Επιλογή γλώσσας

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2022

Το καλάθι του νοικοκυριού είναι «άδειο»


Τις τελευταίες βδομάδες, η νέα τάχα «λύση» για την ακρίβεια στα τρόφιμα, το λεγόμενο «καλάθι του νοικοκυριού», πυροδότησε έναν νέο γύρο πολιτικής αντιπαράθεσης. Η ΝΔ υποστηρίζει ότι το «καλάθι» ανακουφίζει τα λαϊκά στρώματα απ' τον πληθωρισμό, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζει έναν τάχα καταγγελτικό λόγο, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι δεν προχωρά σε τολμηρά μέτρα «σύγκρουσης με τον πυρήνα της ακρίβειας», υποστηρίζοντας δηλαδή ότι η δική του δέσμη μέτρων, με «μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα» και με πάταξη της «αισχροκέρδειας», μπορεί «να δώσει ανακούφιση στους πολίτες».

Η ψευδεπίγραφη κυβερνητική λύση

Το κυβερνητικό «καλάθι του νοικοκυριού» σίγουρα δεν αποτελεί κανενός είδους απάντηση στο κύμα ακρίβειας που κατατρώει τα λαϊκά εισοδήματα. Δεν αλλάζει τους βασικούς παράγοντες του προβλήματος, τους χαμηλούς μισθούς, την πληθωριστική πίεση στις τιμές όλων των εμπορευμάτων και τις επιπρόσθετες, μεγάλες αυξήσεις στην Ενέργεια. Χαρακτηριστικά, για το επίπεδο ακρίβειας, οι τιμές ορισμένων ειδών διατροφής έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 30% μέσα σε έναν χρόνο, ενώ σε ορισμένα είδη (π.χ. φέτα) η αύξηση αγγίζει το 50%.

Το λεγόμενο «καλάθι του νοικοκυριού» δεν είναι, στην ουσία του, τίποτα άλλο παρά μια διαφημιστική σύμπραξη κυβέρνησης, ορισμένων μεγάλων super market και βιομηχανιών τροφίμων. Πρακτικά, το «καλάθι» δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ειδική σήμανση που τοποθετείται σε ορισμένα εμπορεύματα, που είναι, γενικά, συγκριτικά λίγο φθηνότερα από άλλα παρεμφερή εμπορεύματα του ίδιου τύπου. Πιο συγκεκριμένα, το υπουργείο έχει καταρτίσει έναν κατάλογο με περίπου 50 κατηγορίες εμπορευμάτων και κάθε όμιλος super market φτιάχνει μια δική του λίστα στην οποία εντάσσει ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα για κάθε κατηγορία εμπορεύματος της γενικής λίστας. Για παράδειγμα, η λίστα του υπουργείου προβλέπει «ρύζι» και κάθε όμιλος εντάσσει ένα συγκεκριμένο πακέτο ρύζι στο δικό του «καλάθι του καταναλωτή». Τα super market δεν αναλαμβάνουν ούτε καν κάποιου είδους συγκεκριμένη υποχρέωση να κρατούν τις τιμές αυτών των εμπορευμάτων σε χαμηλότερα επίπεδα. Γι' αυτό άλλωστε και το καλάθι δεν οδήγησε σε κάποια ουσιαστική μείωση των τιμών.

Στην πράξη, το «καλάθι του καταναλωτή» λειτουργεί και σαν «κράχτης», σαν «δωρεάν διαφήμιση» για τους ομίλους super market και τα εμπορεύματα που εντάσσουν μέσα στο καλάθι αυτό, ενώ η κυβέρνηση προωθεί το καλάθι επικοινωνιακά, εμφανίζοντας ότι αντιμετωπίζει το ζήτημα της ακρίβειας. Δεν εκπλήσσει φυσικά κανέναν ότι οι όμιλοι εντάσσουν κατά κύριο λόγο τα λεγόμενα «προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας», δηλαδή φθηνότερα εμπορεύματα που παράγονται για λογαριασμό των ίδιων των εμπορικών αλυσίδων.

Βέβαια, ως διαφημιστικό εργαλείο, το «καλάθι του νοικοκυριού» ενδεχομένως να επιταχύνει την αναγκαστική στροφή των λαϊκών καταναλωτών σε φθηνότερα τρόφιμα - συγκριτικά με τον μέσο όρο - όπως αυτά που οι όμιλοι εντάσσουν μέσα στο καλάθι. Εδώ όμως πρέπει να σημειώσουμε ότι οι μικρότερες τιμές προκύπτουν από συσκευασίες μικρότερου μεγέθους και από τρόφιμα χαμηλότερης διατροφικής αξίας (αυξημένοι υδατάνθρακες σε σχέση με λίπη) και ενδεχομένως χαμηλότερης ποιότητας.

Το «καλάθι του νοικοκυριού» είναι λοιπόν ένα διαφημιστικό τέχνασμα κυβέρνησης, ομίλων super market και ομίλων παραγωγής τροφίμων, που αυξάνει τη συγκέντρωση του εμπορίου σε μεγάλους ομίλους, επιταχύνει τη στροφή σε φθηνά τρόφιμα και την ίδια στιγμή κεφαλαιοποιείται πολιτικά απ' την κυβέρνηση, που εμφανίζεται ότι «καταπολεμά την ακρίβεια στα τρόφιμα». Παράλληλα, οξύνει μια σειρά από ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς γύρω απ' τα μερίδια αγοράς τροφίμων.

Η εναλλακτική λύση της «διατίμησης» των τροφίμων

Απ' την άλλη, «απέναντι» στην κυβερνητική κοροϊδία, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι δυνάμεις του οπορτουνισμού ασκούν δριμεία κριτική στην κυβέρνηση, γιατί τάχα δεν λαμβάνει μέτρα που θα μπορούσαν να μειώσουν τις τιμές των τροφίμων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζεται πως οι λεπτομερείς έλεγχοι της αγοράς και η «πάταξη της αισχροκέρδειας» είναι καταλύτες για να μειωθούν δραστικά οι τιμές των τροφίμων, ενώ δυνάμεις του οπορτουνισμού ασκούν κριτική στην κυβέρνηση γιατί δεν προχωρά σε «διατίμηση» των τροφίμων, σε θέσπιση δηλαδή συγκεκριμένων, ανώτατων τιμών στα τρόφιμα προκειμένου να μειωθεί η λαϊκή επιβάρυνση.

Αυτοί οι ισχυρισμοί θα ήταν για γέλια, αν δεν ήταν εργαλεία αποπροσανατολισμού του λαού, αν δεν λειτουργούσαν αντικειμενικά ως μηχανισμοί εγκλωβισμού των εργαζομένων στην αυταπάτη σωτηρίας από μια προοδευτική κυβέρνηση που θα φέρει φιλολαϊκές αλλαγές.

Πρώτα - πρώτα, το ζήτημα των υψηλών τιμών στα τρόφιμα και εν γένει της ακρίβειας δεν είναι αποτέλεσμα κυρίως «αισχροκέρδειας».

Σίγουρα, φαινόμενα αισχροκέρδειας, μονοπωλιακών τιμών και συνεννοήσεων μεταξύ ομίλων εμφανίζονται και επιδεινώνουν την κατάσταση. Ομως, δεν συνιστούν την κύρια αιτία της ακρίβειας.

Η αιτία της ακρίβειας πρέπει να αναζητηθεί:

-- στους διαχρονικά πολύ χαμηλούς μισθούς, που, ειδικά σήμερα με έναν πληθωρισμό που κυριολεκτικά καλπάζει, δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την κάλυψη των αναγκών των εργαζομένων. Σημειώνουμε πως με έναν πραγματικό πληθωρισμό της τάξης του 20%, ο κατώτατος μισθός των 713 ευρώ - με όρους ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης - θα έπρεπε να διαμορφωθεί στα 856 ευρώ σήμερα, για να μιλάμε για σταθεροποίησή του στα ίδια επίπεδα.

-- στις τεράστιες πληθωριστικές πιέσεις λόγω της επεκτατικής διαχείρισης απ' την ΕΚΤ και την ΕΕ. Τα τεράστια πακέτα χρηματοδότησης της πράσινης - ψηφιακής μετάβασης της ΕΕ γίνονται με δάνεια στα κράτη και απαιτούν ουσιαστικά καινούργιο, «φρέσκο χρήμα». Η μεγάλη αύξηση του όγκου του κυκλοφορούντος χρήματος νομοτελειακά παράγει πληθωρισμό, ρίχνει δηλαδή την αξία του χρήματος, ανεβάζοντας τις τιμές.

-- στην εκτίναξη των τιμών της Ενέργειας, λόγω της πράσινης μετάβασης, των πανάκριβων ΑΠΕ, της πολιτικής της ΕΕ για την «απελευθέρωση» της Ενέργειας. Καθώς το ενεργειακό κόστος είναι σημαντική συνιστώσα του κόστους παραγωγής, αυτό επιδρά έμμεσα στις τιμές των τροφίμων.

-- στον κλιμακούμενο πόλεμο του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία και τις πολλαπλές οικονομικές κυρώσεις που έχουν οδηγήσει σε μεγάλη επιπρόσθετη αύξηση, όχι μόνο του κόστους της Ενέργειας, αλλά και ορισμένων τροφίμων όπως και πρώτων υλών που χρειάζονται για την παραγωγή τροφίμων, προεξαρχόντων των λιπασμάτων, η παραγωγή του βασικότερου εκ των οποίων γίνεται καταναλώνοντας φυσικό αέριο και, για τον λόγο αυτό, το μερίδιο της Ρωσίας και της Ουκρανίας στην παραγωγή του είναι πολύ μεγάλο.

-- στην «εξωστρέφεια» της ελληνικής οικονομίας που επίσης συνεισφέρει στην αύξηση των τιμών των τροφίμων, π.χ. οι κατά τεκμήριο υψηλότερων εισοδημάτων τουρίστες απ' τους ημεδαπούς πιέζουν τις τιμές - αλλά έως ένα βαθμό και τις αξίες1- προς τα πάνω.

Τι δείχνουν όλα αυτά; Πρώτον, πως οι μεγάλες αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων δεν προέρχονται κατά κύριο λόγο απ' την «αισχροκέρδεια» αλλά απ' τις ίδιες τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής αγοράς, την πολιτική της ΕΕ για την πράσινη ανάπτυξη, τη δημοσιονομική πολιτική που εφαρμόζει η ΕΚΤ. Ετσι, η ουσιαστική αντιμετώπιση της ακρίβειας στα τρόφιμα δεν μπορεί να γίνει χτυπώντας τα «αισχρά κέρδη», την εκτροπή απ' την καπιταλιστική κανονικότητα. Αντίθετα, η αντιμετώπιση της ακρίβειας προϋποθέτει, ουσιαστικά, σύγκρουση με την πολιτική της ΕΕ για τη στήριξη της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με τα τάχα «λελογισμένα» κέρδη της καπιταλιστικής παραγωγής. Σήμερα για να αναχαιτιστεί η ακρίβεια απαιτείται η κατάργηση των έμμεσων φόρων και η ουσιαστική αύξηση των πραγματικών, αποπληθωρισμένων μισθών, πάνω απ' τα όρια της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, να γίνει δηλαδή με όρους αναδιανομής της υπεραξίας προς όφελος της εργατικής τάξης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, σε αντιδιαστολή, υπόσχεται πως θα υλοποιήσει με «λελογισμένο» τρόπο την ίδια πολιτική, με μείωση των έμμεσων φόρων στον βαθμό που επιτρέπει η ΕΕ, ενώ στο ζήτημα των μισθών ο Αλ. Τσίπρας απέφυγε να δεσμευτεί ακόμα και για τη σταθεροποίηση του πραγματικού μισθού.

Το επιχείρημα του οπορτουνισμού για «διατίμηση» των τροφίμων είναι επίσης διάτρητο. Οσο τα τρόφιμα παραμένουν εμπορεύματα, όσο η παραγωγή τους γίνεται με όρους καπιταλιστικής παραγωγής, όσο δηλαδή υπάρχει καπιταλισμός, η διατίμησή τους δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Οι καπιταλιστές που παράγουν τα τρόφιμα δεν μπορούν να υποχρεωθούν να τα πουλήσουν και κυρίως να τα παράξουν με «χασούρα». Μια διατίμηση σε χαμηλές τιμές θα οδηγούσε ακόμα και σε ελλείψεις των τροφίμων η παραγωγή και η εμπορία των οποίων δεν συμφέρουν τους καπιταλιστές. Αν, αντίθετα, η διατίμηση γίνει μέσα απ' την επιδότηση των υψηλών τιμών από το αστικό κράτος, τότε το κόστος τους για τον λαό θα ήταν ίδιο, πληρωμένο απλά από διαφορετική τσέπη. Η κρατική φορολογία προέρχεται απ' τις τσέπες του λαού, αφού οι όμιλοι συνεισφέρουν λιγότερο απ' το 5% των συνολικών εσόδων. Ετσι, τα επιδοτούμενα τρόφιμα απλά μεταφέρουν την ακρίβεια στην άλλη τσέπη του λαού, την «κρύβουν» κάτω απ' το χαλί.

Οι λύσεις που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ και ο οπορτουνισμός δεν είναι ουσιαστικές λύσεις, δεν αντιμετωπίζουν πραγματικά το πρόβλημα της ακρίβειας. Ο αντιλαϊκός χαρακτήρας της αστικής πολιτικής εκφράζεται απλά με διαφορετικό τρόπο. Ομως οι «λύσεις» αυτές ακούγονται εύκολες ειδικά σε τμήματα των εργαζομένων που κυριολεκτικά υποφέρουν. Και τροφοδοτούν την εύκολη πολιτική λύση της αλλαγής κυβέρνησης, παρά το γεγονός ότι η επιδείνωση της κατάστασης του λαού θα συνεχιστεί.

Η σωτηρία του λαού προϋποθέτει τη σύγκρουση

Στην πραγματικότητα, η σωτηρία του λαού, η αναχαίτιση του σημερινού κύματος φτώχειας και ακρίβειας, στα τρόφιμα, στην Ενέργεια, στη στέγαση, στις κοινωνικές ανάγκες, απαιτεί ρήξη με τις δεσμεύσεις της ΕΕ και την πολιτική που υπηρετεί την καπιταλιστική κερδοφορία. Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος, ότι δηλαδή κάθε καπιταλιστική ανάπτυξη βασίζεται σε νέες θυσίες και φτώχεια για τον λαό, είναι απαραίτητη προϋπόθεση τόσο για την ανάπτυξη και την κατεύθυνση της πάλης, για τη συγκέντρωση δυνάμεων για τον ριζικά διαφορετικό δρόμο του σοσιαλισμού, ο οποίος, καταργώντας την καπιταλιστική ιδιοκτησία και το κέρδος ως κίνητρο και ρυθμιστή της παραγωγής, μπορεί να διασφαλίσει την κοινωνική ευημερία.

Το ΚΚΕ σήμερα επιμένει. Προτάσσει ένα αγωνιστικό πλαίσιο ανακούφισης του λαού σήμερα, που χτυπά την καπιταλιστική κερδοφορία, απαιτώντας - αν εστιάσουμε στη διατροφή του λαού - μεταξύ άλλων ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς, κατάργηση της έμμεσης φορολογίας στα τρόφιμα και των ειδικών φόρων στην Ενέργεια με μετατόπιση της φορολογίας στο μεγάλο κεφάλαιο, ένα πλαίσιο που συγκεντρώνει και ατσαλώνει δυνάμεις για τη λαϊκή αντεπίθεση. Η αγωνιστική αφύπνιση που σηματοδότησε η μεγάλη απεργία στις 9 Νοέμβρη, η κοινή δράση εργαζομένων, μικρών ΕΒΕ και βιοπαλαιστών αγροτών αποτελεί μια καλή αφετηρία για τις μεγάλες μάχες που έρχονται.

Σημείωση:

1. Ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος για την παραγωγή των τροφίμων που βλέπει η «αγορά» επηρεάζεται τελικά απ' τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς όρους παραγωγής και όχι μόνο απ' τους εγχώριους.


Του
Γρηγόρη ΛΙΟΝΗ*
* Ο Γρηγόρης Λιονής είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου