Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2020

Κάρολος Κουν


Πεθαίνει, 14/2/1987, ο μεγάλος Έλληνας σκηνοθέτης Κάρολος Κουν. Δημιουργός της «Λαϊκής Σκηνής» το 1933, του «Θεάτρου Τέχνης» το 1942, κλπ.

Ο Κάρολος Κουν γεννήθηκε στην Προύσα το 1908. Οι γονείς του μετακόμισαν στην Κωνσταντινούπολη, όταν ο Κουν ήταν μωρό.

 Ο ίδιος έλεγε: «Αν και γεννήθηκα στην Προύσα, δεν τη γνώρισα. Από μικρός βρέθηκα στην Πόλη κι εκεί μεγάλωσα.
Από κει αρχίζουν οι αναμνήσεις, εκεί δημιουργήθηκαν οι πρώτοι ερεθισμοί, τα πρώτα συναισθήματα, η πρώτη επαφή με την έξω για μένα πραγματικότητα. Μεγάλωσα σαν Ρωμιός, μέσα σ' ένα ρωμαίικο αστικό σπίτι».

Τελειώνοντας τη Ροβέρτιο Σχολή της Κωνσταντινούπολης, το 1927 πηγαίνει στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης και σπουδάζει Αισθητική.

Το 1929 έρχεται στην Ελλάδα και προσλαμβάνεται ως καθηγητής των Αγγλικών στο Κολέγιο Αθηνών. Αντί του μαθήματος, ωθεί τους μαθητές να γράφουν διαλόγους.

Αυτή ήταν η αρχή απ' όπου ξεπήδησαν σκετσάκια και άλλα έργα που έγραφαν οι μαθητές, παρασύροντας και καθηγητές τους, αλλά και οι ερασιτεχνικές παραστάσεις των μαθητών, με τη σκηνοθετική καθοδήγηση του δασκάλου τους.

Επί 55 χρόνια, ο Κάρολος Κουν έδινε το καθημερινό καλλιτεχνικό παράδειγμά του, με τη μεγάλη μόρφωσή του, τη γλωσσομάθειά του, την ανήσυχη σκέψη του, τη ριζοσπαστική αντίληψή του, αλλά και με τον λιτό, σεμνό, ταγμένο στο θέατρο, τρόπο της ζωής του, τονίζοντας πάντα στους συνεργάτες του, από την ίδρυση (1942) του «Θεάτρου Τέχνης» (στο οποίο μετείχαν ΕΑΜίτες) : «Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί, κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας».



Η πρωτοπόρα «Λαϊκή Σκηνή»

Η μεγάλη εντύπωση που προκαλούν οι ερασιτεχνικές παραστάσεις του σχολείου ωθούν τον Κουν, παράλληλα με το δασκαλίκι (για το βιοπορισμό του), να δημιουργήσει το 1933 τη «Λαϊκή Σκηνή» και να ανεβάσει, με ενήλικους, αριστερούς - αργότερα κομμουνιστές ερασιτέχνες (οι οποίοι αργότερα έγιναν οι πρώτοι μαθητές της «σχολής» που δημιούργησε στα πλαίσια της «Λαϊκής Σκηνής» και έπειτα ηθοποιοί του «Θ.Τ.»), την «Ερωφίλη» του Χορτάτση και το 1934 την ευριπιδική «Αλκηστη». Δύο παραστάσεις μεγάλης σημασίας για την εξέλιξη του θεάτρου μας, που με το λαϊκό χαρακτήρα τους εξέφραζαν τις ιδέες και την αισθητική εκείνων των διανοουμένων και καλλιτεχνών που έναντι των «εισαγόμενων» ρευμάτων του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού αντιπαρέθεταν και υπεράσπιζαν την «ταυτότητα» του ελληνικού πολιτισμού. Παραστάσεις, που «θεμελίωσαν» τον ιδεολογοαισθητικό προσανατολισμό του Κουν, τον οποίο διαμόρφωσε πλήρως με το «Θ.Τ.», προσανατολισμός που αποκλήθηκε «λαϊκός εξπρεσιονισμός». Με τη «Λαϊκή Σκηνή», μέχρι το 1936, ανεβάζει τον αριστοφανικό «Πλούτο», το μολιερικό «Κατά φαντασίαν ασθενή», το γκογκολικά «Παντρολογήματα». Ακολουθούν παραστάσεις στο Κολέγιο Αθηνών (Σαίξπηρ και Αριστοφάνης). Το 1939, με το «Θεατρικό Ομιλο Κ. Κουν» και με σύμπραξη του Ελληνικού Ωδείου και του φιλολογικού συλλόγου «Ασκραίος» ανεβάζει τον τσεχοφικό «Βυσσινόκηπο». Μια παράσταση, επίσης, σημαντική, γιατί με αυτήν προεισήγαγε στο ελληνικό θέατρο τη μέθοδο Στανισλάφσκι.

Περιζήτητος πια από τους καταξιωμένους θιάσους, ο Κουν το 1939 σκηνοθετεί στο θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη την ιψενική «Εντα Γκάμπλερ». Στα χρόνια 1939 - 1941 σκηνοθετεί πολλά ξένα και ελληνικά έργα στο θίασο της μεγάλης Μαρίκας Κοτοπούλη (μεταξύ άλλων και τη σοφόκλεια «Ηλέκτρα», στη μετάφραση του δημοτικιστή Α. Μελαχρινού). Στα 1941 - 1942 ξανασυνεργάζεται με την Κατερίνα.

Το μεγάλο «άλμα»

Τον Ιούνη του 1942, οι προβληματισμοί και οι μακρόχρονες συζητήσεις που έκανε με παλιούς μαθητές του στη «Λαϊκή Σκηνή», νεότερους στη σχολή του και νέους ηθοποιούς - συνεργάτες σε επαγγελματικές παραστάσεις του, καταλήγουν στη δημιουργία του «Θεάτρου Τέχνης». Φράγκο ...μηδέν. Ολοι τους. Κι όμως ομόφωνα αποφασίζουν: Αυτό το θέατρο «δε θα είχε λόγο ύπαρξης, αν δε διέφερε απόλυτα απ' τα υπάρχοντα θέατρα (...) Με απόλυτη πίστη, απόλυτη θυσία», στην «υψηλά διανοητική ευχαρίστηση» που προσφέρει η θεατρική δημιουργία, «πρέπει να ξεφύγουμε από κάθε μαρασμό, δυσπιστία, άρνηση, εγωκεντρισμό, για να βοηθήσουμε να ξεπεταχτεί ο μικρός θεός που ο καθένας κρύβει μέσα του. Πριν από κάθε άλλο χρειαζόμαστε πίστη σε κάτι έξω από μας, μεγαλύτερο από μας (...) Για μια πιο πλούσια, πιο βαθιά, πιο ολοκληρωμένη ζωή, μια ανάταση του εαυτού μας, μια πιο πλατιά κατανόηση των γύρω μας μέσα από την τέχνη, το θέατρο». Ολοι τους ήξεραν και πίστευαν ότι το τότε υπάρχον θέατρο «με το φτηνό βεντετισμό από τη μια μεριά και τον επιχειρηματία από την άλλη», δεν μπορούσε να «ξυπνήσει» στο κοινό «κάτι ανώτερο» και στον καλλιτέχνη «να αγαπά, να σέβεται τη δουλειά του. Να νιώσει το βάρος της αποστολής του».

Ετσι αρχίζει η μεγάλη «περιπέτεια» του «Θεάτρου Τέχνης», που με το ρεπερτόριο και την αισθητική του, υπήρξε επί τέσσερις δεκαετίες η πρωτοπορία του ελληνικού θεάτρου. Η δεύτερη - στην ιστορία του μετεπαναστατικού και νεοελληνικού θεάτρου - πραγματικά μεγάλη, και το κυριότερο: προοδευτικής κατεύθυνσης (με τα έργα, τους συνεργάτες και ερμηνευτές) «σχολή» της ελληνικής σκηνικής τέχνης, τέχνης καθ' όλα σπουδαίας. «Σχολή» που έμελλε να γίνει - και να μείνει ακατανίκητο μέχρι το θάνατο του Κουν - το «αντίπαλον δέος»... της άλλης μεγάλης «σχολής», του Εθνικού Θεάτρου. Αν και χωρίς δική του στέγη, το «Θ.Τ.» ξεκινώντας με την ιψενική «Αγριόπαπια» (Οκτώβρης 1942, θέατρο Αλίκης), πηγαίνοντας κόντρα στη γερμανική κατοχή, στην πείνα, στους καθημερινούς κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι συνεργάτες και ηθοποιοί του (εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από ΕΑΜίτες, αρκετοί ήταν μέλη του παράνομου ΚΚΕ και κάποιοι στα εμφυλιακά και μετεμφυλιακά χρόνια διώχθηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, ή βρέθηκαν στην πολιτική προσφυγιά), μέχρι το 1950 ανέβασε πολλά κλασικά και σύγχρονα έργα (ξένα και ελληνικά), σε σπουδαίες σκηνοθεσίες του Κουν και ανάδειξη πολλών σημαντικών Ελλήνων μεταφραστών, συγγραφέων, ηθοποιών, σκηνογράφων.

Από το 1949 έως το 1954 ο Κουν σκηνοθετεί σε διάφορους σημαντικούς θιάσους, αλλά και στο Εθνικό Θέατρο, στο οποίο μεταξύ άλλων κλασικών έργων ανέβασε το περίφημο έργο του - αριστερού τότε - διάσημου Αμερικανού συγγραφέα Τζων Στάινμπεκ «Ανθρωποι και ποντίκια», με πρωταγωνιστές τους Βασίλη Διαμαντόπουλο και Θάνο Κωτσόπουλο, ο οποίος έλεγε ότι η παράσταση αυτή, υπό την καθοδήγηση του Κουν υπήρξε πολύ μεγάλος και ευτυχής «σταθμός» στην ερμηνευτική καριέρα του.

Και φθάνουμε στα 1954. Επιτέλους, οι άνθρωποι του «Θεάτρου Τέχνης» αποχτούν, φτιάχνοντάς την οι ίδιοι - δουλεύοντας σαν εργάτες, τη δική τους στέγη, το γνωστό «Υπόγειο». Μια μικρή σκηνή, κάτω από τα θεμέλια της στοάς «Ορφέως», που για πρώτη φορά στα χρονικά των ελληνικών θεατρικών αιθουσών διαμορφώνεται ως κυκλική σκηνή. Μια τρίπλευρη για τους θεατές σκηνούλα, που για 33 ακόμα χρόνια (μέχρι το 1987), θαυματούργησε θεατρικά, ακόμα και κόντρα στην Απριλιανή δικτατορία. Θαυματούργησε γιατί αρχή του «Θ.Τ.» ήταν: «Πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα για να γίνουν θαύματα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου