Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2019

Πάνος Γαβαλάς


Με τη φυσαρμόνικα στον εφεδρικό ΕΛΑΣ

Ο Πάνος Γαβαλάς θα φύγει από τη ζωή πικραμένος αλλά με «καθαρή συνείδηση», όπως έλεγε, δυο χρόνια αργότερα, στις 3 του Δεκέμβρη 1988.

Ο σπουδαίος λαϊκός τραγουδιστής Πάνος Γαβαλάς πορεύτηκε με συνέπεια και αυταπάρνηση στο δρόμο του καλού λαϊκού τραγουδιού, ερμηνεύοντας με την υπέροχη κι ακοπιάριστη φωνή του περίπου χίλια τραγούδια, ανάμεσά τους ορισμένα από τα ωραιότερα λαϊκά που γράφτηκαν ποτέ.


Έζησε μια ζωή που κάθε άλλο παρά στρωμένη με ροδοπέταλα ήταν, και που σημαδεύτηκε από τη σκληρή βιοπάλη, τη γερμανική Κατοχή, την Αντίσταση και τις διώξεις του μετεμφυλιακού κράτους, τις θυσίες και τη σκληρή δουλειά που δεν σταμάτησε ούτε όταν επήλθε μέσα από τις επιτυχίες η καταξίωση και η πλατιά αποδοχή του κόσμου.

Ο Πάνος Γαβαλάς γεννήθηκε στις 26 του Νοέμβρη 1926 στην Αθήνα. Η Κατοχή τον βρίσκει στην εφηβική ηλικία, να παίζει φυσαρμόνικα και να κάνει καντάδες στα σοκάκια της Καισαριανής, όπου διέμενε με την οικογένειά του.

Μικρός εγκαταλείπει το σχολείο μόλις τυφλώνεται ο πατέρας του και ρίχνεται στη βιοπάλη. Για να βοηθήσει την οικογένεια, δουλεύει ως ψαράς και στη συνέχεια στα ναυπηγεία ως ηλεκτροσυγκολλητής, όπου θ’ αποχτήσει μόνιμη βλάβη στα μάτια και θα φορέσει τα γυαλιά με τα οποία θα γίνει γνωστός στη συνέχεια. Μετά την Κατοχή θ’ ανοίξει ένα μικρό τσαγκαράδικο στην Καισαριανή.

Στην διάρκεια της Κατοχής ο Πάνος Γαβαλάς είναι ενταγμένος στον εφεδρικό ΕΛΑΣ. Μαζί με τον φίλο του, Νίκο Γκολελέ, παίζουν φυσαρμόνικα και τραγουδούν σε διάφορες περιοχές της Αθήνας για τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, πριν από τις μάχες. Όπως θα πει ο ίδιος χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του στον Πάνο Γεραμάνη, κινδύνευσε η ζωή του σε μπλόκο που έστησαν οι Γερμανοφασίστες καταχτητές μαζί με Έλληνες συνεργάτες τους στην περιοχή του Αρδηττού, και χρειάστηκε να επέμβουν μαχητές του τακτικού ΕΛΑΣ, για να τον απελευθερώσουν.

Μετά την απελευθέρωση ο Πάνος Γαβαλάς δίνει τη μάχη της επιβίωσης στο τσαγκαράδικο. Εκεί, στις στιγμές ξεκούρασης μαζί με το φίλο του Νίκο Μεμάρη που δούλευε στο απέναντι κουρείο, πιάνουν το μπουζούκι και την κιθάρα, παίζουν και τραγουδούν.





Είναι αρχές του 1950 όταν ο λαϊκός συνθέτης και μαέστρος Γεράσιμος Κλουβάτος βαδίζει έξω από το τσαγκαράδικο, ακούει τη φωνή του Γαβαλά και περνάει το κατώφλι… Η ζωή και το πλούσιο φωνητικό χάρισμα σπρώχνουν τότε το νεαρό βιοπαλαιστή σ’ έναν άγνωστο για τον ίδιο χώρο, σκληρό και αφιλόξενο. Μαθημένος στις μάχες ο Πάνος Γαβαλάς αποφασίζει να τα καταφέρει και ξεκινάει έναν καινούργιο αγώνα. Την ίδια  χρονιά ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια, χωρίς όμως επιτυχία. Αλλάζει εταιρεία, το ίδιο. Αποφασισμένος να δοκιμάσει μια τελευταία φορά και αν δεν πετύχει να επιστρέψει στο τσαγκαράδικο, ηχογραφεί τα τραγούδια «Σιγανοψιχάλισμα», «Μένα με λένε Περικλή», λίγο μετά τους θρυλικούς «Γλάρους». Η επιτυχία που άξιζε και τόσο κυνήγησε έρχεται και ταυτόχρονα ξεκινά μια πορεία γεμάτη από μεγάλες ερμηνείες, δίσκους, εμφανίσεις (θα πρωταγωνιστήσει στα λαϊκά πάλκα για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες) την αγάπη του κόσμου (τα περισσότερα χρόνια έχοντας στο πλευρό του τη Ρία Κούρτη), αλλά και πίκρα για την έλλειψη αναγνώρισης της προσφοράς του από την πολιτεία.


Το 1986 ο Πάνος Γαβαλάς θα τιμηθεί από την ΚΝΕ  και θα ζήσει στιγμές αποθέωσης από χιλιάδες κόσμου κάθε ηλικίας που γέμισαν ασφυχτικά το νεόδμητο ακόμα τότε Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, στο Φάληρο. Ο ίδιος θα «ανταποδώσει» με ρίγη συγκίνησης που θα διαπεράσουν το πολυπληθές κοινό, μόλις ακουστεί η λαβωμένη από τον καρκίνο βελούδινη φωνή του. Μαζί με τη μεγάλη κυρία του λαϊκού τραγουδιού Ρία Κούρτη θα ερμηνεύσουν μερικές από τις πιο γνωστές και αγαπημένες επιτυχίες τους στη μουσική εκδήλωση – αφιέρωμα του φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή στο κοινωνικό-λαϊκό τραγούδι, στην οποία πήραν μέρος πολλοί σπουδαίοι και καταξιωμένοι ερμηνευτές και δημιουργοί.

Αυτή θα είναι η τελευταία εμφάνιση του Πάνου Γαβαλά μπροστά σε μεγάλο κοινό. Όλοι γνωρίζαμε τότε ότι ήταν βαριά άρρωστος και το γεγονός ότι διέθετε το σθένος και τη θέληση να εμφανιστεί και να τραγουδήσει στην εκδήλωση της ΚΝΕ στο ΣΕΦ, έκανε την συγκίνηση, όλων, ακόμα μεγαλύτερη…

Μετά από χρόνια ο γιος του, ο Γιάννης, για να τον προφυλάξει από την ταλαιπωρία και την έντονη συγκίνηση, θα πει ότι είχε προσπαθήσει να τον αποτρέψει: «Τελευταία που ήταν άρρωστος δεν τον άφηνα να πάει στο συγκεκριμένο φεστιβάλ. Λέω: πώς θα πας, αφού ήτανε για εγχείρηση, για αφαίρεση λάρυγγα. Όχι, μου λέει, θα πάω. Και πήγε. Πήγε γιατί ενδεχομένως θυμότανε τα νιάτα του»…

Ο Πάνος Γαβαλάς θα φύγει από τη ζωή πικραμένος αλλά με «καθαρή συνείδηση», όπως έλεγε, δυο χρόνια αργότερα, στις 3 του Δεκέμβρη 1988.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου