Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2020

“Σε δέρνουμε γιατί δεν πνίγηκες”

Ήταν Κυριακή 19 του Γενάρη 1947, όταν συντάραζε το πανελλήνιο η είδηση μιας από τις μεγαλύτερες ναυτικές τραγωδίες του 20ου αιώνα.

Το επιβατηγό πλοίο «Χειμάρρα», που εκτελούσε το δρομολόγιο Θεσσαλονίκης – Πειραιά, μετά από πρόσκρουση σε νάρκη ή βραχονησίδα, βυθίστηκε στα παγωμένα νερά του Ευβοϊκού Κόλπου παίρνοντας μαζί του 374 ψυχές (κατά άλλη εκδοχή 383).
Η τραγωδία έλαβε χώρα στο σκοτάδι της νύχτας λίγο πριν ξημερώσει, και οι έρευνες για την αναζήτηση των ναυαγών άρχισαν με πολύωρη καθυστέρηση.

Ανάμεσα στους 550 στοιβαγμένους επιβάτες του παμπάλαιου πλοίου (έτος κατασκευής 1905) που ο τύπος της εποχής χαρακτήρισε «καρυδότσουφλο» βρίσκονταν και 36 πολιτικοί κρατούμενοι που μεταφέρονταν σε διάφορους τόπους εξορίας. Μόνο δέκα από αυτούς μπόρεσαν να σωθούν.

Στο πλοίο επέβαιναν επίσης 203 ένοπλοι χωροφύλακες και οπλίτες, οι οποίοι όπως προέκυψε από τις ανακρίσεις αδιαφορώντας για τις διαταγές του πλοιάρχου έτρεξαν πρώτοι και κατέλαβαν τις ναυαγοσωστικές λέμβους, για να σώσουν το τομάρι τους αφήνοντας στο πλοίο αβοήθητους γυναίκες και παιδιά…

Πενήντα χρόνια μετά, στον Ριζοσπάστη καταγράφεται η συγκλονιστική μαρτυρία ενός από τους επιζήσαντες του ναυαγίου, του πολιτικού κρατούμενου Αλέκου Ξυλάκη, που μεταφερόταν μαζί με άλλους 35 συντρόφους του στην εξορία:
“Επιβιβαστήκαμε στο “Χειμάρρα” στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης κατά τις 7 το πρωί. Μόλις ξεκίνησε το πλοίο, εμείς οι πολιτικοί κρατούμενοι διαμαρτυρηθήκαμε γιατί μας είχαν δεμένους. Μετά την επίμονη στάση μας, ήρθε ο καπετάνιος και είπε στους αστυνομικούς να μας λύσουν. Τα προβλήματα άρχισαν μόλις το πλοίο βγήκε από τον Θερμαϊκό. Επαθε βλάβη και για κάποιο χρονικό διάστημα ήμασταν ακυβέρνητοι. Στη 1 τα ξημερώματα της Κυριακής φθάσαμε στη Χαλκίδα και σε λίγο το “Χειμάρρα” απέπλευσε. Μετά από λίγες ώρες το πλοίο συγκλονίστηκε από μια τρομερή έκρηξη. Επακολούθησε πανικός. Δε λειτουργούσε τίποτε. Επικράτησε απόλυτο σκοτάδι. Το “Χειμάρρα” ήταν ακυβέρνητο. Ολοι οι πολιτικοί εξόριστοι είχαμε συγκεντρωθεί στο κατάστρωμα. Ενας σύντροφός μου, ο Αριστείδης, είχε μία λάμπα θυέλλης και την άναψε. Ο Παναγιώτης ο Τάρπογλου έρχεται και μας λέει ότι τα αμπάρια γεμίσανε νερό. Από ένα κιβώτιο παίρνουμε σωσίβια. Βγάζω τα ρούχα μου, το φοράω και ζητάω από τους άλλους συγκρατούμενούς μου να κάνουν το ίδιο. Το καράβι απότομα γέρνει αριστερά και αρχίζει να βυθίζεται. Ανέβηκα στην κουπαστή και έπεσα στη θάλασσα. Στο μεταξύ πολλές ναυαγοσωστικές βάρκες άρχισαν να αναποδογυρίζουν γιατί ήταν υπερφορτωμένες. Οι στιγμές ήταν εφιαλτικές. Από όλα τα σημεία ακούγονταν σπαρακτικές κραυγές βοήθειας. Κολυμπώ μερικά μέτρα και βλέπω τη λάμπα να τρεμοσβήνει και ακριβώς την ώρα εκείνη το πλοίο να χάνεται. Καθώς κολυμπούσα προς την ακτή ένιωθα κάθε λίγο τα σώματα των πνιγμένων που ανέβαιναν στην επιφάνεια του νερού. Μετά από ώρες έφθασα στην ακτή. Στις δέκα το πρωί πέρασε ένα καϊκι και όπως οι ναυτικοί με είδαν να στέκομαι γυμνός στην ακτή, ήρθαν κοντά μου”.
Τους οχτώ πολιτικούς εξόριστους γρήγορα η Ασφάλεια τους εντόπισε στα λιμάνια ή στα νοσοκομεία και τους συνέλαβε. Δύο μόνο μπόρεσαν να ξεφύγουν. Ο Σ. Κοντοστάθης και ο Αλ. Ξυλάκης, οι οποίοι γρήγορα ήρθαν σε επαφή με το Κόμμα στην Αθήνα. Αυτό κράτησε μέχρι τον Αύγουστο του ’47. Ώσπου…
“Μία μέρα του Αυγούστου πήγαμε επίσκεψη με τον Κοντοστάθη σ’ ένα συγγενικό του σπίτι στον Αγ. Μελέτιο. Εκεί μας έκαναν το τραπέζι. Κάποιος όμως με παρατηρούσε από πάνω ως κάτω. Με τι όρεξη να φας μετά από αυτό. Τους ευχαριστήσαμε και φύγαμε. Στο δρόμο λέω στο σύντροφο μου: “Στάθη, κάτι δε μ’ άρεσε σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Φοβάμαι ότι πέσαμε σε χαφιέ”. Σύχναζα τότε σ’ ένα φαρμακείο στην οδό Αιόλου 101. Βλέπω σε μια στιγμή τον άνθρωπο που είχαμε συναντήσει στο συγγενικό σπίτι του Κοντοστάθη να περνάει μπροστά από το μαγαζί. Σε δύο λεπτά και πριν προλάβω να αντιδράσω με ακινητοποιεί με το πιστόλι του. Είκοσι μέρες με είχαν στην απομόνωση. “Σε δέρνουμε” μου έλεγαν “γιατί δεν πνίγηκες”. Ακολούθησαν 12 χρόνια εξορίας και φυλακής”.
Όπως σημειώνεται στο Ριζοσπάστη, σύμφωνα με τα στοιχεία που μπόρεσαν να συγκεντρώσουν οι επιζήσαντες του ναυαγίου πολιτικοί εξόριστοι, κατά τη βύθιση του “Χειμάρρα” έχασαν τη ζωή τους οι: Ζαγουρτζής Ν., Δούκας, Κάκαβος, Μαγαζώης Αρ., Αδαμίδης Κ., Ισσόπουλος Αρ., Ματσαβίδου Ελ., Αλβέρτος Κ., Τζορμπαζηκωστής Κ., Ταξιντάρης Κ., Απέργης Γρ., Τσαρδάκης Γ., Μπατζάκης Ν., Ρουμελιώτης Χ., Καλλικρατίδης Ι., Λυκάρτσης Σ., Γερογιάννης Ι., Νότογλου Ευαγ., Χρυσοχέρη Αθ. Δεν υπάρχουν τα ονόματα των υπόλοιπων αγνοούμενων πολιτικών εξόριστων, ούτε έγινε γνωστό κάτι για την τύχη τους…

Κατιούσα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου