Επιλογή γλώσσας

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023

Το οπορτουνιστικό ρεύμα στα γνωστά αδιέξοδα μπροστά στις εκλογές

Στο φουλ βρίσκονται αυτή την περίοδο οι μηχανές των διεργασιών στον οπορτουνιστικό χώρο, με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ να ολοκληρώνει την 5η της Συνδιάσκεψη το περασμένο Σαββατοκύριακο και μια σειρά συσκέψεων και διερευνητικών επαφών ανάμεσα στη ΛΑΕ, στο ΜέΡΑ25 και διάφορες οπορτουνιστικές ομάδες να έχουν προηγηθεί το προηγούμενο διάστημα.

Πρόκειται για διεργασίες που έχουν δίκαια προβληματίσει αγωνιστές που βρίσκονται ή βρέθηκαν κοντά σε αυτές τις δυνάμεις και τώρα βλέπουν η ίδια αδιέξοδη πολιτική γραμμή να ξανασερβίρεται ως μια ξαναζεσταμένη σούπα. Ενα αδιέξοδο στο οποίο απάντηση μπορεί να δώσει η συμπόρευση με το ΚΚΕ, η συζήτηση με βάση τα συμπεράσματα της ανατρεπτικής του γραμμής και δράσης όλο το προηγούμενο διάστημα.

Στο παρόν άρθρο θα σταθούμε σε ορισμένα πρώτα ζητήματα, καθώς όσο γράφονταν αυτές οι γραμμές βρίσκονταν ακόμα υπό δημοσίευση ομιλίες και αποφάσεις των διαφόρων ομάδων και στελεχών και συνεχίζονται οι διεργασίες.

«Η ενότητα της Αριστεράς» και οι εκλογικές ωσμώσεις

Οι «βυζαντινισμοί» και οι προσαρμογές στις γραμμές του οπορτουνισμού εξελίσσονται σε δυο αλληλοδιαπλεκόμενα πεδία. Στη μια μεριά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το ερώτημα αν μπροστά στις εκλογές θα συνεχίσει ως αυτόνομο σχήμα ή αν θα προσεγγίσει την ΛΑΕ. Το ΣΕΚ μιλά για περιχαράκωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και «φοβική ανάπτυξη» αγώνων ενάντια στη ΝΔ και το ΝΑΡ απαντά ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν θα γίνει «αντικείμενο λεηλασίας» από άλλες «δυνάμεις της Αριστεράς». Στην άλλη μεριά, στις απόπειρες εκλογικών σχημάτων που συμμετέχει η ΛΑΕ μαζί με διάφορες οπορτουνιστικές ομάδες, το «μήλον της Εριδος» είναι το αν θα υπάρξει ή όχι εκλογική σύμπραξη με το ΜέΡΑ25.

Το πραγματικό όμως επίδικο των διεργασιών είναι με ποια εκλογική συγκόλληση θα προωθηθεί πιο αποτελεσματικά η οπορτουνιστική γραμμή του μεταβατικού προγράμματος με βασική αιχμή τις «επανακρατικοποιήσεις χωρίς αποζημιώσεις» που τολμούν να προβάλλουν ως «αντικαπιταλιστική γραμμή σύγκρουσης»!! Αυτό που θα πρέπει να προβληματίσει κάθε ειλικρινή αγωνιστή που παρακολουθεί αυτές τις δυνάμεις, είναι το αδιέξοδο συνολικά αυτής της γραμμής, όποια προεκλογική συγκόλληση σχημάτων και ομάδων και αν επιτευχθεί.

Γιατί η ουσία σε όποια εκδοχή και αν επικρατήσει είναι ποιος και σε ποιο έδαφος θα εφαρμόσει αυτό το πρόγραμμα;

Από την επαγγελία (ΜέΡΑ25) μιας «προοδευτικής κυβέρνησης» με τα 7+1 σημεία του με «καλύτερο» πρόγραμμα από εκείνο του ΣΥΡΙΖΑ, τις διακηρύξεις (ΛΑΕ) για μια φιλολαϊκή «αριστερή κυβέρνηση» στον καπιταλισμό μετά από αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών με τη συμμαχία της «εκτός ΣΥΡΙΖΑ αριστεράς» έως τις φαμφαρολογίες (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) για ένα κίνημα με μεταβατικό πρόγραμμα «αντικαπιταλιστικής πάλης», που με ανέγγιχτη την δικτατορία του κεφαλαίου θα επιβάλει ριζικές αλλαγές υπέρ του λαού, η απάντηση που δίνεται στο παραπάνω ερώτημα έχει έναν κοινό πυρήνα: Την καλλιέργεια αυταπατών ότι μπορεί να υπάρξει μια μαγική λύση κατάργησης των νόμων της καπιταλιστικής οικονομίας, να υπάρξει δηλαδή ριζοσπαστική φιλολαϊκή πολιτική χωρίς την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, χωρίς σύγκρουση με την καπιταλιστική εκμετάλλευση και την καπιταλιστική ιδιοκτησία.

Παράλληλα, πρέπει να προβληματίσει κάθε καλοπροαίρετο εργαζόμενο που στήριξε αυτές τις δυνάμεις στο παρελθόν, το γιατί είναι κοινός τους τόπος η επίθεση στο ΚΚΕ, που μπαίνει μπροστά για να ανοίξει ο δρόμος της ανατροπής, για την οργάνωση του πραγματικού αγώνα της σύγκρουσης με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, με τις στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης, όλων των κυβερνήσεών της, των κατευθύνσεων της ΕΕ και των σχεδιασμών του ΝΑΤΟ, και γι' αυτό μπορεί να οργανώνει αποτελεσματικά σήμερα τις μάχες για προσωρινές κατακτήσεις και φραγμούς στην επίθεση του κεφαλαίου.

Η συμβολή του οπορτουνισμού στην ισχυροποίηση της λογικής του «μικρότερου κακού»...

Οι κόντρες στο εσωτερικό του οπορτουνιστικού χώρου αφορούσαν επίσης το ποια οπορτουνιστική συμμαχία ή τρόπος εκλογικής συγκόλλησης είναι ο πιο αποτελεσματικός στην προώθηση της «αντικυβερνητικής γραμμής», συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στη λογική του «μικρότερου κακού».

Και οι δύο εκδοχές συγκόλλησης των διαφόρων οπορτουνιστικών ομάδων υιοθετούν με ελάχιστες παραλλαγές ένα νέο μοτίβο, για να σερβίρουν την «αντιδεξιά» πολιτική τους γραμμή, που στο παρελθόν έδωσε αέρα στα πανιά της κυβερνητικής ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν απουσιάζει πλέον η κριτική στο αντιλαϊκό έργο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, ενάντια στο οποίο υπάρχει πολλές φορές πλειοδοσία παραδειγμάτων. Ομως παρουσιάζουν την αντιλαϊκή διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με το τρίτο μνημόνιο ως αποτέλεσμα «προδοσίας» και «υποχώρησης» από τις αρχικές δήθεν ριζοσπαστικές του διακηρύξεις. Παράλληλα ανάγουν την κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης αποκλειστικά σε πολιτική επιλογή της ΝΔ (καλούν μάλιστα σε «αγώνες από κάτω για την ανατροπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη»), κατηγορώντας τον ΣΥΡΙΖΑ μόνο για «συναίνεση».

Αποκρύπτουν έτσι το ότι η κλιμάκωση της αντιλαϊκής επίθεσης δεν είναι απλά θέμα αυθαίρετης κυβερνητικής επιλογής, αλλά διαμορφώνεται στη βάση των εκάστοτε αναγκών της καπιταλιστικής οικονομίας, της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Αυτή είναι η πραγματική αιτία που το έργο κάθε κυβέρνησης είναι πιο αντιλαϊκό από εκείνο της προηγούμενης. Αυτή είναι η πραγματική αιτία που το έργο και της κυβέρνησης που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές θα έχει δεδομένο αντιλαϊκό χαρακτήρα και μάλιστα θα είναι χειρότερο από εκείνο της τωρινής.

Αυτό είναι το κύριο που χρειάζεται να σκεφτεί κάθε εργαζόμενος. Δηλαδή όχι μόνο το τι έκαναν ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ ως κυβερνήσεις, αλλά κυρίως γιατί το έκαναν! Το αντιλαϊκό έργο τους δεν ήταν αποτέλεσμα ενός «επώδυνου συμβιβασμού» για την περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ και μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής επιλογής για τη ΝΔ, αλλά ήταν μια προδιαγεγραμμένη πολιτική, που παρά τις επιμέρους διαφορές προωθούσαν ως αστικά κόμματα αυτό που απαιτεί η καπιταλιστική οικονομία, οι επιλογές της αστικής τάξης, οι κατευθύνσεις της ΕΕ και οι σχεδιασμοί του ΝΑΤΟ. Γι' αυτό εξάλλου ο ΣΥΡΙΖΑ πρωταγωνίστησε στις περικοπές κοινωνικής πολιτικής, ενώ η ΝΔ στην πολιτική των κρατικών επιδοτήσεων με βάση τις εκάστοτε κατευθύνσεις της ΕΕ για περισσότερο περιοριστική ή επεκτατική πολιτική.

Η απάντηση που δίνει η πολιτική γραμμή του οπορτουνισμού είναι σε πλήρη αντίθεση με αυτή που προβάλλει το ΚΚΕ, εξηγώντας πως η λογική του «μικρότερου κακού» μας έχει οδηγήσει απ' το κακό στο χειρότερο και ότι δεν πρέπει να επιλέξουμε το αν μια κυβέρνηση θα σύρει τον λαό στη σφαγή με μεγαλύτερο μείγμα ενσωμάτωσης ή καταστολής.

Στα κυβερνητικά μονοπάτια με σημαία τις κρατικοποιήσεις

Διακαής πόθος των εσωτερικών ωσμώσεων του οπορτουνιστικού ρεύματος είναι οι όροι με τους οποίους θα επιτευχθεί μια «νικηφόρα επανάληψη του πειράματος ΣΥΡΙΖΑ».

Η ΛΑΕ διατείνεται ότι πρέπει να «προωθηθεί η ενότητα της Αριστεράς», που θα συμβάλει στην «αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών» και έτσι θα διαμορφωθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για μια «πραγματικά φιλολαϊκή κυβέρνηση». Από την άλλη μεριά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θεωρεί ότι ένα πραγματικό φιλολαϊκό πρόγραμμα μπορεί να γίνει μόνο με τον «έλεγχο του κινήματος», για την άνοδο του οποίου το ΝΑΡ θεωρεί απαραίτητη την αυτόνομη πορεία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις εκλογές, ενώ το ΣΕΚ την ώσμωσή της με άλλες δυνάμεις.

Η πείρα έχει δείξει ότι το τρένο της αστικής διακυβέρνησης κινείται σταθερά στην αντιλαϊκή κατεύθυνση που επιβάλλουν οι ράγες της καπιταλιστικής οικονομίας. Το έχουν δείξει η αρνητική πείρα και η χρεοκοπία του ευρωκομμουνισμού και των «αριστερών κυβερνήσεων» σε όλο τον κόσμο.

Το έχει αποδείξει και η πρόσφατη πείρα από τις αυταπάτες που καλλιέργησαν αυτές οι δυνάμεις το 2012 - 2015, είτε ότι μπορεί να υπάρξει μια φιλολαϊκή κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού, είτε ότι μπορεί να αποκτήσει έναν φιλολαϊκό προσανατολισμό με τον «έλεγχο» ή την πίεση του εργατικού - λαϊκού κινήματος.

Τώρα προβάλλονται ως αιχμή οι κρατικοποιήσεις. Η διαφορά με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προσθέτει «χωρίς αποζημίωση». Ομως οι κρατικές επιχειρήσεις στο έδαφος της απελευθερωμένης αγοράς λειτουργούν με γνώμονα το κέρδος, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού με άλλους ομίλους. Και όταν έχουν ζημιές απλά τις φορτώνουν στον λαό, όπως έγινε πρόσφατα με τις επανακρατικοποιήσεις σε Γαλλία και σε Γερμανία. Δεν πρόκειται για γραμμή σύγκρουσης αλλά ενσωμάτωσης στο σύστημα.

Μόνο ο λαός μπορεί να σώσει τον λαό, στον δρόμο της ανατροπής

Οσοι ήδη προβληματίζονται, πρέπει τώρα να κάνουν το βήμα! Η ενίσχυση του ΚΚΕ τόσο συνολικότερα όσο και στις επερχόμενες εκλογές αποτελεί βασικό παράγοντα ανάτασης του εργατικού - λαϊκού κινήματος, γιατί το ΚΚΕ είναι το μοναδικό κόμμα που παλεύει για να ανοίξει ο δρόμος της ανατροπής. Το μοναδικό κόμμα που φωτίζει ότι μόνο όπου οι εργαζόμενοι πήραν την υπόθεση στα χέρια τους, όπου ξεπέρασαν τις λογικές των λύσεων «από τα πάνω» ή δήθεν «μαγικών συνταγών» που υπόσχονται βελτίωση της θέσης του λαού χωρίς σύγκρουση με τον πραγματικό αντίπαλο, άνοιξαν δρόμο με συνέχεια και νικηφόρα προοπτική.

Το ΚΚΕ καλεί τον λαό να γυρίσει την πλάτη σε επίδοξους - παλιούς και νέους - κυβερνητικούς «σωτήρες» και «προστάτες» και στη γραμμή που συμβάλλει στην υποχώρηση και την υποταγή επί της ουσίας στα αφηγήματα της κυβερνητικής εναλλαγής.

Κάθε ειλικρινής αγωνιστής και εργαζόμενος, που έχει απηυδήσει από τους βυζαντινισμούς και την αδιέξοδη πολιτική γραμμή του οπορτουνισμού, μπορεί να βρει δύναμη στη συμπόρευση και τους κοινούς αγώνες με το ΚΚΕ. Το κόμμα που παλεύει, το σύνθημα «ο λαός μπορεί να σώσει τον λαό, στον δρόμο της ανατροπής» να γίνει πράξη. Γι' αυτό και χρειάζεται ένα ΚΚΕ πιο δυνατό, γιατί είναι το μόνο κόμμα που σε αυτό το σύνθημα δίνει περιεχόμενο, ζωντάνια, προοπτική.

Η μόνη πραγματική απάντηση υπέρ του λαού είναι η ενίσχυση του ΚΚΕ, που σημαίνει ενίσχυση της πραγματικής εργατικής - λαϊκής αντιπολίτευσης και οργάνωσης του αγώνα ενάντια σε κάθε αντιλαϊκή κυβέρνηση, που υλοποιεί τη στρατηγική του κεφαλαίου και της ΕΕ, για να ανοίξει ο δρόμος της ανατροπής.


Του
Λουκά ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ*
* Ο Λουκάς Αναστασόπουλος είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, επικεφαλής της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου