Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2020

Δυο + Δυο τραγούδια του Μ Βαμβακάρη


 Μάρκος Βαμβακάρης ( 10 Μάη 1905 - 8 Φλεβάρη 1972 ). Ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες συνθέτες του λαϊκού τραγουδιού, από τους πρωτεργάτες του ρεμπέτικου.

Γεννήθηκε στις 10 Μάη 1905, στο συνοικισμό Σκαλί της Ανω Χώρας στην Ερμούπολη της Σύρου. Ηταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη , οι οποίοι ήταν φτωχοί αγρότες – χωρίς κλήρο – και ασχολούνταν και με άλλες δουλειές για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.

Εζησε τα παιδικά του χρόνια στη Σύρο και σε ηλικία 12 χρονών ήρθε στην Αθήνα. Εμαθε μπουζούκι και μπαγλαμά στο στρατό.
Χαϊδάρι
Τρέξε μανούλα όσο μπορείς
τρέξε για να με σώσεις
κι απ’ το Χαϊδάρι μάνα μου
να μ’ απελευθερώσεις.

Γιατ’ είμαι μελλοθάνατος
και καταδικασμένος
δεκαεφτάχρονο παιδί
στα σίδερα δεμένος.

Απ’ την οδό του Σέκερη
με πάνε στο Χαϊδάρι
κι ώρα την ώρα καρτερώ
το χάρο να με πάρει.

Να δεις του χάρου το σπαθί
μανούλα που θα φέρνει
και τη ζωή του καθενός
μάνα πώς θα την παίρνει.

Κι όταν με δεις μάνα νεκρό
να πεις στις άλλες μάνες
γιατί πονέσανε κι αυτές
με πίκρες πιο μεγάλες.

Πως είδα τα παιδάκια τους
στα σίδερα δεμένα
με την κατάδικη στολή
αδικοσκοτωμένα.

Η κλωστηρού


Πότε μες τα κίτρινα ντυμένη σε κοιτάζω
το λυγερό σου το κορμί κάθουμαι και θαυμάζω
που μέρα νύχτα δε βγαίνεις απ’ το νου μου Ι
αχ μαυρομάτα μου τσαχπίνα κλωστηρού μου

Κόκκινα σαν βάλεις αδελφούλα
πως ήθελα να σ’ έβρισκα μέρος που να `χει ζούλα
μπλε όταν φορέσεις πως μ’ αρέσεις
και τη καρδιά μου κλωστηρού μου έχεις κλέψει

Πότε μες τα κίτρινα ντυμένη σε κοιτάζω
το λυγερό σου το κορμί κάθομαι και θαυμάζω
που μέρα νύχτα δε βγαίνεις απ’ το νου μου Ι
αχ μαυρομάτα μου τσαχπίνα κλωστηρού μου

Κόκκινα σαν βάλεις αδελφούλα
πως ήθελα να σ’ έβρισκα μέρος που να `χει ζούλα
μπλε όταν φορέσεις πως μ’ αρέσεις
και τη καρδιά μου κλωστηρού μου έχεις κλέψει

Όσοι έχουνε πολλά λεφτά



Αντιλαλούν οι φυλακές 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου