Επιλογή γλώσσας

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Αντιφασιστική Νίκη (Μέρος Β')

Αποχαλινωμένος ο γερμανικός ιμπεριαλισμός από τη στήριξη που του παρείχαν  οι καπιταλιστές της Δύσης  ξεκίνησε  τον «χορό του πολέμου» στην Ευρώπη. 

Τον Οκτώβρη του 1933 η Γερμανία εγκατέλειψε τη Διάσκεψη της Γενεύης για τον αφοπλισμό και κατέθεσε δήλωση αποχώρησης από την Κοινωνία των Εθνών.

Στις 16 Μάρτη 1935, ο Χίτλερ κήρυξε στη χώρα γενική επιστράτευση.

Είχε ήδη προσαρτήσει το Σάαρ, σημαντικό μεταλλουργικό κέντρο -το οποίο με βάση τη Συνθήκη των Βερσαλιών ήταν αποστρατιωτικοποιημένο- και  τη Ρηνανία.
Το 1935 η Ιταλία εισέβαλε στην Αιθιοπία και το Νοέμβρη του 1936 Γερμανία και Ιαπωνία υπέγραψαν  σύμφωνο στρατιωτικής συνεργασίας, γνωστό και ως «Αντικομιντέρν Σύμφωνο». Λίγο μετά, στο «Σύμφωνο κατά της Κομμουνιστικής Διεθνούς» προσχώρησε η Ιταλία. Στη συνέχεια προσχώρησαν η Ουγγαρία, η Ισπανία, η Δανία, η Φινλανδία, η Σλοβακία, η Ρουμανία, η Κροατία, η Βουλγαρία, η Τουρκία, το Ελ Σαλβαδόρ κ.ά. Συνολικά στο Αντικομμουνιστικό Σύμφωνο προσχώρησαν 15 κράτη.

Το 1936 Γερμανία και Ιταλία επεμβαίνουν στον ισπανικό εμφύλιο στο πλευρό του φασίστα στρατηγού Φράνκο.

Την ίδια χρονική περίοδο πολεμικές συγκρούσεις σημειώνονται και ανάμεσα σε κράτη της Λατινικής Αμερικής όπως ο πόλεμος ανάμεσα στη Βολιβία και την Παραγουάη που διήρκεσε τρία χρόνια (1932-1935), ο πόλεμος ανάμεσα στο Περού και την Κολομβία (1932-1934) ή ο εμφύλιος πόλεμος στη Βραζιλία το 1932. Πίσω από αυτές τις συρράξεις βρίσκονταν οι ΗΠΑ και η Βρετανία που πρόσβλεπαν στις πλουτοπαραγωγικές πηγές, ενώ οι ανταγωνισμοί περιπλέχτηκαν όταν στην περιοχή διείσδυσαν η Γερμανία και η Ιαπωνία.

Οι ΗΠΑ - Γαλλία - Βρετανία ανέχτηκαν την προσάρτηση της Αυστρίας τον  Μάρτη του 1938, γεγονός που εξέπληξε και τον ίδιο τον Χίτλερ ο οποίος γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να αντιδράσει επαρκώς αν δεχόταν επίθεση.

Η Αυστρία είχε το μεγαλύτερο πολεμικό βιομηχανικό οπλοστάσιο σε όλη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Τα γερμανικά μονοπώλια πήραν στα χέρια τους και τα πυριτιδοποιεία του Μπλουμάου και άλλα εργοστάσια της αυστριακής πολεμικής βιομηχανίας, όπως το εργοστάσιο κατασκευής όπλων στο Χίρτεμπεργκ.
H πρώτη χώρα που αναγνώρισε την προσάρτηση ήταν η Μεγάλη Βρετανία και η μόνη χώρα που αντέδρασε η Σοβιετική Ένωση.

Υπέρ της προσάρτησης στάθηκε από την πρώτη στιγμή και η Καθολική Εκκλησία.
Όλη τη δεκαετία του 1930 οι ιμπεριαλιστές της Δύσης έπαιζαν ένα περίπλοκο διπλωματικό παιχνίδι το οποίο ονομάστηκε «πολιτική του κατευνασμού» και είχε στόχο να στρέψει τις φασιστικές δυνάμεις ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, υπολογίζοντας ότι μια πολεμική σύγκρουση της Γερμανίας με την ΕΣΣΔ θα οδηγούσε στην εξασθένηση και των δύο, ώστε στο τέλος να υπερισχύσουν εκείνες.
Τον στόχο της πολιτικής του «κατευνασμού» διατύπωσε ανάγλυφα ο μετέπειτα πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν: «Οι δύο τίγρεις θα παλέψουν μεταξύ τους και θα ματώσουν.

Όταν πια θα κείτονται σχεδόν άπνοες και χωρίς αίμα, θα έρθει η σειρά μας να επιβληθούμε».
Κορυφαία στιγμή αυτού του «βρώμικου παιχνιδιού» ήταν και το Σύμφωνο του Μονάχου, το οποίο υπογράφηκε τον Σεπτέμβρη του 1938 ανάμεσα στην Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία. Το Σύμφωνο είχε και το «πράσινο φως» των ΗΠΑ. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια περίοδο εκπρόσωποι της Γερμανίας διαπραγματεύονταν με αμερικανικά μονοπώλια την πλήρη υποστήριξή τους στη «διεύρυνση προς Ανατολάς».

Το Σύμφωνο του Μονάχου


Τσάμπερλεν, Νταλαντιέ, Χίτλερ και Μουσολίνι σε «οικογενειακή» φωτογραφία μετά την υπογραφή του Συμφώνου του Μονάχου

Στις 29 Σεπτέμβρη του 1938 στο Μόναχο συναντήθηκαν από τη Γερμανία ο Χίτλερ, από την Αγγλία ο πρωθυπουργός Τσάμπερλεν, από τη Γαλλία ο πρωθυπουργός Νταλαντιέ και από την Ιταλία ο Μουσολίνι για να συζητήσουν το λεγόμενο τσεχοσλοβακικό ζήτημα.
Ο Χίτλερ, επικαλούμενος τα δικαιώματα μιας ξεχασμένης γερμανικής μειονότητας στην περιοχή της Σουδητίας, αξίωνε την προσάρτησή της.

Το σχέδιο του ναζιστικού επιτελείου ήταν απλό. Ο αρχηγός του γερμανοφασιστικού κόμματος στη Σουδητία Χενλάιν ζητούσε επίμονα ολοκληρωτική αυτονομία για όλους τους Γερμανούς που ζούσαν στην Τσεχοσλοβακί,α ενώ επεδίωκε ένα επεισόδιο που θα χρησίμευε ως άλλοθι για εισβολή της Βέρμαχτ.
Η τακτική αυτή οδήγησε στη Διάσκεψη του Μονάχου, στην οποία έγιναν δεκτές οι ναζιστικές αξιώσεις.

Με βάση τη συμφωνία που υπογράφτηκε, η Τσεχοσλοβακία ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει στη Γερμανία μέσα σε δέκα μέρες τη Σουδητία.
Στα χέρια των χιτλερικών έπεσαν βιομηχανικές περιοχές με σπουδαία μεταλλουργικά και χημικά εργοστάσια, μεθοριακά οχυρά και μια σημαντική ποσότητα οπλισμού.
Τον Μάρτη του 1939 ο Χίτλερ, απειλώντας με ισοπέδωση την Πράγα, καταλαμβάνει και την υπόλοιπη Τσεχοσλοβακία.

Στις 23 Μάρτη του 1939 γερμανικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν σε εδάφη της Λιθουανίας.

Τον Απρίλη - Μάη του 1939 η Γερμανία κατήγγειλε την αγγλοαμερικανική ναυτική συμφωνία του 1935, ακύρωσε το σύμφωνο μη επίθεσης με την Πολωνία που υπογράφτηκε το 1934 και έκλεισε με την Ιταλία το λεγόμενο Χαλύβδινο Σύμφωνο, με βάση το οποίο η ιταλική κυβέρνηση υποχρεωνόταν να βοηθήσει τη Γερμανία αν αυτή εμπλακεί σε πόλεμο με τις δυτικές δυνάμεις.

Στις 7 Απρίλη 1939 ιταλικός στρατός αποβιβάστηκε στην Αλβανία και την κατέλαβε, ενώ στην Ισπανία είχαν επικρατήσει οι φασίστες του Φράνκο.
Η γερμανική πολεμική μηχανή ήταν σε πλήρη ανάπτυξη και η κατεύθυνσή της ήταν προς τη Σοβιετική Ένωση με τη συναίνεση και τη βοήθεια των αστικών «δημοκρατιών» της Δύσης. Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους είχαν υιοθετήσει την «αρχή της ουδετερότητας», εξισώνοντας θύτες και θύματα.
Όλο αυτό το χρονικό διάστημα η αμερικανική «Στάνταρντ Όιλ» διοχέτευε καύσιμα τη γερμανική πολεμική μηχανή μέσω της ουδέτερης Ελβετίας.

Η «Φορντ» κατασκεύαζε στρατιωτικά φορτηγά για λογαριασμό του γερμανικού στρατού.
Η ΙΤΤ πρόσφερε τεχνογνωσία για τη βελτίωση των γερμανικών τηλεκατευθυνόμενων πυραύλων.
Δεκάδες εκατομμύρια βλήματα κατασκευάζονταν από την ίδια εταιρεία.
Επίσης συνάπτονταν δάνεια ανάμεσα στη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία, ενώ γίνονταν μεγάλες βρετανικές και γαλλικές επενδύσεις στον τομέα των καυσίμων.
Μεγάλες ήταν και οι γαλλικές εξαγωγές σιδηρομεταλλεύματος στη χιτλερική Γερμανία.

Το Σύμφωνο Μόλοτοφ - Ρίμπεντροπ


Από την υπογραφή του Συμφώνου. Αριστερά ο Σοβιετικός υπ. Εξωτερικών Μόλοτοφ και δεξιά ο Γερμανός υπ. Εξωτερικών Ρίμπεντροπ

Έχοντας ξεκάθαρο  η Σοβιετική Ένωση ότι η επίθεση εναντίον της ήταν πια θέμα χρόνου έκανε επίμονες προσπάθειες να συναφθεί αντιφασιστική συμμαχία. Οι ΗΠΑ - Βρετανία - Γαλλία κρατούσαν αρνητική στάση. Ταυτόχρονα, συνέχιζαν την πολιτική της υπονόμευσης και επίθεσης εναντίον της.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στη σύγκρουση ΕΣΣΔ - Φινλανδίας (30 Νοέμβρη 1939 - 12 Μάρτη 1940) οι Αγγλογάλλοι σχεδίαζαν την αποστολή εκστρατευτικού σώματος στο πλευρό των Φινλανδών, ενώ έστειλαν βοήθεια αποτελούμενη από τουλάχιστον 250 αεροπλάνα. Τον φινλανδικό στρατό επιθεωρούσαν αξιωματούχοι της Γερμανίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας.

Η σοβιετική κυβέρνηση είχε προτείνει στη Φινλανδία σύμφωνο αλληλοβοήθειας σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης, το οποίο απορρίφθηκε, όπως απορρίφθηκε και η πρόταση για εκμίσθωση του λιμανιού Χάνκο με αντάλλαγμα έκταση της Καρελίας, νησιά της Βαλτικής και ένα τμήμα του ισθμού της Καρελίας. Σημειώνεται ότι το λιμάνι Χάνκο απέχει από το Λένινγκραντ μόλις 350 χλμ. και μόλις 35 χιλιόμετρα από τα φινλανδοσοβιετικά σύνορα.
Μετά την απόρριψη των προτάσεων της Σοβιετικής Ένωσης, η αντιδραστική κυβέρνηση της Φινλανδίας, υποκινούμενη από τους ιμπεριαλιστές, ξεκίνησε συνοριακά επεισόδια που κατέληξαν στο ξέσπασμα του σοβιετοφινλανδικού πολέμου στις 30 Νοέμβρη 1939 ο οποίος έληξε με ήττα της Φινλανδίας και την υπογραφή συνθήκης.

Στις 29 Ιούλη 1939, η σοβιετική κυβέρνηση πρότεινε στις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Βρετανίας να οργανωθεί στη Μόσχα σύσκεψη για να ξεπεραστούν οι πολιτικές δυσκολίες συνεννόησης. Όμως και αυτές οι συζητήσεις οδηγήθηκαν σε ναυάγιο.
Εξίσου χαρακτηριστική ήταν η στάση τους και όταν πρότειναν στη Σοβιετική Ένωση σχέδια συνθηκών κατά του «Άξονα», προκειμένου να κρατούν τα προσχήματα. Με τις προτάσεις αυτές επιχειρούσαν να αναλάβει η Σοβιετική Ένωση ολόκληρο το βάρος του πολέμου και εκείνες να μείνουν μακριά, ώστε να αποκτήσουν τη δυνατότητα να υπαγορεύσουν τους όρους τους στους εμπόλεμους την κατάλληλη στιγμή.

Στις 23 Αυγούστου 1939 υπογράφτηκε το γερμανοσοβιετικό «Σύμφωνο μη επίθεσης», 10χρονης διάρκειας, το γνωστό ως «Σύμφωνο Μόλοτοφ - Ρίμπεντροπ», από τα ονόματα των δύο ομολόγων υπουργών Εξωτερικών. Πολύ αργότερα (13 Απρίλη 1941) υπογράφτηκε και το σοβιετοϊαπωνικό 

«Σύμφωνο ουδετερότητας».

Το «Σύμφωνο Μόλοτοφ - Ρίμπεντροπ»  έχει δεχτεί πυρά από ολόκληρο το αστικό «φάσμα», αποκρύπτοντας ωστόσο το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα καπιταλιστικά κράτη, τόσο αυτά με αστικά δημοκρατικά πολιτεύματα, όσο και τα άλλα με φασιστικά, ενεργούσαν έχοντας στόχο την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας.

Το «Σύμφωνο Μόλοτοφ - Ρίμπεντροπ» εξυπηρετούσε τη Σοβιετική Ένωση η οποία απέτρεψε την άμεση επίθεση της Γερμανίας και εξασφάλισε χρόνο για να προετοιμαστεί καλύτερα στρατιωτικά και οικονομικά.

Το Σύμφωνο ήταν απαραίτητο και στη Γερμανία, επειδή δεν μπορούσε να εξαπολύσει πόλεμο στη Σοβιετική Ένωση δίχως να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει την απαραίτητη οικονομική δύναμη.  Διαφορετικά, έστω κι αν νικούσε, θα αποδυναμωνόταν κατά πολύ, με αποτέλεσμα να γίνει προβληματική έως αδύνατη η αντιμετώπιση από την πλευρά της των άλλων ανταγωνιστικών της καπιταλιστικών δυνάμεων με αξιώσεις νίκης.

Αξίζει να σημειωθούν οι λυσσαλέες αντιδράσεις των Αμερικανών και των Άγγλων για το Σύμφωνο. 
Στις 7 Οκτώβρη 1939 η αμερικανική εφημερίδα «Νew York Herald Tribune» έγραφε ότι ο Χίτλερ «δεν κράτησε την υπόσχεσή του να είναι λιοντάρι προς Ανατολάς και αρνάκι προς Δυσμάς». Παρόμοιες κατηγορίες εκτοξεύονταν και από τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία. Μάλιστα, ο Τσόρτσιλ κατηγορούσε τους ναζί ότι «πρόδωσαν το Αντικομιντέρν Σύμφωνο και τις αντιμπολσεβίκικες συμφωνίες».
Το σοβιετογερμανικό «σύμφωνο μη επίθεσης» διήρκεσε μέχρι την 22α Ιούνη 1941, οπότε η Γερμανία το παραβίασε και επιτέθηκε κατά της ΕΣΣΔ.

Ξεκινά ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Γερμανοί στρατιώτες παραβιάζουν τη συνοριακή γραμμή με την Πολωνία

Την 1η Σεπτέμβρη του 1939 η Γερμανία εισβάλλει στην Πολωνία μετά από μια προβοκάτσια που έστησαν το προηγούμενο βράδυ τα επιτελεία των Ες-Ες με επίθεση δήθεν Πολωνών στη μεθοριακή γερμανική πόλη Γκλάιβιτς και την κατάληψη του ραδιοφωνικού σταθμού.

Ο πολωνικός στρατός αντιστέκεται ηρωικά, όμως τελικά υπέκυψε μπροστά στην υπέρτερη γερμανική πολεμική μηχανή. Η εισβολή στην Πολωνία ήταν η επίσημη αυλαία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Αγγλία και Γαλλία είχαν υπογράψει με την Πολωνία σύμφωνα αμοιβαίας βοήθειας τα οποία καταπάτησαν, αφήνοντάς την να πολεμήσει μόνη και τελικά να ηττηθεί. Σύμφωνα μάλιστα με γαλλικές πηγές, η Γαλλία θα μπορούσε να αντιπαρατάξει μέχρι και 90 μεραρχίες απέναντι στις 43 γερμανικές μεραρχίες. Όμως τόσο το Λονδίνο όσο και το Παρίσι αρνήθηκαν στην Πολωνία έστω τον εφοδιασμό της με όπλα.

Έτσι η κήρυξη πολέμου από τη Βρετανία και τη Γαλλία κατά της Γερμανίας είχε προσχηματικό χαρακτήρα, ωστόσο φανέρωνε την ανησυχία τους ότι η δύναμη που δημιούργησαν ήταν άπληστη και αργά ή γρήγορα θα στρεφόταν εναντίον τους.
Στις 16 Σεπτέμβρη η κυβέρνηση της Πολωνίας εγκατέλειψε τον πολωνικό λαό στην τύχη του και φεύγει για τη Ρουμανία και στη συνέχεια για τη Βρετανία.
Αφού η Πολωνία έχει οριστικά ηττηθεί και γνωρίζοντας ότι θα χρησιμοποιηθεί ως προγεφύρωμα ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, ο Κόκκινος Στρατός προωθείται στα ανατολικά εδάφη της Πολωνίας στις 17 Σεπτέμβρη.

Τα εδάφη αυτά ήταν εδάφη της Δυτικής Λευκορωσίας και της Δυτικής Ουκρανίας που είχαν ληστέψει οι αστοί και οι τσιφλικάδες της Πολωνίας το 1920 κατά τη διάρκεια της αντεπαναστατικής εκστρατείας της Αντάντ.
Έτσι δημιουργήθηκε ένας φραγμός στη φασιστική επιδρομή, που εξασφάλισε ευνοϊκότερους στρατηγικούς όρους, για την απόκρουση της οποίας οι Σοβιετικοί περίμεναν από τη δεκαετία του 1920, παρακολουθώντας την ιμπεριαλιστική τακτική για την ενδυνάμωση της Γερμανίας.

Μετά την κήρυξη του πολέμου δεν αναλήφθηκε  καμιά πολεμική δράση μέχρι τον Απρίλη του 1940, οπότε η Γερμανία κατέλαβε τη Δανία. Αυτή η κατάσταση ονομάστηκε «παράξενος πόλεμος».
Μετά τη Δανία η Γερμανία κατέλαβε τη Νορβηγία και τη Σουηδία και στράφηκε δυτικά καταλαμβάνοντας την Ολλανδία και το Βέλγιο. Στις 10 Μάη  ξεκίνησε η εισβολή στη Γαλλία και ο γερμανικός στρατός μπήκε στο Παρίσι στις 14 Ιούνη. Στην ουσία η γαλλική αστική τάξη παρέδωσε τη χώρα της. Ένα τμήμα της, υπό τον στρατηγό Πετέν δημιούργησε κατοχική κυβέρνηση η οποία συνεργάστηκε με τους Γερμανούς, ενώ άλλο τμήμα της υπό τον στρατηγό Ντε Γκωλ διέφυγε στο Λονδίνο. Με την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, στις 7 Δεκέμβρη 1941, αυτός γίνεται Παγκόσμιος.

Η Γερμανία εισβάλλει στη Σοβιετική Ένωση


Αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού

Από το 1923 στο βιβλίο «Ο Αγών μου» ο Α. Χίτλερ είχε ξεκαθαρίσει:
«Βασικός στόχος της Γερμανίας θα έπρεπε να είναι η εξαφάνιση του μπολσεβικισμού ...όταν μιλάμε για νέα εδάφη στην Ευρώπη μπορούμε να σκεφτόμαστε πριν από όλα τη Ρωσία και τα γειτονικά της κράτη... το απέραντο κράτος της Ανατολής ωρίμασε και πρέπει να καταστραφεί και να εποικιστεί από Άριους κυρίους που θα έχουν στη διάθεσή τους εκατομμύρια Σλάβους υπανθρώπους».

Από τις διακηρύξεις πέρασε στην πράξη.
Στις 3.15 τα ξημερώματα της 22ας Ιουνίου 1941 το γερμανικό πυροβολικό εξαπέλυσε έναν σφοδρό βομβαρδισμό εναντίον των σοβιετικών συνοριακών στρατιωτικών τμημάτων.
Ταυτόχρονα εκατοντάδες σιδερόφραχτες γερμανικές μεραρχίες άρχισαν να προσβάλλουν τα προκεχωρημένα φυλάκια και να εισβάλλουν στη Σοβιετική Ένωση από όλο τη μήκος των συνόρων της που εκτείνονταν από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα.
Με το πρώτο φως της ημέρας ξεκίνησαν  και οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί.
Ήταν η έναρξη μιας από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές επιχειρήσεις που είχε δει μέχρι τότε η ανθρωπότητα: Η «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα», που σύμφωνα με τους εθνικοσοσιαλιστές ιμπεριαλιστές ήταν το σημαντικότερο στάδιο στον αγώνα τους για την παγκόσμια κυριαρχία.
Με την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση υλοποιούταν ο διακαής πόθος όλων των ιμπεριαλιστών που ήταν η καταστροφή του πρώτου κράτους των εργατών και αγροτών το οποίο  εγκυμονούσε τεράστιους κινδύνους για την παγκόσμια κυριαρχία τους.

Όπως έλεγε ο Άγγλος αστός πολιτικός Λόιντ Τζορτζ:
«Η νίκη του κομμουνισμού θα ήταν πολύ πιο επικίνδυνη από ό,τι η νίκη του φασισμού».
Παράλληλα η εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση διαπραγματευόταν με τη Μεγάλη Βρετανία υπογραφή ειρήνης που θα έλυνε τα χέρια του ναζιστικού επιτελείου στο μέτωπο της Δυτικής Ευρώπης ώστε απρόσκοπτα και χωρίς πιέσεις να έριχνε στο Ανατολικό Μέτωπο το σύνολο του γερμανικού στρατού.
Όταν αυτές οι διαβουλεύσεις αποκαλύφθηκαν και προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στο λαό της Μεγάλης Βρετανίας, η πρόταση της Γερμανίας απορρίφθηκε.
Μιλώντας στις 20 Μάρτη 1941 στους διοικητές των στρατιών που θα συμμετείχαν στην εισβολή ο 

Χίτλερ είχε επισημάνει επιτακτικά:
«Ο πόλεμος στη Ρωσία δεν μπορεί να διεξαχθεί σύμφωνα με τους νόμους της τιμής.
Είναι αγώνας ιδεολογικός που απαιτεί βαθμό σκληρότητας χωρίς προηγούμενο.
Εννοώ ότι οι πολιτικοί επίτροποι του Ερυθρού Στρατού δεν πρέπει να θεωρούνται μαχόμενοι στρατιωτικοί και όταν αιχμαλωτίζονται να εκτελούνται αμέσως ως φορείς της εχθρικότερης απέναντι στον εθνικοσοσιαλισμό ιδεολογίας.

Η εκκαθάριση των μπολσεβίκων πρέπει να είναι αμείλικτη και οριστική».
Στις 23 Ιούνη  1941 ο υπουργός Προπαγάνδας του Ράιχ, Γιόζεφ Γκέμπελς δήλωνε, μιλώντας σε ένα ακροατήριο βιομηχάνων, τραπεζιτών και εμπόρων:
«Δεν γίνεται αυτός ο πόλεμος για βωμούς και εστίες.
Γίνεται για σιτάρι και ψωμί, για άφθονο γεύμα και δείπνο, για πρώτες ύλες και καουτσούκ, για σίδηρο και μέταλλο».

Όταν οι Γερμανοί βιομήχανοι και τραπεζίτες εξέφρασαν ανησυχίες ότι τελικά το κράτος θα ιδιοποιούνταν την πλούσια λεία του σοβιετικού πλούτου, ο Χίτλερ προσωπικά έσπευσε να τους καθησυχάσει:
«Δεν σκοπεύω καθόλου να διατηρώ μόνιμα το ρωσικό οικονομικό σύμπλεγμα σαν κρατική κτήση, αλλά αμέσως μετά το τέλος του πολέμου θα ικανοποιήσω τα συμφέροντα των ατομικών ιδιοκτητών που τόσο συνεισφέρουν στην παγκόσμια επικράτηση του Ράιχ».

Ο Χίτλερ, προκειμένου να εξαπολύσει την αντεπαναστατική λαίλαπα, επικαλέστηκε προληπτικούς λόγους, υποστηρίζοντας ότι ο μπολσεβικισμός είχε γίνει απειλή πολέμου κατά της Ευρώπης.
Από την πλευρά της η Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση διαβεβαίωνε τον Χίτλερ ότι το πολύ σε τρεις μήνες το κράτος των μπολσεβίκων θα είχε ηττηθεί, ενώ ανάλογες ήταν και οι εκτιμήσεις στη Δύση.
Στις 23 Ιούνη 1941 το αμερικανικό πρακτορείο ειδήσεων «Ασοσιέιτεντ Πρες» ανέφερε:
«Καλά πληροφορημένοι κύκλοι δηλώνουν ότι η Γερμανία θα συντρίψει τον Κόκκινο Στρατό μέσα σε τρεις μήνες.

Οι κύκλοι αυτοί δεν αποκλείουν η Γερμανία να πετύχει τη νίκη σε ένα μήνα...».
Μία μέρα πριν την επίθεση ο ίδιος ο Χίτλερ έστειλε προσωπικά διαταγή στους επικεφαλής των γερμανικών μονάδων που ανάμεσα σε άλλα ανέφερε:
«Οι Γερμανοί στρατιώτες που θα ευθύνονται για την παραβίαση των διεθνών κανόνων πολέμου δεν θα διώκονται από καμία στρατιωτική αρχή και δεν θα υποβληθούν σε πειθαρχικές ή ποινικές διώξεις».

Ο διοικητής της Ανωτάτης Διοίκησης, στρατάρχης Β. Κάιτελ, εξειδίκευσε την αποτρόπαια διάσταση της διαταγής ως εξής:
«Να χρησιμοποιηθούν οποιαδήποτε μέτρα ακόμα και κατά των γυναικών και των παιδιών.
Να ξεμπερδέψουμε γρήγορα με τους πληθυσμούς για να μη τους τρέφουμε τον χειμώνα».

Ο αγώνας που θα διεξήγαγε από την 22α Ιουνίου 1941 και για σχεδόν 4 χρόνια ο σοβιετικός λαός, με την καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος, θα ήταν πλέον ένας αγώνας ζωής και θανάτου με έναν αντίπαλο που δεν δίσταζε μπροστά και στο πιο φρικτό και αποτρόπαιο έγκλημα.
Αιφνιδιασμός της σοβιετικής ηγεσίας δεν μπορούσε να υπάρξει, αφού η προώθηση της γιγαντιαίας ναζιστικής πολεμικής μηχανής στα σοβιετικά σύνορα δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη και ήταν γνωστή στη σοβιετική Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών από τον Φλεβάρη του 1941.

Το κομμουνιστικό κόμμα και η σοβιετική κυβέρνηση επεσήμαναν άμεσα αυτές τις κινήσεις ως δημιουργία άμεσου κινδύνου ναζιστικής εισβολής.
Άμεσα ξεκίνησε η εντατική ενίσχυση των υπαρχόντων και η δημιουργία καινούργιων οχυρωματικών έργων, επιστρατεύθηκαν 800.000 και στάλθηκαν σε ενίσχυση των συνοριακών φρουρών, ενώ μετακινήθηκαν πολλές μεραρχίες από τα βαθιά μετόπισθεν κοντά στα σύνορα.
Στις 30 Ιούνη συγκροτήθηκε η Κρατική Επιτροπή Άμυνας, ενώ με ταχείς ρυθμούς η οικονομία μετατράπηκε  σε πολεμική.

Αδιαμφισβήτητο στοιχείο της συστηματικής πολεμικής προετοιμασίας του σοβιετικού κράτους και μια από τις κορυφαίες στιγμές του αντιφασιστικού αγώνα που διεξαγόταν δεν μπορεί παρά να είναι η μεταφορά, από την πρώτη στιγμή της γερμανικής εισβολής, της βιομηχανίας στα ανατολικά και η μετατροπή της σε πολεμική.
Στους τρεις πρώτους μήνες του πολέμου αποσυναρμολογήθηκαν και μεταφέρθηκαν στα Ουράλια, στην Ανατολική Σιβηρία και στη Μέση Ασία, 1.360 κολοσσιαίες βιομηχανίες.

Όπως γράφει σε σχετικό άρθρο του στον «Ριζοσπάστη» ο πανεπιστημιακός καθηγητής Γιώργος Μαργαρίτης: «Ποτέ πριν, πουθενά, δεν είχε γίνει κάτι ανάλογο σε παρόμοια κλίμακα.
Από τα δισεκατομμύρια εξαρτήματα που μεταφέρθηκαν με αυτή τη μέθοδο, θα αρκούσε η απώλεια ή η "παραπλάνηση" ενός ποσοστού πέντε ίσως στα εκατό, ώστε να ακυρωθεί η όλη προσπάθεια, να μην μπορούν δηλαδή να συναρμολογηθούν και να λειτουργήσουν οι μονάδες αυτές.

Ως εκ τούτου, μία τυχόν "δυσπραγία" ή "δυσαρέσκεια" ή "αδεξιότητα" των ανθρώπων που βρίσκονταν πίσω από αυτές τις τιτάνιες επιχειρήσεις, μία δυσλειτουργία των σχεδίων και της οργάνωσης του εγχειρήματος θα ήταν καταστροφική, θα κατέστρεφε κυριολεκτικά την παραγωγική ικανότητα της χώρας.

Η διαδικασία ήταν εξαιρετικά ευαίσθητη και προαπαιτούσε, εκτός από βαθύτατη τεχνική παιδεία και εξαιρετικές δεξιότητες εκ μέρους των χιλιάδων εμπλεκομένων, την πολιτική τους συναίνεση. Την πίστη σε αυτό που έκαναν».

«Προχωράει ο πόλεμος ο λαϊκός, ο πόλεμος ο ιερός...»

Από τη Μάχη του Στάλινγκραντ

Πρώτοι στη μάχη μπήκαν οι συνοριακοί φρουροί του Κόκκινου Στρατού.
Τα ναζιστικά σχέδια προέβλεπαν την πτώση των συνοριακών φυλακίων σε μισή ώρα από την έναρξη της «Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα», ωστόσο στο πεδίο της μάχης ανατράπηκαν.
Αυτό επιβεβαιώνεται από πλήθος αναφορών του γερμανικού επιτελείου με τη συνεχή και μονότονη επισήμανση «Ο Ερυθρός Στρατός μάχεται παντού ως τον τελευταίο».

Ο στρατάρχης της Βέρμαχτ Φον Κλάιστ έλεγε:

«Ο Ερυθρός Στρατός αποτελείται από πρώτης τάξεως μαχητές που μάχονται με εξαιρετική επιμονή και επιδεικνύει αφάνταστη αντοχή».

Ο άμεσος στρατηγικός στόχος του σχεδίου «Μπαρμπαρόσα» να συντριβούν τα σοβιετικά στρατεύματα στη συνοριακή γραμμή δεν επιτεύχθηκε. Ωστόσο, οι γερμανικές μεραρχίες διασπούν το μέτωπο,  φτάνουν στο Λένινγκραντ το οποίο πολιόρκησαν και στις αρχές του Σεπτέμβρη βρέθηκαν μια ανάσα από τη Μόσχα.
Στη Μόσχα ο γερμανικός στρατός υπέστη την πρώτη του ήττα μέχρι εκείνη τη στιγμή, ενώ βρέθηκε αντιμέτωπος με την ανωτερότητα του Κόκκινου Στρατού.

Όπως γράφει ο στρατάρχης Ζούκοφ:

«Τo Κρατικό Συμβούλιο Άμυνας και το Ανώτατο Στρατηγείο έβλεπε μακρύτερα και καλύτερα από τη γερμανική στρατηγική ηγεσία.
Ήταν εξοπλισμένο με τη γνώση των γενικών νόμων του αγώνα που στηριζόταν στο στέρεο θεμέλιο του μαρξισμού - λενινισμού.
Κατανοούσε καλύτερα από τον εχθρό τη συγκεκριμένη κατάσταση που καθόριζε την πορεία των γεγονότων.
Προέβλεπε τις πιθανές ενέργειες του εχθρού και έπαιρνε μέτρα να ανατρέψει τους σκοπούς του και να επιτύχει τους δικούς του στόχους».

Μετά την ήττα στη Μόσχα ο χιτλερικός στρατός κατατροπώνεται στο Στάλινγκραντ, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης πάνω από 800.000 νεκρούς και εκατοντάδες χιλιάδες τραυματίες, αγνοούμενους και αιχμάλωτος. Ανάμεσά τους και ο επικεφαλής της αποδεκατισμένης στρατιάς,  στρατάρχης Φον Πάουλους. 

Οι λαοί αφουγκράζονταν με κομμένη την ανάσα τη μάχη που γινόταν από δρόμο σε δρόμο, από σπίτι σε σπίτι, ακόμα και από δωμάτιο σε δωμάτιο.
Για την κατάληψη της Ολλανδίας και του Βελγίου ο γερμανικός στρατός διέθεσε 19 μέρες. Η Γαλλία κυριεύθηκε σε 44 μέρες. Για να κυριεύσουν ένα σπίτι στο Στάλινγκραντ, που έμεινε γνωστό σαν «το σπίτι του Παβλόφ», διέθεσαν 58 μέρες. Και τελικά δεν μπόρεσαν να συντρίψουν την αντίσταση της φρουράς του. Στις εφόδους προς το «σπίτι του Παβλόφ» εξοντώθηκαν περισσότεροι Γερμανοί στρατιώτες από όσους έχασε η Βέρμαχτ στις μάχες για την κατάληψη ορισμένων μεγάλων πόλεων της Ευρώπης.
Η τρομερή μάχη λήγει στις 2 Φλεβάρη 1943.

Τα κανόνια του Στάλινγκραντ έβαλαν για πρώτη φορά σε εκείνο τον πόλεμο στην ημερησία διάταξη τη γρήγορη πτώση του χιτλερισμού, αφού η σοβιετική νίκη εκεί σήμανε την αρχή του τέλους της ναζιστικής Γερμανίας και του φασισμού. Ο Κόκκινος Στρατός περνάει στην αντεπίθεση. Στη Μάχη του Κουρσκ (5 Ιούλη - 23 Αυγούστου 1943), τη μεγαλύτερη μάχη τεθωρακισμένων που έχει γίνει ποτέ, η γερμανική ήττα γίνεται ανεπίστρεπτη.

Στο Λένινγκραντ λαός και στρατός μένουν πολιορκημένοι για 872 μέρες και η σπονδή αίματος ήταν τεράστια. Πάνω από 1.000.000 χάθηκαν, ενώ ο γερμανικός στρατός έριξε στην πόλη εκατομμύρια βλήματα όλων των τύπων και όλων των διαμετρημάτων. Το πρώτο ρήγμα στην πολιορκία έγινε τον Γενάρη του 1943, ενώ η πολιορκία λύθηκε τον Γενάρη του 1944.

Ο Κόκκινος Στρατός είχε περάσει πλέον στην αντεπίθεση, ενώ ο γερμανικός στρατός εξαναγκάζεται σε υποχώρηση από τα σοβιετικά εδάφη, έχοντας ωστόσο διαπράξει αποτρόπαια εγκλήματα κατά των Σοβιετικών πολιτών.
Προελαύνοντας ο Κόκκινος Στρατός απελευθέρωσε την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Τα αντιστασιακά κινήματα, πρωτεργάτης των οποίων ήταν τα κομμουνιστικά κόμματα, ενισχύθηκαν.

Την ίδια στιγμή και παρά τις εκκλήσεις της Σοβιετικής Ένωσης,  η οποία αντιμετώπιζε μόνη της το σύνολο σχεδόν της γερμανικής στρατιωτικής μηχανής,  τα κράτη της αντιχιτλερικής συμμαχίας δεν άνοιγαν δεύτερο μέτωπο στη Δυτική Ευρώπη για να ελαφρυνθεί η πίεση στο Ανατολικό Μέτωπο.

Μόλις στις 6 Ιούνη 1944 αποβιβάστηκαν στη Νορμανδία.
Και το έκαναν μόνο όταν ο Κόκκινος Στρατός καταδίωκε πλέον τους ναζί και απελευθέρωνε τους λαούς της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, κάνοντας σαφές πως θα συνέτριβε τον χιτλερισμό μέσα στο κέντρο της επιθετικότητάς του. Αυτό το ίδιο το Βερολίνο, το οποίο δέχτηκε δυτικά το πρώτο απευθείας χτύπημα από τον Κόκκινο Στρατό στις 16 Απρίλη 1945 στις 5 το πρωί.
Στις 30 Απρίλη  τα στρατεύματα της 3ης Σοβιετικής Στρατιάς υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κουζνετσόφ καταλαμβάνουν το βασικό τμήμα του Ράιχσταγκ, της γερμανικής βουλής, που ήταν ένα από τα σύμβολα της 12ετούς ναζιστικής κυριαρχίας.

H κατάληψη του κτιρίου έγινε μέσα σε σφοδρές μάχες όροφο τον όροφο μέχρι τις 10 παρά 10 που ο επιλοχίας Γιεγκόροφ και ο λοχίας Καντάρια ύψωσαν τη σημαία με το σφυροδρέπανο πάνω στον κεντρικό τρούλο του Ράιχσταγκ.

Μέχρι το απόγευμα της 3ης Μάη 1945 είχε σταματήσει κάθε γερμανική αντίσταση.
Στις 2 Σεπτέμβρη 1945 η Ιαπωνία συνθηκολόγησε μετά τη νίκη των σοβιετικών στρατευμάτων επί της στρατιάς της στη Ματζουρία.

Στις 6 και 9 Αυγούστου 1945 οι ΗΠΑ, χωρίς να υπάρχει στρατιωτική αναγκαιότητα αφού η Ιαπωνία είχε ηττηθεί, διέπραξαν ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού κατά της ανθρωπότητας στον 20ό αιώνα.

Με ατομικές βόμβες έσβησαν από τον χάρτη, εξοντώνοντας δεκάδες χιλιάδες αμάχους στις ιαπωνικές πόλεις Χιροσίμα και Ναγκασάκι, στέλνοντας μήνυμα ισχύος στη Σοβιετική Ένωση και τα λαϊκά κινήματα.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε λήξει ανοίγοντας μια νέα εποχή όπου ο ιμπεριαλισμός έδειχνε τα δόντια του στους λαούς, ενώ σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και της Ασίας ξεκινούσε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Η Αντιφασιστική Νίκη γράφτηκε με κόκκινα γράμματα



Σήμερα οι αστοί πολιτικοί, στρατιωτικοί, ιστορικοί και δημοσιογράφοι, συντονισμένοι από τα ίδια κέντρα παραχάραξης της Ιστορίας, θα προσπαθήσουν να συγκαλύψουν την αλήθεια που κουβαλάει η μέρα.
Να την αποσιωπήσουν. Να τη διαστρεβλώσουν.
Γι’ αυτό την ονόμασαν «Ημέρα της Ευρώπης».
Στην επιχείρηση παραχάραξης πρωτοστατεί η ΕΕ.

Με διάφορα προγράμματα προωθεί τον αντικομμουνισμό, την αντιεπιστημονική «θεωρία των άκρων», την ταύτιση του κομμουνισμού με τον φασισμό.
Ονομάζουν την αντίσταση στους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους «τρομοκρατία».
Εμφανίζουν ως σφαγές αμάχων την παραδειγματική τιμωρία των «δοσίλογων».
Προβάλλουν ως βασική αιτία της δημιουργίας οργανώσεων τύπου Ταγμάτων Ασφαλείας και της συνεργασίας με τους κατακτητές την ανάγκη «αθώων να προστατευθούν από το αιματηρό όργιο που εξαπέλυσαν εναντίον τους οι κομμουνιστές».

Σε μια σειρά χώρες απαγορεύονται τα ΚΚ, τα κομμουνιστικά σύμβολα, διώκονται αγωνιστές και αποκαθίστανται οι ναζιστές, τα Ες-Ες. Την ίδια ώρα, η ΕΕ στηρίζει τις αντιδραστικές - ναζιστικές δυνάμεις που συμμετέχουν στην πραξικοπηματική κυβέρνηση της Ουκρανίας.

Η εκδίωξη των γερμανικών στρατευμάτων από τον Κόκκινο Στρατό και η απελευθέρωση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης ονομάζεται «κατοχή»!

Στη Γερμανία και στην Αυστρία, οι λιποτάκτες του γερμανικού στρατού, που αυτομόλησαν στους αντιπάλους, κυρίως στο Σοβιετικό Στρατό, ουσιαστικά θεωρούνται «εθνική ντροπή»!
Αποδεικνύεται, μια ακόμη φορά, πως ο ναζισμός - φασισμός είναι γέννημα - θρέμμα από τα σπλάχνα του καπιταλιστικού συστήματος.
Άλλωστε και ο Χίτλερ αναρριχήθηκε στην εξουσία με τη στήριξη των γερμανικών και άλλων μονοπωλίων.

Θέλουν να κρύψουν πως στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού ύψωσαν νικηφόρα τη σημαία με το σφυροδρέπανο στο Ράιχσταγκ, μέσα στο Βερολίνο όπου εξυφάνθηκαν τα πιο βάρβαρα μέτρα εξόντωσης της επανάστασης.
Θέλουν να σβηστεί από τη μνήμη των νεότερων γενιών πως για να καταλάβουν οι Γερμανοί ένα σπίτι στο Στάλινγκραντ χρειάστηκαν περισσότερες μέρες από όσες χρειάστηκαν για να καταλάβουν τη Γαλλία ολόκληρη.

Να ξεχαστεί πως η Γερμανία γεύτηκε για πρώτη φορά το πικρό ποτήρι της ήττας στη Μόσχα. Πως συνετρίβη στο Στάλινγκραντ, στο Κουρσκ, πως εκδιώχτηκε από την Ανατολική Ευρώπη έχοντας την τύχη του λυσσασμένου σκύλου.

Να ξεχαστεί πως η πόλη που είχε το όνομα του Λένιν, το Λένινγκραντ, πολιορκήθηκε από εκατομμύρια στρατιώτες, τανκ, πυροβόλα αεροπλάνα για εννιακόσιες μέρες, όμως δεν παραδόθηκε.
Να ξεχαστεί ότι στην αντίσταση και τον πόλεμο που διεξήγαγαν οι λαοί ενάντια στο ναζισμό μπροστάρηδες ήταν οι κομμουνιστές σε κάθε χώρα. Να ξεχαστεί ότι σε αντίθεση με αστικές δυνάμεις, οι κομμουνιστές διεξάγουν διαρκή, ανειρήνευτο και αταλάντευτο αγώνα ενάντια στο ναζισμό και στο σύστημα που τον θρέφει, τον καπιταλισμό. Ότι μόνο ο κομμουνισμός στρέφεται ενάντια στο σύστημα που γεννά, θρέφει και αξιοποιεί το ναζισμό.

Η ιστορία γράφτηκε με κόκκινα γράμματα και δεν σβήνει από τη μνήμη των λαών. Οι νικηφόρες μάχες του Κόκκινου Στρατού απέδειξαν την ανωτερότητα του σοσιαλιστικού συστήματος, της εργατικής εξουσίας, τα πλεονεκτήματα της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας.
Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τον καπιταλισμό να βρίσκεται ξανά μπροστά στο χάος της κρίσης, χωρίς να μπορεί να αντιμετωπίσει την πανδημία που πλήττει τους λαούς, με τα σύννεφα του πολέμου να συγκεντρώνονται απειλητικά, στην Ασία, στην Αρκτική, στην Αφρική, στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Μεσόγειο, με την αντεργατική επίθεση να κλιμακώνεται σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, τα διδάγματα ενισχύουν τη θεωρητική θέση ότι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός αποτελεί τη μόνη εναλλακτική λύση.
  • Πηγές: Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1939-1949, τόμοι Α2 και Β1, Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1949-1968, «Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» (2000) του Θ. Παπαρήγα, «Η αλήθεια για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», (1975) του Σταύρου Ζορμπαλά, «Ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος» εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», «Β' Παγκόσμιος Πόλεμος» εκδόσεις «Βιβλιοεκδοτική» (1959) του Υπουργείου Άμυνας της ΕΣΣΔ, «Ριζοσπάστης», αρχείο «902 Αριστερά στα FM», portal 902.gr.

ΑντιφασιστικήΝίκη (Μέρος Α')

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου