιδιώκει την αρχηγία τα επιτεύγματα του τμήματος εκείνου που διοικεί τώρα.

Και τώρα ερχόμαστε στην έννοια ρεαλισμός. Κι αυτήν την έννοια ακόμα, που είναι παλιά, που έχει χρησιμοποιηθεί από πολλούς και για πολλούς σκοπούς, θα πρέπει, πριν τη χρησιμοποιήσουμε, να την ξεκαθαρίσουμε. Κι αυτό είναι αναγκαίο, γιατί η αποδοχή της κληρονομιάς από το λαό πρέπει να γίνει με μια πράξη απαλλοτρίωσης. Δεν μπορεί κανείς να παραλάβει τα λογοτεχνικά έργα όπως τα εργοστάσια και τους λογοτεχνικούς τρόπους έκφρασης όπως τις συνταγές παραγωγής. Και ο ρεαλιστικός τρόπος γραφής, που γι' αυτόν η λογοτεχνία παρουσιάζει πολλά και διαφορετικά παραδείγματα, διαμορφώνεται από τον τρόπο, από το πώς, πότε και για ποια τάξη χρησιμοποιήθηκε, διαμορφώνεται μέχρι την πιο μικρή λεπτομέρεια. Το λαό που αγωνίζεται ν' αλλάξει την πραγματικότητα, δεν επιτρέπεται να τον αγκιστρώνουμε σε κανόνες διήγησης που έχουν «δοκιμαστεί», σε σεβαστά πρότυπα της λογοτεχνίας, σε αιώνιους αισθητικούς νόμους. Δεν πρέπει ν' αφαιρέσουμε το ρεαλισμό από ορισμένα υπάρχοντα έργα, αλλά θα χρησιμοποιήσουμε όλα τα μέσα, παλιά και νέα, δοκιμασμένα και μη, που προέρχονται από την τέχνη ή από αλλού, για να μπορέσουμε να δώσουμε με μαεστρία την πραγματικότητα στα χέρια των ανθρώπων. Θα αποφύγουμε να χαρακτηρίσουμε ρεαλιστική μια μόνο συγκεκριμένη, ιστορική μορφή μυθιστορήματος μιας συγκεκριμένης εποχής, για παράδειγμα της εποχής του Μπαλζάκ ή του Τολστόι, θέτοντας έτσι για το ρεαλισμό μόνο μορφικά, μόνο λογοτεχνικά κριτήρια. Δεν θα μιλήσουμε για ρεαλιστικό τρόπο γραφής μόνο όταν μπορεί κανείς, για παράδειγμα, να τα μυρίσει, να τα γευτεί και να τα αισθανθεί «όλα», όταν υπάρχει «ατμόσφαιρα» κι όταν η πλοκή των έργων εξελίσσεται με τέτοιον τρόπο ώστε να παρουσιάζονται ψυχικά τα άτομα. Η δική μας έννοια για το ρεαλισμό πρέπει να είναι πλατιά και πολιτική, κυρίαρχη απέναντι στις συμβατικότητες.

Ρεαλιστικό2 σημαίνει: Αυτό που ξεσκεπάζει το πλέγμα της κοινωνικής αιτιότητας /αυτό που αποκαλύπτει τις κυρίαρχες απόψεις σαν απόψεις των κυρίαρχων/ αυτό που γράφει από την πλευρά της τάξης εκείνης, η οποία για τις χειρότερες αντιξοότητες που αντιμετωπίζει η ανθρώπινη κοινωνία, έχει έτοιμες τις πιο πλατιές λύσεις /αυτό που τονίζει τη στιγμή της ανάπτυξης/ αυτό που είναι συγκεκριμένο και καθιστά δυνατή την αφαίρεση.
Αυτά είναι τεράστιες υποδείξεις και μπορούν ακόμη να συμπληρωθούν. Κι εμείς θα επιτρέψουμε στον καλλιτέχνη να βάλει σ' αυτό τη φαντασία του, την πρωτοτυπία, το χιούμορ και την ευρηματικότητά του. Δε θα κολλήσουμε σε υπερβολικά λεπτομερειακά λογοτεχνικά πρότυπα, δε θα υποχρεώσουμε τον καλλιτέχνη να χρησιμοποιήσει υπερβολικά συγκεκριμένες παραλλαγές της διήγησης.

Θα διαπιστώσουμε ότι ο λεγόμενος σενσουαλιστικός τρόπος γραφής (όπου μπορεί κανείς να μυρίσει, να γευτεί, να αισθανθεί τα πάντα) δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με το ρεαλιστικό τρόπο γραφής, αντίθετα, θ' αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι υπάρχουν έργα που έχουν γραφτεί, με τον σενσουαλιστικό τρόπο και δεν είναι ρεαλιστικά και ότι υπάρχουν ρεαλιστικά έργα που δεν έχουν γραφτεί με τον σενσουαλιστικό τρόπο. Θα πρέπει να ερευνήσουμε προσεκτικά αν πραγματικά πλάθουμε την πλοκή με τον καλύτερο τρόπο, όταν επιδιώκουμε σαν τελικό αποτέλεσμα την ψυχική παρουσίαση των προσώπων. Ισως οι αναγνώστες μας να μη θεωρήσουν ότι τους δίνεται το κλειδί για τα γεγονότα, όταν, έχοντας παραπλανηθεί από τα πολλά τεχνάσματα, συμμετέχουν απλά και μόνο στις ψυχικές συγκινήσεις των ηρώων των βιβλίων μας. Υιοθετώντας τις μορφές του Μπαλζάκ και του Τολστόι, χωρίς να τις έχουμε εξετάσει σε βάθος, ίσως να κουράζαμε κι εμείς, όπως συχνά κι αυτοί οι συγγραφείς, τους αναγνώστες μας, το λαό. Ο ρεαλισμός δεν είναι απλά ζήτημα μορφής. Αντιγράφοντας τον τρόπο γραφής αυτών των ρεαλιστών, δεν θα ήμασταν πια ρεαλιστές.

Γιατί ο καιρός κυλά, κι αν δεν κυλούσε θα την είχαν άσχημα αυτοί που δεν κάθονται σε χρυσά τραπέζια. Οι μέθοδοι φθείρονται, τα ερεθίσματα αποτυχαίνουν. Καινούργια προβλήματα εμφανίζονται και απαιτούν καινούργια μέσα. Η πραγματικότητα αλλάζει. Για να την παρουσιάσουμε πρέπει ν' αλλάξουμε τον τρόπο της παρουσίασης. Τίποτα δε γίνεται από το τίποτα, το καινούργιο βγαίνει από το παλιό, αλλά γι' αυτό ακριβώς είναι καινούργιο.

Οι καταπιεστές δε δουλεύουν με τον ίδιο τρόπο όλες τις εποχές. Δεν μπορούν πάντα να συλλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν τόσες πολλές μέθοδοι να ξεφύγει κανείς από την ανάκριση. Τους δρόμους των εκστρατειών τους τους ονομάζουν αυτοκινητόδρομους. Τα τανκς τους βάφονται για να μοιάζουν με τους θάμνους του Μάκντουφ. Οι πράκτορές τους επιδεικνύουν τους ρόζους στα χέρια τους σαν να ήταν εργάτες. Οχι, χρειάζεται εφευρετικότητα για να μετατρέψει κανείς τον κυνηγό σε θήραμα. Ο,τι ήταν χθες λαϊκό, σήμερα δεν είναι πια, γιατί ο λαός δεν είναι σήμερα όπως ήταν χθες.

Ο καθένας που δεν είναι δέσμιος τυπικών προκαταλήψεων ξέρει ότι μπορεί κανείς με πολλούς τρόπους ν' αποσιωπήσει την αλήθεια και με πολλούς τρόπους πρέπει να την πει. Οτι μπορεί να προκαλέσει αγανάκτηση για τις απάνθρωπες συνθήκες με διάφορους τρόπους, με την απευθείας εξιστόρηση με παθιασμένο και με αντικειμενικό τρόπο, με τη διήγηση μύθων και παραβολών, με ανέκδοτα, με την υπερβολή και τη μετριοπάθεια. Στο θέατρο η πραγματικότητα μπορεί ν' αποδοθεί και πραγματικά και φανταστικά. Μπορεί οι ηθοποιοί να μη βάφονται καθόλου (ή πολύ λίγο) και να παρουσιάζονται «εντελώς φυσικοί», και παρ' όλα αυτά μπορεί όλα να είναι μια πλάνη, και μπορούν πάλι να φοράνε αλλόκοτες μάσκες και να παρουσιάζουν την αλήθεια. Δεν υπάρχει λόγος να μαλώνουμε γι' αυτό: Τα μέσα πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με το σκοπό. Ο λαός καταλαβαίνει ότι πρέπει να τα εξετάζει ανάλογα με το σκοπό. Τα μεγάλα θεατρικά πειράματα του Πισκάτορ (και τα δικά μου), με τα οποία καταστρέφονταν αδιάκοπα οι συμβατικές μορφές, βρήκαν το μεγάλο τους στήριγμα στα πιο προοδευτικά στελέχη της εργατικής τάξης. Οι εργάτες τα έκριναν όλα σύμφωνα με το ποσοστό της αλήθειας, χαιρέτιζαν κάθε νεοτερισμό που προωθούσε την παρουσίαση της αλήθειας, της πραγματικής κοινωνικής ταραχής, αρνούνταν όλα εκείνα που φαίνονταν να είναι χωρίς σοβαρότητα, που έμοιαζαν με μηχανισμό που λειτουργεί αυτόβουλα, δηλαδή που δεν εκπλήρωσε ακόμη το σκοπό του ή που δεν τον εκπληρώνει πια. Τα επιχειρήματα των εργατών ποτέ δεν ήταν λογοτεχνικά ή θεατροαισθητικά. Δεν μπορούμε να αναμίξουμε το θέατρο με τον κινηματογράφο, αυτό δεν ακούστηκε ποτέ εδώ. Αν το φιλμ δεν χρησιμοποιηθεί σωστά, το πολύ πολύ θα σήμαινε ότι:

Το φιλμ στο σημείο αυτό είναι περιττό, αποσπά την προσοχή. Χοροί εργατών αναφωνούσαν πολύπλοκους ρυθμικούς στίχους («Αν υπήρχε ρίμα, θα 'πεφτε σαν το νερό και τίποτα δεν θα 'μενε ορθό») και τραγουδούσαν δύσκολες (ασυνήθιστες) συνθέσεις του Αϊσλερ («Εχουν δύναμη μέσα τους»). Εμείς όμως έπρεπε να μεταβάλουμε ορισμένους στίχους που το νόημά τους δεν ήταν σαφές ή ήταν λάθος. Αν στα εμβατήρια, που είχαν ομοιοκαταληξία για να μπορεί κανείς να τα μαθαίνει γρηγορότερα και είχαν απλό ρυθμό για να «περνάνε» καλύτερα, υπήρχαν ορισμένες λεπτομέρειες (ανωμαλίες, περιπλοκές), τότε λέγανε: «Υπάρχει ένα μικρό γύρισμα, είναι διασκεδαστικό». Θέματα που είχαν λήξει, ασήμαντα, συνηθισμένα, θέματα που δεν προβλημάτιζαν πια κανέναν, δεν τ' αγαπούσαν καθόλου («Δεν βγαίνει τίποτα»). Αν χρειαζόταν κανείς κάποια αισθητική, μπορούσε να τη βρει εδώ. Δεν ξεχνώ ποτέ πώς με κοίταζε ένας εργάτης, όταν, στην πρότασή του να προσθέσω κάτι σ' ένα χορικό για τη Σοβιετική Ενωση («Σ' αυτό το σημείο πρέπει να μπει κι αυτό, διαφορετικά τι νόημα έχει;»), του απάντησα ότι αυτό θα τίναζε στον αέρα την καλλιτεχνική μορφή: έγειρε το κεφάλι του στο πλάι χαμογελώντας. Ολόκληρη η αισθητική κατέρρευσε μ' αυτό το ευγενικό χαμόγελο. Οι εργάτες δεν φοβούνταν να μας διδάξουν και δεν φοβούνταν και οι ίδιοι να μάθουν.

Μιλώ από πείρα όταν λέω: Ποτέ δεν πρέπει να φοβάται κανείς να εμφανιστεί μπροστά στο προλεταριάτο μιλώντας για τολμηρά, ασυνήθιστα πράγματα, όταν αυτά έχουν να κάνουν με την αλήθεια του. Θα υπάρχουν πάντοτε μορφωμένοι άνθρωποι, γνώστες της τέχνης που θα ανακατεύονται λέγοντας: «Αυτό δεν το καταλαβαίνει ο λαός». Ομως ο λαός παραμερίζει ανυπόμονα αυτούς τους ανθρώπους και συνεννοείται απευθείας με τους καλλιτέχνες. Υπάρχει ένα εξαιρετικό υλικό, φτιαγμένο για κλίκες, για να σχηματίζονται κλίκες, η διακοσιοστή παραλλαγή του παλιού καπέλου, το πάστωμα του παλιού κομματιού κρέατος που ήδη έχει αρχίσει να σαπίζει: Το προλεταριάτο το απορρίπτει («Εχουν σκοτούρες αυτοί») κουνώντας με δυσπιστία, ουσιαστικά με επιείκεια το κεφάλι. Αυτό που δε θέλει δεν είναι το αλάτι, αλλά το σάπιο κρέας. Οχι η διακοσιοστή παραλλαγή, αλλά το παλιό καπέλο. Οταν οι ίδιοι έγραφαν στίχους και θέατρο ήταν συναρπαστικά πρωτότυποι. Η λεγόμενη τέχνη «Αγκιτπρόπ», για την οποία δεν έσμιξαν τα καλύτερα φρύδια, στάθηκε πηγή σύγχρονων καλλιτεχνικών μέσων και τρόπων έκφρασης. Σ' αυτήν παρουσιάστηκαν εξαιρετικά στοιχεία γνήσια λαϊκών εποχών της τέχνης, που είχαν ξεχαστεί εδώ και πολύ καιρό, στοιχεία κομμένα τολμηρά στα μέτρα των νέων κοινωνικών στόχων. Τολμηρές περικοπές και περιλήψεις, όμορφες απλοποιήσεις. υπήρχε συχνά καταπληκτική κομψότητα και σύντομη και περιεκτική κατασκευή κι ακόμη ένα ατρόμητο βλέμμα για το σύμπλεγμα. Μερικά πράγματα είναι ίσως πρωτόγονα, όμως ο πρωτογονισμός τους δεν είχε ποτέ τη μορφή εκείνη του πρωτογονισμού από την οποία υπέφεραν οι φαινομενικά τόσο διαφοροποιημένες απεικονίσεις της ψυχής της αστικής τέχνης. Δεν κάνουμε καλά ν' απορρίπτουμε, λόγω μερικών ατυχών συνθέσεων, το στιλ μιας παρουσίασης που προσπαθεί (και συχνά με επιτυχία) να επεξεργαστεί το ουσιώδες και να καταστήσει δυνατή την αφαίρεση. Το οξύ μάτι των εργατών διαπέρασε την επιφάνεια των νατουραλιστικών απεικονίσεων της πραγματικότητας. Οταν στο «Ο αμαξάς Χένσελ» οι εργάτες έλεγαν για τον ψυχικό διαμελισμό πως: «Δεν θέλουμε να τα ξέρουμε όλα με τόση ακρίβεια», πίσω από τα λόγια τους αυτά κρυβόταν η επιθυμία να τους παρουσιαστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια οι πραγματικές κοινωνικές κινητήριες δυνάμεις που δρούσαν κάτω από την επιφάνεια του δίχως άλλο ορατού. Και για ν' αναφέρουμε δικές μας εμπειρίες: δεν σκανδαλίστηκαν από τις φανταστικές περιβολές, από το φαινομενικά μη πραγματικό περίγυρο της «Οπερας της πεντάρας». Δεν ήταν στενόμυαλοι, μισούσαν τη στενότητα (τα σπίτια τους ήταν στενά). Αυτοί ήταν γενναιόδωροι, οι επιχειρηματίες ήταν οι φιλάργυροι. Θεώρησαν περιττά μερικά πράγματα για τα οποία οι καλλιτέχνες ισχυρίζονταν πως ήταν απαραίτητα γι' αυτούς, αλλά εδώ στάθηκαν γενναιόδωροι. Δεν τάχθηκαν ενάντια στην αφθονία, τάχθηκαν ενάντια στο περιττό. Στο βόδι που αλώνιζε δεν έδεναν το στόμα, κοίταζαν μόνο να αλωνίζει. Δεν πίστευαν μόνο σε «μία» μέθοδο. Ηξεραν πως είχαν ανάγκη από πολλές μεθόδους για να πετύχουν το σκοπό τους.
Τα κριτήρια για τη λαϊκότητα και το ρεαλισμό πρέπει κανείς να τα διαλέγει τόσο με γενναιοδωρία όσο και με προσοχή, και δεν πρέπει να τα αντλεί από τα υπάρχοντα ρεαλιστικά και λαϊκά έργα, όπως συχνά συμβαίνει. Αν ενεργούσε κανείς μ' αυτόν τον τρόπο, θα αποκτούσε φορμαλιστικά κριτήρια, καθώς και λαϊκότητα και ρεαλισμό μόνο σύμφωνα με τη μορφή.

Δεν μπορεί κανείς να διαπιστώσει αν ένα έργο είναι ρεαλιστικό ή όχι όταν εξετάζει μόνο αν μοιάζει ή όχι με τα υπάρχοντα ρεαλιστικά λεγόμενα έργα ή με αυτά που ονομάζονται ρεαλιστικά για την εποχή τους. Σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει κανείς να συγκρίνει την περιγραφή της ζωής με την ίδια τη ζωή που περιγράφεται (κι όχι με κάποια άλλη περιγραφή). Κι ακόμη, όσον αφορά τη λαϊκότητα, υπάρχει ένας καθαρά φορμαλιστικός τρόπος να ενεργήσει κανείς, από τον οποίο πρέπει να φυλάγεται. Το γεγονός ότι ένα έργο είναι κατανοητό δεν σημαίνει ότι αυτό ισχύει, όταν το έργο αυτό έχει γραφτεί με τον ίδιο τρόπο που έχουν γραφτεί άλλα έργα που έγιναν κατανοητά. Ακόμη και τα έργα που έγιναν κατανοητά δεν έχουν γραφτεί όπως τα έργα που γράφτηκαν πριν απ' αυτά. Κάτι έγινε για να μπορέσουν να γίνουν κατανοητά. Ετσι θα πρέπει κι εμείς να κάνουμε κάτι για να γίνουν κατανοητά τα καινούργια έργα. Δεν υπάρχει μόνο το είμαι λαϊκός, αλλά και το γίνομαι λαϊκός.
Αν θέλουμε να έχουμε μια ζωντανή, αγωνιστική λογοτεχνία που να πληρεί την πραγματικότητα και να πληρείται απόλυτα απ' αυτήν, μια λογοτεχνία αληθινά λαϊκή, πρέπει να συμβαδίζουμε με την ορμητική εξέλιξη της πραγματικότητας. Οι μεγάλες εργαζόμενες λαϊκές μάζες είναι ήδη έτοιμες για εξέγερση. Το αποδεικνύει η δραστηριότητα και η κτηνωδία των εχθρών τους.
1938
 
Για τη λαϊκότητα και το ρεαλισμό

1. Η στροφή στο λαό
Ενα τμήμα της λογοτεχνίας της εξορίας (της απόδρασης, της καταδίωξης, των διακρίσεων) συνεχίζει ν' απευθύνεται στην αστική τάξη. Καταγγέλλει την εξόντωση των ανθρωπιστικών ιδανικών, αναφέρεται στη βαρβαρότητα για τη βαρβαρότητα. Αναφέρει πού και πού ότι τα απάνθρωπα μέτρα συνδέονται με ορισμένα κέρδη και μάλιστα με τα συμφέροντα μιας ορισμένης κάστας. Δε διαπιστώνει, όμως, ότι η εξόντωση των ανθρωπιστικών ιδεωδών εξυπηρετεί τη διατήρηση των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Με αφέλεια προσπαθεί να πείσει την αστική τάξη ότι αυτές οι σχέσεις ιδιοκτησίας θα μπορούσαν να διατηρηθούν κ.ά. χωρίς αυτά τα απάνθρωπα μέτρα, με περισσότερη καλοσύνη, ελευθερία, ανθρωπιά. Ισως ο λαός να έβρισκε κάπως κωμικές αυτού του είδους τις αφέλειες. Θα πίστευε, αν παραβρισκόταν σε μια συζήτηση μ' αυτό το θέμα, πόση καταπίεση θα χρειαζόταν για να διατηρηθεί η εκμετάλλευση. Αν αυτό γίνεται χωρίς πόλεμο ή μόνο με τον πόλεμο. Μ' έναν πόλεμο ανθρωπιστικό ή μη. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Οσο το σύνθημα «Ζήτω ο ανθρωπισμός!» δεν συμπληρώνεται από το σύνθημα «Ενάντια στις αστικές σχέσεις ιδιοκτησίας!», η στροφή της λογοτεχνίας προς το λαό δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί.

2. Η χρονική στιγμή
Και τελικά, για να δώσουμε στην κρίση μας μια συγκεκριμένη αρχή πρέπει βέβαια ν' αναφέρουμε και πότε συνέβη. Η τοποθέτηση ορισμένων πινάκων στους εσωτερικούς τοίχους πλοίων μπορεί να 'ναι κάτι πολύ τρελό αν γίνει σε μια χρονική στιγμή που το πλοίο έχει αρχίσει ήδη να βυθίζεται, όπως στην περίπτωση μιας ναυμαχίας. Στην πραγματικότητα συναντούμε, για να συνεχίσουμε με την εικόνα αυτή, καλλιτέχνες που ασχολούνται με το να επινοούν και να δημιουργούν πίνακες τη στιγμή που το πλοίο βυθίζεται.

3. Να απευθυνόμαστε σε όλους
Δεν πρέπει να έχει κανείς την απαίτηση τα καλλιτεχνικά έργα να γίνονται αμέσως κατανοητά σε όσους τα βλέπουν, αν θέλει να υπάρχει λογοτεχνία για το λαό. Ο λαός μπορεί με πολλούς τρόπους να γίνει κύριος των λογοτεχνικών έργων, κατά ομάδες κι ακόμη κατά μικρές ομάδες που κατανοούν γρήγορα και μεταδίδουν αυτά που κατάλαβαν, ή με το να στέκεται σ' ορισμένα σημεία των έργων αυτών, που τα κατανοεί αμέσως, και ξεκινώντας απ' αυτά να φτάνει να εξηγεί με συμπεράσματα αυτό που αρχικά ήταν ακατανόητο. Το να γράφει κανείς για μικρές ομάδες δεν σημαίνει ότι περιφρονεί το λαό. Το θέμα είναι αν οι ομάδες αυτές εξυπηρετούν από την πλευρά τους τα συμφέροντα του λαού, ή αν τα υπονομεύουν. Η υπονόμευση των συμφερόντων του λαού υπάρχει ήδη στο προσκήνιο, όταν τέτοιου είδους κύκλοι μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν για τη διατήρησή τους κι όταν επιδιώκονται μονοπώλια (πράγμα που διευκολύνουν και οι συγγραφείς). Το ρεύμα πρέπει να πλημμυρίσει, θα λέγαμε, τα σημεία συγκέντρωσης.

4. Λαϊκό από πάνω προς τα κάτω
Αναμφίβολα η έννοια αυτή έχει κάτι το αλαζονικό. Η λέξη, κατά κάποιο τρόπο, λέγεται από πάνω προς τα κάτω. Δείχνει να περιέχει μια απαίτηση για τη μέγιστη δυνατή απλοποίηση. Πρέπει κάτι να γίνει για το λαό, τέρμα με το χαβιάρι! Κάτι που να καταλαβαίνει ο λαός που έτσι κι αλλιώς αργεί να καταλάβει. Ο λαός είναι κάτι που έχει μείνει πίσω. Πρέπει όλα να του δίνονται στο χέρι, όπως έχει συνηθίσει. Μαθαίνει δύσκολα, δεν πλησιάζει εύκολα το καινούργιο. Ο Δανός προλετάριος ποιητής Χένρι Γιουλ Αντερσεν έγραψε ένα ποίημα για τις συνήθειες που είναι σαν τις αλυσίδες των σκλάβων. Δεν έχουμε καμιά σχέση με αυτή την έννοια του λαϊκού, από πάνω προς τα κάτω. Η λαϊκή γραφή δεν είναι πρόβλημα μορφής.

5. Οι ποιητές, φερέφωνα τον λαού
Ο λαός, που χρησιμοποιεί σαν φερέφωνά του μερικούς από τους ποιητές, απαιτεί να μεταφέρουν τα λόγια του, αλλά να μην τ' αλλάζουν. Απαιτεί να εξυπηρετούνται τα συμφέροντά του, ολόκληρο το γιγαντιαίο πλέγμα των συμφερόντων του, από τα πιο φανερά, υπαρξιακά, μέχρι τα πιο κρυφά. Ενδιαφέρεται για τη μορφή του μυθιστορήματος τόσο λίγο και τόσο πολύ όσο και για τη μορφή του πολιτεύματος. Δεν πρόκειται για συντηρητισμό. Η συνέχιση της παράδοσης δεν είναι γι' αυτόν κάτι το ιερό, πότε - πότε γίνεται και με τρόπο ανίερο.
13 του Αυγούστου 1953
 
Για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό

Για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό δε θα 'πρεπε κανείς να μαθαίνει απλά και μόνο από τα έργα που υπάρχουν ή από τους τρόπους των παραστάσεων. Το κριτήριο δε θα έπρεπε να είναι αν ένα έργο ή μια παράσταση μοιάζει με άλλα έργα ή παραστάσεις που καταλογίζονται στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, αλλά αν το έργο είναι σοσιαλιστικό και ρεαλιστικό.
1
Η ρεαλιστική τέχνη είναι αγωνιστική τέχνη. Καταπολεμά τις λαθεμένες αντιλήψεις για την πραγματικότητα και τις ενέργειες εκείνες που αντιτίθενται στα πραγματικά συμφέροντα της ανθρωπότητας. Καθιστά δυνατές τις σωστές απόψεις και δυναμώνει τις παραγωγικές ενέργειες.
2
Οι ρεαλιστές καλλιτέχνες τονίζουν το λογικό στοιχείο, το «γήινο» με την πλατιά έννοια, το τυπικό (ιστορικά σημαντικό).
3
Οι ρεαλιστές καλλιτέχνες τονίζουν τη στιγμή της γέννησης και της φθοράς. Σε όλα τους τα έργα σκέφτονται ιστορικά.
4
Οι ρεαλιστές καλλιτέχνες παρουσιάζουν τις αντιφάσεις στους ανθρώπους και στις σχέσεις μεταξύ τους και δείχνουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αναπτύσσονται αυτές οι αντιφάσεις.
5
Οι ρεαλιστές καλλιτέχνες ενδιαφέρονται για τις αλλαγές στους ανθρώπους και στις σχέσεις μεταξύ τους, για τις σταθερές και για τις αλματώδεις αλλαγές στις οποίες μεταβάλλονται οι σταθερές.
6
Οι ρεαλιστές καλλιτέχνες παρουσιάζουν τη δύναμη των ιδεών και τα υλικά θεμέλια των ιδεών.
7
Οι σοσιαλιστές - ρεαλιστές καλλιτέχνες είναι ανθρώπινοι, αυτό σημαίνει πως αισθάνονται φιλικά απέναντι στους ανθρώπους και πως παρουσιάζουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να δυναμώνουν τα σοσιαλιστικά κίνητρα. Δυναμώνουν με την πρακτική επισκόπηση στον κοινωνικό μηχανισμό και με το να γίνεται η ώθηση απόλαυση.
8
Οι σοσιαλιστές - ρεαλιστές καλλιτέχνες δεν παίρνουν ρεαλιστική θέση μόνο απέναντι στα θέματά τους, αλλά και απέναντι στο κοινό τους.
9
Οι σοσιαλιστές - ρεαλιστές καλλιτέχνες παίρνουν υπόψη τους το βαθμό μόρφωσης και την τάξη στην οποία ανήκει το κοινό τους, καθώς και την κατάσταση που βρίσκονται οι ταξικοί αγώνες.
10
Οι σοσιαλιστές - ρεαλιστές καλλιτέχνες αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα από τη σκοπιά του εργαζόμενου πληθυσμού και των διανοουμένων που συνδέονται μαζί του, οι οποίοι είναι υπέρ του σοσιαλισμού.
Σοσιαλιστικός ρεαλισμός στο θέατρο
1
Σοσιαλιστικός ρεαλισμός σημαίνει μια πιστή στην πραγματικότητα απόδοση της συμβίωσης των ανθρώπων από τη σοσιαλιστική σκοπιά με τα μέσα της τέχνης. Η απόδοση γίνεται με τέτοιον τρόπο, ώστε να γίνεται αποδεκτή η εξέταση του κοινωνικού μηχανισμού και να προκαλούνται σοσιαλιστικές ωθήσεις. Στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό το μεγαλύτερο μέρος της ευχαρίστησης που κάθε τέχνη πρέπει να εξασφαλίζει, είναι η ευχαρίστηση που προσφέρει η δυνατότητα καθοδήγησης της τύχης των ανθρώπων μέσω της κοινωνίας.
2
Το σοσιαλιστικό - ρεαλιστικό έργο τέχνης αποκαλύπτει τους διαλεκτικούς νόμους κίνησης του κοινωνικού μηχανισμού, των οποίων η γνώση διευκολύνει το χειρισμό της τύχης των ανθρώπων. Προσφέρει ευχαρίστηση στην ανακάλυψη και παρατήρησή τους.
3
Το σοσιαλιστικό - ρεαλιστικό έργο τέχνης παρουσιάζει χαρακτήρες και γεγονότα σαν κάτι το ιστορικό, το μεταβαλλόμενο και το αντιφατικό. Αυτό σημαίνει μια μεγάλη απότομη μεταβολή. Είναι απαραίτητο να γίνουν σοβαρές προσπάθειες για νέα μέσα παρουσίασης.
4
Το σοσιαλιστικό - ρεαλιστικό έργο τέχνης ξεκινά από τις απόψεις της προλεταριακής τάξης και απευθύνεται σε όλους τους καλοπροαίρετους ανθρώπους. Τους δείχνει την κοσμοθεωρία και τους σκοπούς της προλεταριακής τάξης, που ετοιμάζεται ν' ανεβάσει την παραγωγικότητα των ανθρώπων σε ανήκουστη μέχρι τώρα έκταση με μια νέα διαμόρφωση της κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση.
5
Η σοσιαλιστική - ρεαλιστική απόδοση παλιών κλασικών έργων ξεκινά από την αντίληψη ότι η ανθρωπότητα διαφύλαξε τα έργα εκείνα που διαμόρφωσαν καλλιτεχνικά τις προόδους της για έναν όλο και πιο ισχυρό, πιο ευαίσθητο και πιο τολμηρό ανθρωπισμό. Η απόδοση τονίζει, λοιπόν, τις προοδευτικές ιδέες των κλασικών έργων.

Σημειώσεις:
1. Λαϊκότητα και ρεαλισμός. Η πραγματεία αυτή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1958 στο τεύχος 4 του περιοδικού «Ζιν Ουντ Φορμ», του Βερολίνου. Το κείμενο που δίνεται εδώ παίρνει υπόψη του μερικές χειρόγραφες διορθώσεις του Μπρεχτ οι οποίες έγιναν γνωστές λίγο αργότερα.
2. Το περιοδικό «Ντας Βορτ» χρωστά ιδιαίτερα στον Γκ. Λούκατς μερικές σημαντικά αξιόλογες πραγματείες που φωτίζουν την έννοια του ρεαλισμού αν και, κατά τη γνώμη μου, ο ορισμός που δίνουν είναι κάπως πολύ στενός.
 
Τα δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς1

Κάποτε αναρωτήθηκα γιατί ορισμένα δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς έχουν κάτι που δεν είναι ικανοποιητικό, παρ' όλο που περιέχουν τόσα αξιοσπούδαστα πράγματα. Ο Λούκατς ξεκινά από μια υγιή αρχή, κι όμως κανείς δεν μπορεί να απαλλαγεί από την εντύπωση ότι είναι κάπως ξένος προς την πραγματικότητα. Εξετάζει την πτώση του αστικού μυθιστορήματος από τα ύψη εκείνα που είχε κυριεύσει, όταν η αστική τάξη ήταν ακόμη προοδευτική. Μεταχειρίζεται ευγενικά τους σύγχρονους μυθιστορηματογράφους, στο μέτρο που αυτοί ακολουθούν τους κλασικούς του αστικού μυθιστορήματος, δηλαδή γράφουν τουλάχιστον ρεαλιστικά από την άποψη της μορφής. Ομως, δεν μπορεί να μη δει κι εδώ ακόμη την πτώση. Του είναι εντελώς αδύνατο να βρει σ' αυτούς ένα ρεαλισμό που να είναι εφάμιλλος με το ρεαλισμό των κλασικών σε βάθος, έκταση και επιθετικότητα.

Αλλωστε, πώς θα μπορούσαν να υψωθούν πάνω από την ίδια τους την τάξη; Κι ακόμη υπάρχει, πρέπει να υπάρχει, και αποσύνθεση της μυθιστορηματικής τεχνικής. Δε σημαίνει πως υπάρχει μειωμένη τεχνική επιδεξιότητα, η τεχνική όμως αποκτά κάτι το παράξενα τεχνικό, κάτι το αυταρχικό, αν θέλετε. Ακόμη και στο ρεαλιστικό τρόπο δόμησης πάνω σε κλασικά πρότυπα εισχωρούν κάποια φορμαλιστικά στοιχεία. Υπάρχουν μερικές χαρακτηριστικές λεπτομέρειες. Ακόμη και οι συγγραφείς που διαπιστώνουν και καταπολεμούν την εκμετάλλευση, τη βαρβαρότητα και τη μηχανοποίηση του ανθρώπου μέσα από τον καπιταλισμό, δείχνουν να παίρνουν μέρος σ' αυτή την πράξη της εκμετάλλευσης, ενώ στις εξιστορήσεις τους φαίνονται να τον εξυψώνουν ελάχιστα, να τον κυνηγούν παθιασμένα μέσα από τα γεγονότα και να αντιμετωπίζουν την εσωτερική του ζωή σαν quantite negligeable [αμελητέα ποσότητα] και τα λοιπά. Κι αυτοί γίνονται ορθολογιστές, ας πούμε.

Συμμετέχουν στις «προόδους» της φυσικής. Εγκαταλείπουν την αυστηρή αιτιότητα και προχωρούν στη στατιστική, εγκαταλείποντας το μεμονωμένο άνθρωπο, ακολουθώντας αυστηρά τη σχέση αιτίου και αιτιατού και μιλούν μόνο για μεγαλύτερες μονάδες. Και μάλιστα, με τον τρόπο τους, έχουν τον παράγοντα αβεβαιότητας του Σρέντινγκερ. Αφαιρούν από τον παρατηρητή την αυθεντία και την αξιοπιστία και κινητοποιούν τον αναγνώστη ενάντια στον εαυτό του, παρουσιάζοντας μόνο υποκειμενικές μαρτυρίες που χαρακτηρίζουν απλά αυτούς που τις αναφέρουν (Ζιντ, Τζόις, Ντέμπλιν). Μπορεί κανείς ν' ακολουθήσει τον Λούκατς σ' όλες αυτές τις παρατηρήσεις και να υπογράψει τη διαμαρτυρία του. Τώρα όμως ερχόμαστε στο θετικό, εποικοδομητικό, αξιωματικό μέρος της αντίληψης του Λούκατς. Με μια και μόνο κίνηση του χεριού του καθαρίζει απ' το τραπέζι την «απάνθρωπη» τεχνική. Γυρίζει πίσω στους προγόνους, εξορκίζει τους εκφυλισμένους απογόνους να προσπαθήσουν να τους φτάσουν. Οι συγγραφείς βρίσκονται λοιπόν μπροστά σ' έναν άνθρωπο που έχει χάσει τις ανθρώπινες ιδιότητές του; Σ' έναν άνθρωπο με κατεστραμμένο εσωτερικό κόσμο; Σ' έναν άνθρωπο που σ' όλη του τη ζωή θα καταδιώκεται με πάθος; Μειώθηκαν οι λογικές του ικανότητες; Πώς φαίνονται τώρα πια ασύνδετα τα πράγματα που συνδέονταν μεταξύ τους; Ετσι οι συγγραφείς πρέπει να μείνουν πιστοί στους παλιούς δασκάλους, να παραγάγουν πλούσια πνευματική ζωή, να σταματήσουν το ρυθμό των γεγονότων με την αργή διήγηση, να τοποθετήσουν και πάλι με την τέχνη τους τον άνθρωπο στο κέντρο των γεγονότων και τα λοιπά και τα λοιπά. Και οι κανονισμοί για την πραγματοποίηση γίνονται ψίθυροι. Είναι φανερό ότι οι προτάσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Κανένας άνθρωπος που θεωρεί τη βασική αντίληψη του Λούκατς σωστή, δε θα παραξενευτεί γι' αυτό. Δεν υπάρχει λοιπόν διέξοδος; Υπάρχει μία. Τη δείχνει η νέα ανερχόμενη τάξη.

Δεν είναι παλινδρόμηση. Δε συνδέεται με το καλό παλιό, αλλά με το κακό νέο. Δεν πρόκειται για την κατάργηση της τεχνικής, αλλά για την τελειοποίησή της. Ο άνθρωπος δεν ξαναγίνεται άνθρωπος με το να διαχωριστεί από τη μάζα, αλλά με το να επανενταχθεί σ ' αυτήν. Η μάζα αποτινάσσει την κατάσταση της έλλειψης των ανθρώπινων ιδιοτήτων, κι έτσι ο άνθρωπος ξαναγίνεται άνθρωπος (όχι αυτός που ήταν πριν). Σ ' αυτόν το δρόμο πρέπει να βαδίσει η λογοτεχνία στην εποχή μας, όπου οι μάζες αρχίζουν να οδηγούνται σ' ό,τι πιο αξιόλογο και ανθρώπινο υπάρχει, όπου οι μάζες κινητοποιούν τους ανθρώπους ενάντια στην απανθρωποποίηση που φέρνει ο καπιταλισμός στη φασιστική του φάση. Η στιγμή της συνθηκολόγησης, της υποχώρησης, η ουτοπιστική και ιδεαλιστική στιγμή, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται στα δοκίμια του Λούκατς και την οποία σίγουρα θα ξεπεράσει, είναι αυτό που κάνει τις αξιοσπούδαστες εργασίες του μη ικανοποιητικές, είναι αυτό που δίνει την εντύπωση ότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η απόλαυση κι όχι ο αγώνας, η διέξοδος κι όχι η προέλαση.

Σημείωση:
1. Τα δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς. Στο περιοδικό «Ιντερνατσιονάλε Λιτερατούρ» δημοσιεύτηκαν από τον Γκέοργκ Λούκατς, εκτός από το άρθρο, που ήδη αναφέρθηκε, για τον εξπρεσιονισμό, μεταξύ άλλων και πραγματείες: «Διήγηση ή περιγραφή; Για τη συζήτηση πάνω στο νατουραλισμό και το φορμαλισμό» (τεύχος 11 και 12/1936), «Ο λέων Τολστόι και η ανάπτυξη του ρεαλισμού» (τεύχος 10 και 11/1938), «Αλληλογραφία ανάμεσα στην Αννα Ζέγκερς και τον Γκέοργκ Λούκατς» (τεύχος 5/1939), «Συγγραφείς και κριτικοί» (τεύχος 9 και 10/1939), «Λαϊκό βήμα ή γραφειοκράτης;» (τεύχος 1,2 και 3/1940). Στο περιοδικό «Ντας Βορτ» δημοσιεύτηκαν του Λούκατς: «Πνευματική φυσιογνωμία των καλλιτεχνικών μορφών» (τεύχος 4/1936), «Ο φασιστικοποιημένος και ο πραγματικός Μπίχνερ» (τεύχος 2/1937), «Η πτώση του αστικού ρεαλισμού» (τεύχος 6/1937), «Το ιδανικό του αρμονικού ανθρώπου στην αστική αισθητική» (τεύχος 4/1938), «Πρόκειται για το ρεαλισμό» (τεύχος 6/1938), «Η νεότητα του Βασιλιά Ερρίκου του 4ου» (τεύχος 8/1938), «Ο πληβείος ουμανισμός στην αισθητική του Τολστόι» (τεύχος 9/1938). Οι πραγματείες του Λούκατς, αφού κατά ένα μέρος δέχτηκαν επεξεργασία, εκδόθηκαν το 1955 στις εκδόσεις «Αουφμπαου» του Βερολίνου στο συνοπτικό τόμο «Προβλήματα ρεαλισμού». Ενα μέρος των εργασιών είχε ήδη εκδοθεί το 1948 από τον ίδιο εκδοτικό οίκο με τίτλο «Δοκίμια για το ρεαλισμό».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου