Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2019

ΛΟΥΙ ΑΡΑΓΚΟΝ


Ο Λ. Αραγκόν γεννημένος στις 3 Οκτώβρη του 1897, ξεκίνησε ιατρικές σπουδές, αλλά τις εγκατέλειψε και αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. 

Υπήρξε πρωτοπόρος, τόσο στην αισθητική, όσο και στην πολιτική του επιλογή. Ο ρόλος του στη διαμόρφωση της γαλλικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα δεν υπολείπεται σε σπουδαιότητα της επιρροής του στα ευρωπαϊκά Γράμματα.


Οπως και άλλοι, μετέπειτα διάσημοι, καλλιτέχνες και διανοούμενοι της γενιάς του, γνώρισε από κοντά το μακελειό του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρετώντας στο μέτωπο ως νοσοκόμος. 


Το 1917 αρχίζει να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Η λήξη του πολέμου θα σημάνει και τη λήξη των ψευδαισθήσεων για τους ευρωπαϊκούς λαούς, ενώ η Μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση θα δείξει την προοπτική. 

Η δυτική προοδευτική διανόηση, αηδιασμένη από τον πόλεμο θα εκφραστεί μέσα από ριζοσπαστικά καλλιτεχνικά κινήματα, των οποίων η διάρκεια θα είναι σύντομη μεν, καθοριστική ωστόσο ως προς τις επιρροές στη μελλοντική πνευματική παραγωγή. 

Το «Νταντά» θα είναι το πρώτο από τα κινήματα αυτά που θα συσπειρώσει αυτήν τη διανόηση, μεταξύ αυτής και τον Αραγκόν. Το 1920 θα εκδώσει την ντανταϊστική ποιητική συλλογή «Πυροτεχνήματα» που θα είναι και το πνευματικό του «εισιτήριο» στη λογοτεχνία. 

Μαζί με τον Μπρετόν και τον Σουπό, το 1919, εκδίδουν το περιοδικό «Litterature» («Λογοτεχνία»). Από το κίνημα του ντανταϊσμού, αποχωρούν το 1922 και ένα χρόνο αργότερα μαζί και με τον επίσης μεγάλο Γάλλο κομμουνιστή ποιητή, Πολ Ελιάρ, θα πρωτοστατήσουν στη δημιουργία του σουρεαλιστικού κινήματος. 

Ο Αραγκόν αναδεικνύεται μεταξύ των κυριότερων εκφραστών του σουρεαλισμού, με έργα όπως η ποιητική συλλογή «Αέναη κίνηση», το μυθιστόρημα «Ο χωρικός του Παρισιού», η συλλογή δοκιμίων «Πραγματεία ύφους» κ.ά. πρωτοστατούν στη δημιουργία του σουρεαλιστικού κινήματος.





Απέρριψε την αντίληψη «τέχνη για την τέχνη»

Από τη γέννησή του, το σουρεαλιστικό κίνημα απέρριψε και πολέμησε κάθε αστική έκφανση της αντιδραστικής αντίληψης «τέχνη για την τέχνη». 

Οι σουρεαλιστικές συγκεντρώσεις ήταν, ουσιαστικά, πολιτικές. Αλλωστε, πολλοί από τους μετέπειτα σουρεαλιστές είχαν στο παρελθόν έρθει σε επαφή με τους εξόριστους μπολσεβίκους, με επιφανέστερο από αυτούς τον ίδιο τον Λένιν. 

Πολλοί ντανταϊστές επίσης εντάχθηκαν στο κομμουνιστικό κίνημα και επιφανείς Γερμανοί ντανταϊστές πήραν μέρος στην επανάσταση του '19. Ηταν επόμενο, λοιπόν, να συνδεθεί ο βασικός πυρήνας των σουρεαλιστών με το κομμουνιστικό κίνημα. Η ομαδική προσχώρηση της «ηγεσίας» του κινήματος, Αραγκόν, Μπρετόν, Ελιάρ, Περέ, στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα έγινε το 1927.

Το 1930, ο Αραγκόν ταξιδεύει στην ΕΣΣΔ και συγκεκριμένα στο Χάρκοβο, για να συμμετάσχει, εκ μέρους των σουρεαλιστών, στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Επαναστατών Συγγραφέων. Το ταξίδι αυτό θα είναι καθοριστικό, τόσο για την εμβάθυνσή του στο διαλεκτικό υλισμό, όσο και για τις αισθητικές του αναζητήσεις που θα τον φέρουν σε επαφή με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Η επιστροφή του θα είναι καθοριστική και για το σουρεαλιστικό κίνημα, επιχειρώντας να το εμπλουτίσει με τον μαρξισμό γιατί εκεί έβλεπε την προοπτική αυτού του κινήματος. 

Σε ένα άρθρο του, μάλιστα, μετά την επιστροφή του από την ΕΣΣΔ γράφει, μεταξύ άλλων: «Η αναγνώριση του διαλεκτικού υλισμού σαν μοναδικής επαναστατικής φιλοσοφίας, η κατανόηση και η ανεπιφύλακτη αποδοχή αυτού του υλισμού από τους ιδεαλιστές διανοούμενους, όσο συνεπείς κι αν είναι, για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων θεμάτων της επανάστασης - να ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της εξέλιξης των σουρεαλιστών...». Το 1932 ήρθε σε ρήξη με τους σουρεαλιστές.



Ο στρατευμένος ποιητής

Ο ποιητής θα στρατευτεί και στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτήν τη φορά σαν αντιστασιακός. Το 1942 άρχισε να εκδίδει και το παράνομο περιοδικό «Τα γαλλικά γράμματα», το οποίο διηύθυνε και μεταπολεμικά έως το 1972. Μέσα στην καρδιά του πολέμου θα γράψει πολλά αντιστασιακά έργα, αλλά και το εξάτομο μυθιστόρημα «Οι Κομμουνιστές» (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τη «Σύγχρονη Εποχή»). Το 1957 τιμήθηκε με το βραβείο «Λένιν».

Ο Αραγκόν, όπως και πολλοί άλλοι ξένοι διανοούμενοι, συμπαραστάθηκε ενεργά στους Ελληνες πολιτικούς κρατούμενους στα μαύρα μετεμφυλιακά χρόνια. 
 
Από αριστερά: Γιάννης Ρίτσος, Βασίλης Βενετσόπουλος, Μίνα Γιάννου, Αύρα Παρτσαλίδου, Λουί Αραγκόν, Χαρίλαος Φλωράκης και Παναγιώτης Μαυρομάτης

Κατά τη διάρκεια ταξιδιού του στην Αθήνα το 1980 ο Αραγκόν μίλησε μέσα από τις σελίδες του «Ριζοσπάστη», στη συνέντευξη που παραχώρησε. Τα πρώτα λόγια του στην αντιπροσωπεία του Κόμματος που τον υποδέχθηκε ήταν: «Νιώθω μεγάλη συγκίνηση γιατί αυτή τη στιγμή είμαι μαζί σας. 
Οταν επισκέπτομαι τις διάφορες χώρες δέχομαι εθιμοτυπικές επισκέψεις. Η δική σας όμως δεν είναι τέτοια. Ημουν και θα είμαι πάντα στο πλευρό του ΚΚΕ». Και όταν η αντιπροσωπεία της ΚΕ τον ευχαρίστησε γι' αυτήν τη συμπαράσταση στους εξόριστους αγωνιστές, ο Αραγκόν απάντησε: «Είστε οι σύντροφοί μου. Αυτό ήταν το ελάχιστο που μπορούσα να κάνω απέναντί σας. Ηταν χρέος τιμής». Μεταξύ των αγωνιστών υπέρ των οποίων πρωτοστάτησε για την απελευθέρωσή τους ο Αραγκόν, ήταν και ο Γιάννης Ρίτσος. «Ο Ρίτσος είναι ο άνθρωπος με τον οποίο συνδεόμουν μέσα από τα ποιήματά του χωρίς ακόμα να τον έχω γνωρίσει προσωπικά, την εποχή που τον καταδίωκαν. Ο Ρίτσος είναι αναμφισβήτητα ένας μεγάλος Ελληνας». Οι δύο ποιητές συναντήθηκαν την ίδια μέρα που μίλησε ο Αραγκόν στο «Ριζοσπάστη».

Ο Αραγκόν ενοχλούσε και φόβιζε στη ζωή και εξακολουθεί να ενοχλεί και να φοβίζει μετά το θάνατο, με το έργο του, όσους πραγματικά πρέπει να φοβούνται. Τη ημέρα που ανακοινώθηκε ο θάνατός του, μια γαλλική νεοφασιστική οργάνωση έβγαλε την εξής ανακοίνωση: «Οι λέξεις μάς λείπουν σήμερα για να διαδηλώσουμε τη χαρά μας. Δεν είμαστε απ' εκείνους τους φιλελεύθερους, που θα χύσουν κροκοδείλια δάκρυα για το θάνατο ενός αντιγάλλου. Μετά από τον θάνατο του Μέντες Φρανς και του Μπρέζνιεφ, προαναγγέλλεται πράγματι ένας ωραίος χειμώνας για τους εθνικόφρονες»! 

Το σίγουρο είναι και πως τα κόμματα της γαλλικής αστικής τάξης - και όχι μόνο της γαλλικής - έτρεφαν τα ίδια αισθήματα για τον ποιητή, έστω και αν το μέγεθος της προσφοράς του στη λογοτεχνία της πατρίδας του επέβαλλε το στοιχειώδη σεβασμό και την αναγνώριση.
Σιωπηλό εγκώμιο (Στα 75χρονα του Αραγκόν), από τον Γιάννη Ρίτσο

Αυτός με μια κόμη από άσπρη φωτιά, με την ακραία κομψότητα
του αρνούμενου,
με τις πολύτιμες αντανακλάσεις φωταγωγημένων αεροδρομίων
σε κάθε νύχι του χεριού του - Πού πας έτσι μόνος - είπε ο άλλος -
σε τούτη την ατέλειωτη όχθη, κάτω απ' τους σταυρούς
ξεγυμνωμένων δέντρων,
πλάι στο μαύρο ποτάμι, προσεχτικός, απρόσεχτος, ταΐζοντας με
μεγάλα διαμάντια
βιαστικά, ανυποψίαστα ψάρια; - εσύ που έσμιξες όλα τ' αντίθετα
στον έναν ρυθμό. Πού πας, λοιπόν,
έτσι μονάχος, παρασημοφορημένος, μες στη θλίψη μακρινών
επευφημιών; Το ξέρω
μέσα στην τσέπη του καινούργιου βελούδινου σακακιού σου
(γι' αυτό πιο λυπημένου)
κρατάς κρυμμένο όχι το μέτρο του αρχαίου Ξυλουργού, αλλά το ένα
ατσάλινο πτυσσόμενο φτερό του. Το δεύτερο δεν κρύβεται, αυτό
σου σκιάζει τα δύο τρίτα του προσώπου σου και το μαβί
πουκάμισό σου
κάτω απ' τους προβολείς της αγέρωχης νύχτας. Απ' τον ίσκιο
αυτού ακριβώς του φτερού σ' αναγνωρίζουν τ' αγάλματα, οι
ποιητές, οι φοιτητές, η επανάσταση κι εγώ. Ομως εγώ
καλύτερα απ' όλους σε γνωρίζω, απ' το πρώτο, πτυσσόμενο,
το κρυμμένο φτερό. (Αθήνα, 27.Χ.72)

Από την ποιητική συλλογή: «Γραφή τυφλού» (1972). Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα, 1972-1974», τ. ΙΑ΄, Κέδρος, Αθήνα 1993, σελ. 88.
Πηγές: «Ριζοσπάστης» 17/10/19802), Αρθρο του Πανίκου Παιονίδη από τη «ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ», Τεύχος 157, 19823), «Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου