Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

«Η πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του ΚΚΕ» α΄


Το διάστημα 2019 - 2021 συμπληρώνονται 30 χρόνια από την περίοδο 1989 - 1991, τα χρόνια που πραγματοποιήθηκε η ολοκλήρωση της πορείας αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και τα άλλα κράτη της σοσιαλιστικής εξουσίας στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Ηταν η ίδια περίοδος κατά την οποία βάθυνε η κρίση και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, που εκδηλώθηκε και η κρίση στις γραμμές του ΚΚΕ, η οποία εκφράστηκε με τη διάσπαση - της ΚΝΕ κυρίως - το 1989 και του Κόμματος το 1991. Ο «Ριζοσπάστης» εγκαινιάζει σήμερα αρθρογραφία ιδεολογικού και ιστορικού περιεχομένου σε σχέση με αυτά τα ζητήματα. 


Σήμερα και τις επόμενες δύο βδομάδες θα επαναδημοσιεύσουμε αποσπάσματα από το άρθρο του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ με τίτλο «Η πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του ΚΚΕ», που δημοσιεύτηκε στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», τεύχος 6 του 2013. Τα αποσπάσματα αυτά δίνουν κωδικοποιημένα το πλαίσιο των στρατηγικών και προγραμματικών θέσεων του ΚΚΕ την περίοδο 1968 - 1991, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις. Η αρθρογραφία και τα ιστορικά αφιερώματα θα συνεχιστούν σε φύλλα του «Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου» τις βδομάδες που θα ακολουθήσουν.

Ιδεολογικοπολιτικά προβλήματα στην προγραμματική αντίληψη του ΚΚΕ 
από την κρίση του 1968 έως την κρίση του 1991

Στο «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Β΄, 1949 - 1968» αναφέρεται ότι η 12η Ολομέλεια αποτελεί σημαντικό σταθμό στην Ιστορία του Κόμματος γιατί υπερασπίστηκε τις αρχές του μαρξισμού - λενινισμού, άφησε κομμουνιστικά αντανακλαστικά παρά τις σοβαρές αντιφάσεις που περιείχε η στρατηγική. Το Πρόγραμμα που επεξεργάστηκε το 9ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Δεκέμβρης 1973) διατηρεί σοβαρά προβλήματα στρατηγικής, εξαιτίας και των αρνητικών επιπτώσεων του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ στην πολιτική γραμμή του Κόμματος και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Τα βασικά προβλήματα εστιάζονται: Στα δύο στάδια της επαναστατικής διαδικασίας, στην αντίληψη ότι μια κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού μ' ένα «μεταβατικό πρόγραμμα» μπορεί ν' ανοίξει την επαναστατική διαδικασία, να διαπαιδαγωγήσει επαναστατικά την εργατική τάξη. Στην εκτίμηση για το χαρακτήρα της διαπλοκής και της συνεργασίας του εγχώριου και ξένου κεφαλαίου, για το επίπεδο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και τη θέση του στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Αυτά τα προβλήματα θεωρητικού χαρακτήρα, με επιπτώσεις όμως στη χάραξη της στρατηγικής και στη διαμόρφωση του Προγράμματος, έλκουν την καταγωγή τους από την περίοδο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφορούν το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, τις αποφάσεις της Γ΄ Διεθνούς, όπως έχουμε εκτιμήσει στο 18ο Συνέδριο, στο Δοκίμιο, στη Διακήρυξη της ΚΕ για τον Αντιφασιστικό Αγώνα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κ.λπ.

Το «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Β΄, 1949 - 1968» στη σελίδα 26 αναφέρεται στα μεθοδολογικά προβλήματα που υπάρχουν στην ιστορική συγκρότηση του αστικού κράτους, στην ανάλυση του ελληνικού καπιταλισμού και στις διάφορες φάσεις του, με αφετηρία τις απαρχές συγκρότησης του ελληνικού κράτους, «που από τη γέννησή του είχε πολύ περιορισμένη έκταση και κυρίως περιορισμένο πληθυσμό, περιορισμένη εσωτερική αγορά, που ήταν παράγοντας καθυστέρησης της εσωτερικής κεφαλαιακής συσσώρευσης».

Η λαθεμένη, από την πλευρά του ΚΚΕ, εκτίμηση της ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού επηρεάζεται επίσης από τις μεταπολεμικές ενδοαστικές αντιθέσεις, την αντιπαράθεση τμήματος αστικών πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα με τις ΗΠΑ, σε σχέση με το πρόγραμμα εκβιομηχάνισης και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των αμερικανικών εισροών, για τη σταθεροποίηση του καπιταλισμού στην Ελλάδα και τη στέρεη ενσωμάτωσή της στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή.

Το ίδιο επέδρασαν οι αντιρρήσεις που εκφράστηκαν από τμήμα των αστικών δυνάμεων την περίοδο που ξεκίνησε η συζήτηση για την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ με πυρήνα της αντιπαράθεσης το αν η Ελλάδα ήταν έτοιμη από την άποψη της οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης να πετύχει «ισότιμη» συμμετοχή σε δικαιώματα και υποχρεώσεις ή θα μετατρεπόταν σε «απλή αποικία». Η διαμάχη επεκτάθηκε, ανάλογα με τα επιμέρους καπιταλιστικά συμφέροντα, με αντικείμενο «αν η Ελλάδα θα έδινε βάρος στον αγροτικό χαρακτήρα της οικονομίας - που πίστευαν ότι είχε πλεονεκτήματα στο πλαίσιο της ΕΟΚ - ή θα είχε πλήγματα η πορεία εκβιομηχάνισης που ήταν ασθενής και μη ανταγωνιστική».

Εχει σημασία το ζήτημα της αντανάκλασης των ενδοαστικών αντιθέσεων στο πολιτικό σύστημα και της διείσδυσής τους στις επεξεργασίες του Κόμματος, καθώς και σήμερα υπάρχουν αντιθέσεις συμφερόντων στους κόλπους της αστικής τάξης όσον αφορά λ.χ. το ευρώ ή τη δραχμή, την περιοριστική ή επεκτατική διαχειριστική συνταγή, τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, το ποιοι κλάδοι - τομείς της οικονομίας αποτελούν «ατμομηχανή» της παραγωγικής ανάκαμψης. Ο ΣΥΡΙΖΑ λ.χ. δεν χρησιμοποιεί τις αντιθέσεις αυτές μόνο για λόγους εκλογικής πολιτικής τακτικής, αλλά ως πολιτική γραμμή εναλλακτικής λύσης, με τη μια συνταγή διαχείρισης απέναντι στην άλλη και, με ταλαντεύσεις, στοιχίζεται περισσότερο ή λιγότερο με τον έναν ιμπεριαλιστικό πόλο σε αντίθεση με τον άλλο.

Στις αναλύσεις - εκτιμήσεις του Κόμματός μας, η συγκριτική καθυστέρηση στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού εμφανίζεται ως ιδιομορφία, αποδίδεται στους ληστρικούς προσανατολισμούς του ξένου κεφαλαίου, στο πλέγμα των διεθνών σχέσεων της χώρας ιδιαίτερα με τις ΗΠΑ. Παράλληλα, παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η μεταπολεμική καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα στηρίχτηκε κυρίως στην εσωτερική συσσώρευση και λιγότερο στις επενδύσεις ξένων κεφαλαίων. Παραγνωρίζεται η σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη ανισομετρία και ενδοκλαδική δυσαναλογία αντίστοιχα σε διακρατικό και εθνικό επίπεδο. Υποβαθμίζεται το γενικό ταξικό κριτήριο στην επιλογή ένταξης στην ΕΟΚ, δηλαδή της ενίσχυσης της συνεργασίας με καπιταλιστικά κράτη. Κατηγορείται η αστική τάξη για υποτέλεια, διαχωρίζεται σε εθνική και ξενόδουλη, σε μονοπωλιακή και μη μονοπωλιακή εθνική αστική τάξη.

Επιδιώκεται η ανάδειξη κυβέρνησης αντιμονοπωλιακών - αντιιμπεριαλιστικών πολιτικών δυνάμεων, η οποία θα μπορούσε να εξασφαλίσει και τη συγκατάθεση ή ανοχή - ουδετερότητα της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης. Επιδιώκεται κυβέρνηση που με λαϊκή στήριξη θα προχωρήσει σε αλλαγές θεσμών που αφορούν στο αστικό κράτος και το αστικό πολιτικό σύστημα, την καπιταλιστική οικονομία, και μέσω αυτής να ξετυλιχτεί η επαναστατική διαδικασία των δύο σταδίων. 
Το ζήτημα, λοιπόν, της εκτίμησης του χαρακτήρα του κράτους είναι βασικό και δεν μπορεί ν' αντιμετωπίζεται μόνο με πολιτικούς όρους, ως κράτος που ταυτίζεται κάθε φορά με το ποιο κόμμα ή ποιος συνασπισμός κομμάτων κυβερνά, ή με ποια μορφή πολιτεύματος.

Και όλ' αυτά ενώ και το 9ο (1973) και το 10ο (Μάης 1978) Συνέδριο, που ήταν προγραμματικά, δέχονταν - και σωστά - ότι στην Ελλάδα έχει αναπτυχθεί ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός. 

Ταυτόχρονα, επισημαινόταν στις Θέσεις για το 10ο Συνέδριο (Θέση 52, σελίδα 62) ότι, παράλληλα με την ύπαρξη των βασικών αντικειμενικών προϋποθέσεων του σοσιαλισμού στη χώρα μας, εξακολουθούσαν να παραμένουν άλυτα: «Δημοκρατικά προβλήματα, και μάλιστα τα σπουδαιότερα απ' αυτά, το πρόβλημα της εθνικής ανεξαρτησίας, το πρόβλημα της κυριαρχίας των μονοπωλίων και το πρόβλημα των δημοκρατικών ελευθεριών οξύνονται».

Πρόκειται για ιδεολογική αδυναμία το να θεωρείται η κυριαρχία των μονοπωλίων πρόβλημα δημοκρατικό ή να θεωρείται ότι η σχέση εξάρτησης στο πλαίσιο του ιμπεριαλισμού συνιστά καπιταλιστική ιδιομορφία και παρέκκλιση σ' εθνικό επίπεδο. Ουσιαστικά παραγνωρίζεται ότι πρόκειται για φαινόμενα σύμφυτα με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, της καπιταλιστικής διεθνοποίησης.

Προβληματικός υπήρξε και ο διαχωρισμός στον στόχο κοινωνικοποίησης των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής διαχωρίζοντάς τα σε μονοπώλια «στρατηγικής σημασίας» ή στο πρώτο στάδιο εθνικοποίησης μονοπωλίων «εθνικής σημασίας». Στη ρεφορμιστική αστική και την οπορτουνιστική αντίληψη, στρατηγικής σημασίας θεωρούνται τα ιδιωτικά μονοπώλια στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών, στα μεγάλα λιμάνια κι αεροδρόμια, ο τομέας της αμυντικής βιομηχανίας, τα μονοπώλια εξόρυξης, επεξεργασίας και εμπορίας ορυκτού πλούτου, ο τομέας της ύδρευσης κ.λπ. Αυτά τα μονοπώλια, ακόμα και όταν είναι αποκλειστικά κρατικά, δεν παύουν να εξυπηρετούν την αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, την ιδιοποίηση της υπεραξίας, την εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού. Πολύ περισσότερο που στρατηγικής σημασίας είναι κι άλλα μονοπώλια στην παραγωγή εργαλείων και μηχανών, στη μεταποίηση, στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, στον τουρισμό κ.λπ. Για τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης και την οικοδόμηση, σημασία έχουν όλα τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και βεβαίως ο τομέας του εμπορίου, των κοινωνικών υπηρεσιών, της Παιδείας, της Πρόνοιας - Υγείας, των κατασκευών κ.λπ.

Από αυτά τα θεωρητικά - ιδεολογικά λάθη πηγάζουν και τα πολιτικά, που χαρακτηρίζουν φιλομονοπωλιακή την πολιτική μιας κυβέρνησης φιλελεύθερων αστικών κομμάτων, ή τη δοκιμασμένη κυβερνητική πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας και αντιμονοπωλιακή την πολιτική μιας κυβέρνησης συνεργασίας νέων σοσιαλδημοκρατικών, οπορτουνιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων που εκπροσωπούν μικροαστικές και εργατικές δυνάμεις, χαρακτηρίζοντάς τη και πρώτο στάδιο της επαναστατικής διαδικασίας.

Η πρόταξη της «αντιιμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής δημοκρατικής αλλαγής» στηρίχτηκε στην αντίληψη ότι οι υποκειμενικές της προϋποθέσεις μπορούν να ωριμάσουν με γρηγορότερους ρυθμούς από τις υποκειμενικές προϋποθέσεις της σοσιαλιστικής αλλαγής. Στην προκειμένη περίπτωση, ο χαρακτήρας της επανάστασης προσδιορίζεται από τον συσχετισμό δυνάμεων κι όχι από το χαρακτήρα της εποχής, επομένως ποια επανάσταση μπορεί να λύσει και τη συγκεκριμένη αντίθεση στο ερώτημα «με τα μονοπώλια ή το λαό». Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία, πέραν της οπορτουνιστικής επίδρασης, να διαχωρίζεται η στρατηγική σε στρατηγική για την κατάργηση της ξενοκρατίας και σε στρατηγική για την ανατροπή του καπιταλισμού. Ούτε η λογική περί αλληλοδιαπλεκόμενων σταδίων και φάσεων μπορεί να δικαιολογήσει ένα τέτοιο «σχήμα».

Ανάμεσα στις άλλες αρνητικές συνέπειες της εκτίμησης για καθυστερημένο ελληνικό καπιταλισμό, που οφείλεται κύρια και αποκλειστικά στην εξάρτηση, είναι και ότι δεν παίρνεται υπόψη στη διαμόρφωση της στρατηγικής των συμμαχιών η διεύρυνση των ενδιάμεσων κοινωνικών στρωμάτων που συνοδεύουν την καπιταλιστική ανάπτυξη που συντελέστηκε τη μεταπολεμική περίοδο. 

Παραγνωρίζει την εμφάνιση νέων μεσαίων στρωμάτων δυναμικά αναπτυσσόμενων καθώς και την ισχυροποίηση της εργατικής αριστοκρατίας, τη δημιουργία δηλαδή των κοινωνικοοικονομικών όρων για την ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα και την ισχυροποίηση του ρεφορμισμού - οπορτουνισμού, αφού διευρύνθηκε η κοινωνική τους βάση.

Τα μεσαία στρώματα - χωρίς να παίρνονται υπόψη η εσωτερική τους διαστρωμάτωση, τα εκ διαμέτρου αντίθετα συμφέροντα ενός σημαντικού τμήματός τους με την εργατική τάξη - συλλήβδην θεωρούνταν σύμμαχός της, επιπλέον θεωρούνταν ρεαλιστικό στην κοινωνική συμμαχία να προσχωρήσουν και τμήματα της «μη μονοπωλιακής» αστικής τάξης ή να μείνουν σε γραμμή ουδετερότητας.

Διαχέεται η αντίληψη, με πολλούς τρόπους, ότι είναι δυνατόν η πολιτική συμμαχία με την πρόοδο της ταξικής πάλης και της συνεργασίας των κοινωνικών δυνάμεων να οδηγήσει - στις συνθήκες κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων - σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα διαφοροποιήσει το αστικό κράτος και την οικονομία, ώστε να γίνει το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Πρόκειται για μεταρρυθμιστική αντίληψη, που αποσπά το χαρακτήρα της πολιτικής από το χαρακτήρα της οικονομίας.

Το θέμα είναι ότι, σε περιόδους που ωριμάζει ουσιαστική αλλαγή στο συσχετισμό μεταξύ των δύο αντίπαλων τάξεων, δεν αρκεί η γενικά ανεβασμένη πολιτική δραστηριότητα των μαζών ή η έκφραση της ταξικής πάλης με τις πιο οξυμένες μορφές. Η πολιτική δραστηριότητα των λαϊκών μαζών με την πρωτοπορία της εργατικής τάξης και την καθοδήγηση του ΚΚΕ αποκτά προτεραιότητα σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης και όταν η εργατική τάξη με τους συμμάχους της είναι αποφασισμένη να ριχτεί στην πάλη, για να πάρει στα χέρια της την πολιτική εξουσία, με πρώτη πράξη να καταργήσει την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και να τσακίσει το αστικό κράτος και όχι ν' αλλάξει κάποιους αστικούς θεσμούς, μετασχηματίζοντάς τους σε εργατικούς, σοσιαλιστικούς. Η επικράτησή της, βέβαια, θα κριθεί από την αποτελεσματική αντιμετώπιση της οργανωμένης αντίδρασης της αστικής τάξης, των μηχανισμών της, από την απόκρουση της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, ζήτημα που θα κριθεί και με όρους προλεταριακού διεθνισμού, εργατικής - λαϊκής αλληλεγγύης στον περίγυρό της και σε διεθνές επίπεδο.

Το 9ο και το 10ο Συνέδριο είναι επηρεασμένα από τη γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, στην οποία αποφασιστικά επέδρασε το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Σ' αυτήν τη βάση προβάλλουν την εκτίμηση ότι έχουν αυξηθεί σε διεθνή κλίμακα οι δυνατότητες του ειρηνικού περάσματος της εξουσίας στις επαναστατικές δυνάμεις σε σύγκριση με το παρελθόν, όπως αναφέρεται στη Θέση 64 στη σελίδα 73 των Θέσεων για το 10ο Συνέδριο. Η λογική της θέσης αυτής στηριζόταν στην εκτίμηση ότι ήταν δυνατός ο ειρηνικός δρόμος με απαραίτητη προϋπόθεση τη διαμόρφωση ενός τέτοιου πολιτικού κλίματος και προπαντός την ύπαρξη μιας τέτοιας υπεροχής των λαϊκών επαναστατικών δυνάμεων, που θα παρέλυαν την αντίδραση, θα την υποχρέωναν να εγκαταλείψει κάθε σκέψη ένοπλης αντίστασης στη θέληση του λαού.

Οπως έχουμε εκτιμήσει, παρά τα όποια γλιστρήματα που κατά καιρούς είχε το Κόμμα μας με δική του ευθύνη και κάτω και από τις επιδράσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αφού ήταν αναπόσπαστο τμήμα του, δεν εξελίχτηκε σ' ένα διαμορφωμένο οπορτουνιστικό κόμμα, δεν έγινε ποτέ ευρωκομμουνιστικό κόμμα, δεν πέρασε σε εχθρικό στρατόπεδο απέναντι στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. 

Αν είχε εξελιχτεί σε οπορτουνιστικό κόμμα, θα είχε χάσει τη δυνατότητα της πάλης για την αποκατάσταση του χαρακτήρα και του Προγράμματός του. Αυτό το συνειδητοποιήσαμε και το εκτιμήσαμε την περίοδο του 1989 - 1991.

(Συνεχίζεται)


Από τον Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου