Επιλογή γλώσσας

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

Η λενινιστική πολιτική φιλοσοφία του μαρξισμού

Η λενινιστική πολιτική φιλοσοφία του μαρξισμού*
του Hans Heinz Holz

Η ιστορία του μαρξισμού είναι η ιστορία της διαμόρφωσης και ανάπτυξης της θεωρίας του εργατικού κινήματος. Από τη σκοπιά των πολιτικών τομών που σημάδεψαν κάθε εποχή δικαιολογείται η περιοδολόγηση που βασίζεται στο μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα των Χομπσμπάουμ (Hobsbawm), Χάουπτ (Haupt), Μάρεκ (Marek), Ρατζιονιέρι (Ragionieri), Στράντα (Strada) και Βιβάντι (Vivanti): Τόμος Ι - «Ο μαρξισμός στην εποχή του Μαρξ». Τόμος ΙΙ - «Ο μαρξισμός στην εποχή της Β΄ Διεθνούς». Τόμος ΙΙΙ - «Ο μαρξισμός στην
εποχή της Γ΄ Διεθνούς». Τόμος IV - «Ο μαρξισμός σήμερα» (δηλαδή μετά από το 1945).1

Ωστόσο, μια τέτοια κατηγοριοποίηση, που βασίζεται στα ιστορικά γεγονότα, δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στην ανάπτυξη της θεωρίας. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην επαναστατική και τη ρεφορμιστική πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας έλαβε χώρα στο πλαίσιο της Β΄ Διεθνούς. Η ρεφορμιστική γραμμή, η οποία διαμορφώθηκε σε στενή σύνδεση με τις νεοκαντιανές φιλοσοφικές θέσεις, απομακρυνόταν ολοένα και περισσότερο από τη θεωρητική αντίληψη και την κοσμοθεωρητική βάση των Μαρξ και Ένγκελς και πρόσφερε τη βάση για την ενσωμάτωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην αστική κοινωνία και στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Η διαμόρφωση και θεωρητική θεμελίωση της επαναστατικής γραμμής, της οποίας οι σημαντικότεροι υπέρμαχοι ήταν ο Λένιν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ, έγινε μέσα στον αγώνα ενάντια στο ρεφορμισμό, ενώ η επικράτησή της ως ιδεολογίας που καθοδηγεί την επαναστατική πολιτική πράξη ολοκληρωνόταν ολοένα και πιο σταθερά την περίοδο που ακολούθησε την αποτυχημένη επανάσταση του 1905 στη Ρωσία.

Ανταποκρινόμενος στις προκλήσεις αυτών των πρακτικών συνθηκών της πολιτικής πάλης, ο Λένιν επεξεργάστηκε –ως άμεση συνέχεια της φιλοσοφικής, ιστορικοθεωρητικής και οικονομικής διδασκαλίας των Μαρξ και Ένγκελς– τις θεωρητικές βάσεις για μια επαναστατική πολιτική. Δηλαδή επέκτεινε το μαρξισμό στο πεδίο το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «φιλοσοφία της πολιτικής», ενώ εμβάθυνε και συνέδεσε την πολιτική θεωρία με μια γενική φιλοσοφική θεμελίωση της γνωσιοθεωρίας και της διαλεκτικής οντολογίας. Αν μπορεί κανείς να αποδώσει στις εργασίες των Μαρξ-Ένγκελς και των διαδόχων τους μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έναν «προεπαναστατικό» τύπο διαμόρφωσης της θεωρίας, τότε με τον Λένιν εμφανίζεται και ένας άλλος τύπος, αυτός της «επαναστατικής» μορφής της θεωρίας, στην οποία διαπλέκονται άμεσα μεταξύ τους η πράξη και η σκέψη, και με αυτόν τον τρόπο ο μαρξισμός διευρύνεται σε μια νέα διάσταση. Γι’ αυτόν το λόγο, είναι απόλυτα δικαιολογημένο να μιλάμε για το «λενινισμό» ως ένα συστηματικά κατασκευασμένο και θεμελιωμένο οικοδόμημα ιδεών, αφού στην έννοια του όρου «λενινισμός» πρέπει κανείς να συμπεριλάβει, ως ιδιαίτερη μορφή της ενότητας θεωρίας και πράξης σε επαναστατικές συνθήκες, την πρακτική πολιτική εφαρμογή της θεωρίας και την επίδραση της πράξης στη θεωρία.2 Το διπλό σχήμα μαρξισμός-λενινισμός ορίζει έτσι την επιστημονική κοσμοθεωρητική συνέχεια και ενότητα του περιεχομένου και της μεθόδου.

Ο Λένιν υπογράμμιζε συνέχεια ότι σε μια ποιοτικά νέα κατάσταση, σε μια εποχή ζύμωσης και γρήγορης εναλλαγής πολιτικών συγκυριών, η θεωρία με τα δικά της, από θέση αρχής (im Prinzip) σωστά σχήματα, πρέπει να είναι ευέλικτη. Εάν χρησιμοποιήσουμε χεγκελιανούς όρους, θα λέγαμε ότι απαιτούσε τη γνώση του συγκεκριμένου γενικού και αντιλαμβανόταν το αφηρημένο γενικό μόνο ως απαραίτητο κρίκο έτσι ώστε το ειδικό να κατανοηθεί μεθοδολογικά ως συγκεκριμένο γενικό. Βασιζόμενος σε αυτήν την αντίληψη της γνωστικής διαδικασίας, έδωσε σε κάθε φάση την αντιπαράθεση με αποκλίνουσες θέσεις στους κύκλους της σοσιαλδημοκρατίας.
«Ακριβώς επειδή ο μαρξισμός δεν είναι νεκρό δόγμα, δεν είναι κάποια τελειωμένη, έτοιμη, αμετάβλητη θεωρία, μα ζωντανή καθοδήγηση για δράση, ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορούσε παρά να αντανακλά την καταπληκτικά απότομη αλλαγή των όρων της κοινωνικής ζωής. Αντανάκλαση αυτής της αλλαγής ήταν μια βαθιά αποσύνθεση, μια σύγχυση, λογής-λογής ταλαντεύσεις, με λίγα λόγια μια σοβαρότατη εσωτερική κρίση του μαρξισμού. Η αποφασιστική αντίσταση σ’ αυτήν την αποσύνθεση, η αποφασιστική και επίμονη πάλη για την υπεράσπιση των βάσεων του μαρξισμού μπήκε πάλι στην ημερήσια διάταξη. (...) Η επανάληψη των “συνθημάτων” που τα είχαν αποστηθίσει, χωρίς όμως να τα καταλαβαίνουν και να βαθαίνουν σ’ αυτά, οδήγησε στην πλατιά διάδοση μιας κούφιας φρασεολογίας, που στην πράξη κατάληξε σε τελείως μη μαρξιστικά, μικροαστικά ρεύματα (...) Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό από τη συσπείρωση όλων των μαρξιστών (...) με σκοπό την υπεράσπιση των θεωρητικών βάσεων του μαρξισμού και των θεμελιακών του αρχών.»3
Αυτά έγραφε ο Λένιν το 1910 σε μια ανασκόπηση για την κατάσταση του μαρξισμού στη Ρωσία.

ΤΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ

Η περαιτέρω ανάπτυξη του μαρξισμού, πέρα από τα όρια και τα θεωρητικά πεδία που χάραξαν οι Μαρξ και Ένγκελς, σημαδεύτηκε λοιπόν από την πάλη της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας ενάντια στον τσαρισμό, από την Οκτωβριανή Επανάσταση και από την πρώτη φάση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην κλονισμένη από τον εμφύλιο πόλεμο και την εξωτερική επέμβαση νεαρή Σοβιετική Ένωση. Οι απαιτήσεις που έθετε η πολιτική κατάσταση στη θεωρία ήταν επιτακτικές και καθόριζαν τα ζητήματα και το ύφος.4
Όσο προφανές κι αν είναι ότι η συγγραφική δραστηριότητα του Λένιν κυριαρχείται από την πολιτική ανάλυση και τον προγραμματικό λόγο και ότι πρέπει να προσεγγίζεται ως έκφραση της εθνικής και διεθνούς ταξικής πάλης στην οποία αυτός είχε καθοδηγητικό ρόλο ως θεωρητικός που είναι στενά δεμένος με την πράξη, άλλο τόσο σίγουρα μπορούμε να πούμε και ότι τόσο τα θεωρητικά όσο και τα επίκαιρα πολιτικά του κείμενα οφείλουν το νοητικό τους βάθος και ακρίβεια καθώς και τη χαρακτηριστική κίνηση της σκέψης τους στο φιλοσοφικό συλλογισμό (Reflexion)5, ο οποίος διαπερνά συθέμελα τη σκέψη του. Το ότι ο μαρξισμός, του οποίου το «βασικό περιεχόμενο» είναι η «οικονομική διδασκαλία του Μαρξ», μπόρεσε να καταφέρει, βασιζόμενος μόνο πάνω στο θεμέλιο μιας φιλοσοφικής κοσμοθεωρίας, την «αξιοθαύμαστη συνέπεια και ενότητα των απόψεών του, που στο σύνολό τους μας δίνουν το σύγχρονο υλισμό και το σύγχρονο επιστημονικό σοσιαλισμό, σα θεωρία και σαν πρόγραμμα του εργατικού κινήματος όλων των πολιτισμένων χωρών του κόσμου», το είχε υπογραμμίσει ο ίδιος ο Λένιν στην αρχή της σύντομης «Έκθεσης του Μαρξισμού» και από αυτό απορρέει το δικαίωμα να ξεκινάμε τη συστηματική ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας με τη φιλοσοφία.6

Για τον Λένιν, ο υλισμός είναι η φιλοσοφία που ξεκινάει «από την αντικειμενική νομοτέλεια της φύσης» και προχωράει προς «τη διαλεκτική μετατροπή της αναγκαιότητας σε ελευθερία».7 Ελευθερία σημαίνει: Ξεχώρισμα ενός υποκειμένου από τη φύση, αυξανόμενο μερίδιο των υποκειμένων στην ανάπτυξη του είδους και του φυσικού τους περιβάλλοντος στη βάση της γνώσης των φυσικών διαδικασιών και της –προκύπτουσας από την ανταλλαγή ύλης του ανθρώπου με τη φύση– κοινωνικής ανάπτυξης. Έτσι, «ο ιστορικός υλισμός έδωσε για πρώτη φορά τη δυνατότητα να ερευνηθούν, με ακρίβεια που χαρακτηρίζει τις φυσικοϊστορικές επιστήμες, οι κοινωνικοί όροι της ζωής των μαζών και οι αλλαγές αυτών των όρων» και να έρθουν στο προσκήνιο «για την επιστημονική μελέτη της Ιστορίας, σαν προτσές ενιαίο που κυριαρχείται από νομοτέλεια σε όλη την τεράστια πολυπλευρότητα και αντιφατικότητά του».8
Η ιστορικο-υλιστική ανάλυση καταλήγει στη θεωρία της ταξικής πάλης, η οποία αποτελεί τη γενική μορφή της νομοτελειακής ανάπτυξης της πολιτικής ιστορίας, που ωστόσο πρόκειται για «ένα σύνθετο δίχτυ των κοινωνικών σχέσεων και των μεταβατικών βαθμίδων από τη μια τάξη στην άλλη, από το παρελθόν στο μέλλον».9

Ο τρόπος ανάπτυξης της παρουσίασης (στο κείμενο του Λένιν «Ο Καρλ Μαρξ») –όχι το περιεχόμενό της, το οποίο βασίζεται ως επί το πλείστον σε αποσπάσματα από τα έργα των Μαρξ και Ένγκελς– είναι διαφωτιστικός για τη συστηματική φιλοσοφική αντίληψη του Λένιν για το μαρξισμό. Ξεκινάει με τη φιλοσοφική πλευρά: Η ενότητα του κόσμου συνίσταται στην υλικότητά του, ο προσδιορισμός της μορφής της είναι η διαλεκτική ως άρνηση της άρνησης, ως διακοπή του βαθμιαίου (άλματα), ως αντίφαση των διαφορετικών δυνάμεων και τάσεων, ως αμοιβαία εξάρτηση και στενότατη, αδιαχώριστη συνοχή όλων των πλευρών (ολότητα)· η Ιστορία αποτελεί ενότητα και διαφορά ανάμεσα στην ιστορία της φύσης και της κοινωνίας, με την τελευταία να βασίζεται στην υλική αναπαραγωγή της ανθρωπότητας· από την αντίθεση των κοινωνικών δυνάμεων προκύπτει η ταξική πάλη. Μόλις τότε αναπτύσσει ο Λένιν την οικονομική θεωρία του Μαρξ και τις κοινωνικές της συνέπειες, το σοσιαλισμό, ενώ αιτιολογεί αυτήν τη σειρά γράφοντας: «Γιατί για τον Μαρξ η διαλεκτική της αστικής κοινωνίας είναι μόνο μια ειδική περίπτωση της διαλεκτικής.»10 Στο τέλος γράφει ένα κεφάλαιο για την τακτική της προλεταριακής ταξικής πάλης.

Αυτός ο τρόπος ανάπτυξης ακολουθεί ένα αυστηρό φιλοσοφικό πρότυπο: Μετά από μια γενική οντολογία του ιστορικού, εξελισσόμενου κόσμου, επεξεργάζεται την ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου κόσμου και παρουσιάζει την οικονομία ως όρο και θεμέλιο αυτής της ιδιαιτερότητας του κοινωνικού Είναι, έτσι ώστε από τις αντιφάσεις της οικονομίας στην ταξική κοινωνία να συμπεράνει την ιστορική εξέλιξη και τελικά το επαναστατικό πέρασμα στο σοσιαλισμό. Ο αυστηρός τρόπος με τον οποίο καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα ξεκινά από το διαλεκτικό υλισμό και βασίζεται σε αυτόν.11

Αυτό το «φιλοσοφικό μοντέλο» δεν αποτελεί κάποια υποτροπή στην προ του ιστορικού υλισμού κατάσταση (όπως ισχυρίζονται κριτικοί του λενινισμού), αλλά την απαραίτητη στρατηγική για να μπορέσει να θεμελιώσει τη θεωρία για τη «διαλεκτική μετατροπή της αναγκαιότητας στην ελευθερία» και ταυτόχρονα το ρόλο του πολιτικού υποκειμένου ενάντια στον οικονομικό ντετερμινισμό. Χωρίς τη διαλεκτική της φύσης δε θα υπήρχε επαρκής βάση για την εμφάνιση συνειδητών, σκεπτόμενων και ικανών προς δράση υποκειμένων. Με αυτόν τον τρόπο, ο Λένιν ακολουθεί την ίδια πορεία σκέψης που ακολουθεί και ο Ένγκελς στη «Διαλεκτική της φύσης», παρόλο που δε γνώριζε το χειρόγραφο του Ένγκελς (αφού αυτό δημοσιεύτηκε μόλις το 1925, από τα χειρόγραφα που είχε αφήσει ο Ένγκελς).

Στην «Περίληψη της “Επιστήμης της Λογικής” του Χέγκελ», κάτω από την επικεφαλίδα του ίδιου του Λένιν «Η εξέλιξη της πέτρας», παρατίθενται δύο αποσπάσματα από τον Χέγκελ: «Αλλά, φυσικά, η κάθε έξοδος από τα όρια δεν είναι και μια αληθινή απελευθέρωση από αυτά» και «η φύση του ίδιου του πεπερασμένου βρίσκεται στο να βγαίνει έξω από τα όριά του, να αρνείται τη δική του άρνηση και να γίνεται άπειρο.» Και το σχόλιο του Λένιν: «Δεν είναι η εξωτερική (fremde) δύναμη (Gewalt) εκείνη που μετατρέπει το πεπερασμένο σε άπειρο, αλλά η φύση (seine Natur) αυτού (του πεπερασμένου)», με την παρατήρηση μέσα σε πλαίσιο: «Η διαλεκτική των ίδιων των πραγμάτων, της ίδιας της φύσης, της ίδιας της πορείας των γεγονότων.»12

Εδώ, η υπέρβαση της φυσικής αναγκαιότητας, της πρώτης άρνησης (του απροσδιόριστου) μέσω της δεύτερης άρνησης (άρση του πρώτου ορίου) κατανοείται ως ένα προτσές που βρίσκεται στην ίδια τη φύση, στην ίδια τη φύση του πεπερασμένου (δηλαδή του κάθε μεμονωμένου), ενώ η Ιστορία προσεγγίζεται ως μια συνεχόμενη πορεία άρσης ορίων [(δηλαδή ως μία συνεχόμενη πορεία) απελευθερώσεων]. Στο τέλος αυτού του προτσές η ιστορική απελευθέρωση του ανθρώπου έγκειται στην κατάκτηση του συνειδητού, τελολογικού αυτοπροσδιορισμού· γι’ αυτό, ο Λένιν παραθέτει αρκετές φορές διατυπώσεις του Χέγκελ για την Ιστορία ως «πρόοδο στη συνείδηση της ελευθερίας».13

Πολιτικά, ο στόχος του είναι η απελευθέρωση από την καταπίεση και την εκμετάλλευση και όλα τα κείμενα και οι πολιτικές διακηρύξεις πολεμικής που έγραψε αναφέρονται σε αυτόν το στόχο και σημαδεύονται από αυτόν. Ωστόσο, η απελευθέρωση δεν έρχεται απλά μέσα από την αλλαγή των παραγωγικών δυνάμεων κατά την τεχνολογική πρόοδο και του τρόπου οργάνωσής τους στις εκάστοτε επικρατούσες σχέσεις παραγωγής· αλλά είναι τα υποκείμενα που θέτουν στόχους –οι άνθρωποι που παράγουν, που ζουν στο εκάστοτε σύστημα και δουλεύουν και ανήκουν σ’ αυτό– που πρέπει να επεξεργαστούν τις νέες σχέσεις παραγωγής και να χαράξουν στρατηγική για την πραγματοποίησή τους. Και αυτό, γιατί στην ολότητα των υλικών σχέσεων ενός κοινωνικού συστήματος ανήκουν και τα υποκείμενα και κατ’ επέκταση ο αναστοχασμός (Selbstreflexion) του συστήματος που λαμβάνει χώρα στα κεφάλια των ανθρώπων.

Η συστηματική άνοδος από την απλή αλληλεπίδραση των στοιχείων της ύλης και την άρνηση των δοσμένων ορίων της, που συντελείται κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας (δηλαδή από την απλή σχέση αντανάκλασης ως το φυσιολογικό θεμέλιο κάθε διαλεκτικής), προς το ανώτερο στάδιο του αναστοχασμού της αντανάκλασης (Reflexion der Reflexion) στην αυτοσυνείδηση των νοημόνων όντων, απεικονίζει την υλική ενότητα του κόσμου σε όλες τις βαθμίδες ανάπτυξής του και καθιστά κατανοητό το γιατί και το πώς οι άνθρωποι φτιάχνουν μεν μόνοι τους την ιστορία τους, όμως κάτω από τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Έτσι, πρέπει να αποφεύγεται τόσο ο μοιρολατρικός οπορτουνισμός μιας ντετερμινιστικής αντίληψης όσο και ο αυθαίρετος αυθορμητισμός μιας υποκειμενίστικης αντίληψης της Ιστορίας. Το «φιλοσοφικό μοντέλο» του Λένιν υπηρετεί, κατά συνέπεια, μια θεωρία της ελευθερίας (αυτοπροσδιορισμός), η οποία βρίσκεται σε αρμονία με τους φυσικούς και ιστορικούς όρους της (εκάστοτε) συγκεκριμένης δράσης. Αποτελεί οντολογικό θεμέλιο μιας πολιτικής θεωρίας της δράσης.

ΘΕΩΡΙΑ: ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ


Η φιλοσοφική σκέψη του Λένιν βρίσκεται αναμφίβολα πάντα σε σύνδεση με την πολιτική του πράξη. Αποτελεί, κατά μία έννοια, το ακριβώς αντίθετο της αριστοτέλειας θεωρίας (Theoria) η οποία «είναι η μόνη που υπάρχει γι’ αυτή την ίδια».14 Αντίθετα, για τον Λένιν η θεωρία αποτελεί πάντα μία στιγμή της πράξης (praxis) της ζωής γενικά και της πολιτικής πράξης ειδικότερα. Ήδη στην πρώιμη εργασία του για τους Φίλους του λαού15, περιγράφονται οι δύο πλευρές της σχέσης θεωρίας-πράξης.

Αυτό που θεωρεί ως βασικό χαρακτηριστικό της πλευράς της θεωρίας φαίνεται όταν σημείωνε για τον Μαρξ ότι «απλώς μελετούσε και ερευνούσε το πραγματικό προτσές, ότι για τον Μαρξ μοναδικό κριτήριο της θεωρίας ήταν η συμφωνία της με την πραγματικότητα»16. Ο προσανατολισμός στη γνώση ενός αντικειμένου, έτσι όπως αυτό είναι και όχι όπως αυτό πρέπει να γίνει ως προϊόν της δράσης μας, καθορίζει την «αντικειμενικότητα» και το βαθμό αντιστοίχισης μιας θεωρίας με την αλήθεια (σε αντίθεση με τους ψευδαισθησιακούς ευσεβείς πόθους και τον ουτοπισμό): «Ο καθένας ξέρει, λ.χ., ότι “Το Κεφάλαιο” –αυτό το κύριο και βασικό έργο που εκθέτει τον επιστημονικό σοσιαλισμό– περιορίζεται στους πιο γενικούς υπαινιγμούς για το μέλλον και δεν ερευνά παρά μόνο τα στοιχεία που υπάρχουν σήμερα και μέσα από τα οποία βγαίνει το μελλοντικό καθεστώς.»17
Αυτήν τη δέσμευση στη θεωρητική αντικειμενικότητα την κράτησε και την εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Λένιν σε όλη του τη ζωή. Μέσα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γράφει: «Το μεγαλύτερο στον κόσμο απελευθερωτικό κίνημα της καταπιεζόμενης τάξης, της πιο επαναστατικής τάξης της Ιστορίας, δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς επαναστατική θεωρία. Η θεωρία αυτή δεν μπορεί να επινοηθεί, εκπηγάζει από το συνδυασμό της επαναστατικής πείρας και της επαναστατικής σκέψης όλων των χωρών του κόσμου.»18

Ωστόσο, η πραγματική γνώση –ως στιγμή της σωστής δράσης– βρίσκεται εξαρχής σε συνάρτηση με την κοινωνική πράξη. Ο προσδιορισμός των στόχων της δράσης απορρέει από τη θεωρία· τα ερωτήματα, όμως, τα οποία απαντά η θεωρία, προκύπτουν σε συνάρτηση με την πράξη. Έτσι, ήδη η πραγματεία για τους Φίλους του λαού κλείνει ως εξής:
«Πρέπει (η θεωρία αυτή) να δώσει απάντηση στα ερωτήματα του προλεταριάτου (...) Τονίζοντας την ανάγκη, τη σπουδαιότητα και την έκταση της θεωρητικής δουλειάς των σοσιαλδημοκρατών, δε θέλω καθόλου να πω ότι η δουλειά αυτή πρέπει να μπει στην πρώτη θέση σε σχέση με την ΠΡΑΧΤΙΚΗ δουλειά (...) Κι αυτό γιατί, πρώτο, η θεωρητική δουλειά απλώς δίνει απαντήσεις στα ερωτήματα που βάζει η πραχτική δουλειά.»19

Με αυτά τα αποσπάσματα, στα οποία θα μπορούσαν να προστεθούν και πολλά άλλα, δίνονται οι συντεταγμένες μέσω των οποίων μπορεί να οριοθετηθεί η ανάπτυξη της μεθοδολογίας του Λένιν τόσο κατά το συγκεκριμένο προσδιορισμό της διαλεκτικής κίνησης στα κοινωνικο-πολιτικά προτσές όσο και κατά τη σύλληψη μιας διαλεκτικής μορφής (τόσο στη σκέψη όσο και στην πραγματικότητα) που βασίζεται στην υλικότητα των περιεχομένων της.
Σε όλες τις φάσεις της δράσης του, σε πολιτικά δύσκολες συνθήκες και σε συνθήκες πολιτικών προκλήσεων, ο Λένιν καθόριζε τις θέσεις του προσφεύγοντας σε γενικές θεμελιακές φιλοσοφικές αρχές, ενώ σε αυτές τις συζητήσεις αναδείκνυε και πλευρές που φώτιζαν τον πολιτικό χαρακτήρα της διαλεκτικής (ο οποίος ήρθε στην επιφάνεια ως φιλοσοφικό μεθοδολογικό πρόβλημα μετά από τη χεγκελιανή κριτική της μεταφυσικής).20 Η αντίληψη του Λένιν (και του Ένγκελς), σύμφωνα με την οποία οι ιστορικο-κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και αντιφάσεις που αποκρυσταλλώνονται στους πολιτικούς αγώνες πρέπει να ερμηνεύονται στη βάση και στο πλαίσιο μιας καθολικής διαλεκτικής της φύσης, αποτέλεσε απόφαση θεμελιώδους σημασίας. Στο περιοδικό Κάτω από τη σημαία του μαρξισμού, ο Λένιν παρέδωσε ως συνοδευτικό ένα κείμενο σχετικό με τον προγραμματισμό της δουλειάς (του περιοδικού) στο οποίο αναφέρεται:
«Γι’ αυτό η παρακολούθηση των ζητημάτων που βάζει η νεότατη επανάσταση στον τομέα των φυσικών επιστημών και η εξασφάλιση της συνεργασίας των φυσιοδιφών στο φιλοσοφικό περιοδικό είναι πρόβλημα που, χωρίς τη λύση του, ο μαχόμενος υλισμός δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι ούτε μαχόμενος, ούτε υλισμός. (...) Και για να μην αντιμετωπίσουμε επιπόλαια ένα παρόμοιο φαινόμενο, πρέπει να καταλάβουμε πως, χωρίς σοβαρή φιλοσοφική θεμελίωση, καμιά φυσική επιστήμη, κανένας υλισμός δεν μπορεί να αντιπαλέψει την επίθεση των αστικών ιδεών και την αναστήλωση της αστικής κοσμοθεωρίας.»21

Η διασύνδεση της φιλοσοφίας των φυσικών επιστημών και της πολιτικής πραγματοποιείται στην έννοια της κοσμοθεωρίας (με την οποία ο Λένιν συνδέεται και πάλι με το έργο του Ένγκελς). Έτσι, οι πολιτικές αναλύσεις, οι ιδεολογικές πολεμικές και τα θεμελιώδη φιλοσοφικά ζητήματα διαπερνάν το ένα το άλλο στα περισσότερα γραπτά του Λένιν, ενώ αυτή η ταλάντωση ανάμεσα σε αυτά τα ζητήματα πρέπει να ερμηνευτεί ως μια χαρακτηριστική διασύνδεση γενικής θεωρίας και επίκαιρης πράξης.

Επομένως, ακόμα και τα άρθρα του Λένιν για τη θεωρία της πολιτικής –για τη θεωρία του επαναστατικού κόμματος, για την έννοια της ταξικής συνείδησης, για την κριτική στη σοσιαλδημοκρατία, για το κράτος και την επανάσταση– πρέπει να προσεγγιστούν ως φιλοσοφικά, αφού τα επιχειρήματά τους είναι θεμελιωμένα σε γνωσιοθεωρητικές και ιστορικοφιλοσοφικές έννοιες, ενώ η δομή τους απορρέει από μια γενική θεωρία της διαλεκτικής. Αυτήν τη σχέση μπορεί κανείς να την εντοπίσει ακόμα και μέσα στα πολιτικά κείμενα που αφορούν την (εκάστοτε) τρέχουσα κατάσταση· αυτή η βαθιά συγχώνευση θεωρητικών αντιλήψεων και πρακτικής πολιτικής δράσης είναι που αποτελεί την ιδιαιτερότητα του φιλοσοφικού θεωρητικού Λένιν και τη σημασία του πρακτικού πολιτικού Λένιν. Με αυτήν την έννοια, ολόκληρο το έργο του (ακόμα και σύμφωνα με τη δική του αντίληψη) είναι «φιλοσοφικό», δηλαδή αποκαλύπτει κατά τη μελέτη του φιλοσοφικές έννοιες και κατηγορίες.

ΝΕΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ

Στην πραγματικότητα, η ανάπτυξη της διαλεκτικής πέρασε με τον Λένιν σε μια νέα φάση. Ο Μαρξ είχε χαράξει –από τα πρώιμα κιόλας γραπτά του– το πρόγραμμα για την ταυτόχρονη άρση και πραγμάτωση της φιλοσοφίας.22 Στη συνέχεια, στις Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse) και Στο Κεφάλαιο ανέδειξε τους υλικούς όρους κάτω από τους οποίους διεξάγεται η πάλη για τον αυτοπροσδιορισμό του ανθρώπινου είδους. Στα ιστορικά του έργα έδωσε παραδείγματα ανάλυσης των (εκάστοτε) συγκεκριμένων συνθηκών της πάλης και των ιδιαίτερων στιγμών των γενικών προτσές που πραγματοποιούνταν σε αυτές, ενώ ταυτόχρονα φώτισε και το ρόλο των δρώντων ανθρώπων, των ξεχωριστών υποκειμένων, σε σχέση με το ιστορικοφιλοσοφικά κατανοούμενο προτσές ανάπτυξης του ανθρώπινου είδους.

Επίσης, οι Μαρξ και Ένγκελς είχαν ασκήσει άμεση επιρροή στην οργανωτική συγκρότηση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Όλα αυτά, όμως, έλαβαν χώρα, ας πούμε, στη φάση της προετοιμασίας επαναστατικών κοινωνικών αλλαγών. Οι καρποί των θεωρητικών απόψεων των Μαρξ και Ένγκελς θα ωρίμαζαν μόλις στη δεκαετία που μεσολάβησε ανάμεσα στην πρώτη επαναστατική εξέγερση στη Ρωσία το 1905 και την Οκτωβριανή Επανάσταση το 1917. Εκεί, στη Ρωσία, και τότε, σε αυτήν τη δεκαετία, ο μαρξισμός μετατράπηκε σε πυξίδα επαναστατικών δράσεων. Η αντίληψη του Λένιν για μια πολιτική-φιλοσοφική διαλεκτική αποτελεί έκφραση αυτού του ιστορικού προτσές.

Είναι απόλυτα δικαιολογημένο, λοιπόν, κατά το χαρακτηρισμό της μαρξιστικής θεωρίας να γίνεται λόγος για μια ιδιαίτερη βαθμίδα του λενινισμού, και επειδή ακόμα με αυτό τονίζεται όχι μόνο η ύπαρξη μιας ιστορικής βαθμίδας αλλά και μια δομική διαφοροποίηση της θεωρητικής αρχιτεκτονικής. Αυτό δε σημαίνει ότι το περίγραμμα αυτής της αρχιτεκτονικής δεν υπήρχε ήδη στα κλασικά προγραμματικά κείμενα από την περίοδο κιόλας του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος· αλλά ότι ορισμένα στοιχεία κερδίζουν τώρα –σε εξάρτηση με τα νέα οξυμένα πολιτικά καθήκοντα– νέο βάρος στο συνολικό οικοδόμημα. Αυτό μπορεί να διαπιστωθεί στα εξής σημεία:
– Τονίζεται περισσότερο ο ρόλος των δρώντων υποκειμένων στο επαναστατικό προτσές της αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων.
– Οι ιδέες που καθοδηγούν τη δράση, δηλαδή το επίπεδο συνείδησης των ανθρώπων και η θεωρητική του θεμελίωση, αποκτούν μεγαλύτερη άμεση πρακτική σημασία.
– Πρέπει να οριστεί η σχέση ανάμεσα στους πρωτοπόρους και στο μαζικό κίνημα.
– Η οργάνωση της πολιτικής πάλης και η μορφή αυτής της οργάνωσης μετατρέπονται σε κεντρικά στρατηγικά ζητήματα.
– Πρέπει να αποσαφηνιστεί η σχέση ανάμεσα στην αντικειμενικότητα της γνώσης και στην κομματικότητα της θεωρίας.
– Η εκτίμηση του προτσές ανάπτυξης της καπιταλιστικής κοινωνίας και η κύρια αντίθεση που την χαρακτηρίζει χρειάζεται συγκεκριμενοποίηση σε σχέση με την (εκάστοτε) τρέχουσα κατάσταση.

Η πλειοψηφία αυτών των ζητημάτων συνδέεται, από τη μια, πολύ στενά με το γεγονός ότι το επαναστατικό κίνημα αναπτύσσεται στις διάφορες χώρες ανισόμετρα και εν μέρει ανομοιογενώς. Από την άλλη, αυτά τα ζητήματα λαμβάνουν υπόψη την πείρα, σύμφωνα με την οποία οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής αποδείχτηκαν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ ό,τι περίμεναν οι Μαρξ και Ένγκελς προωθητικές για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την αύξηση του κοινωνικού πλούτου, καθώς και ότι οι αντιφάσεις και οι κρίσεις κατά συνέπεια λειτούργησαν στον καπιταλισμό ως μορφή κίνησης της επιβίωσής του και όχι ως όχημα της κατάρρευσής του (κάτι που έχει και ως συνέπεια τη συνεχιζόμενη ικανότητα ενσωμάτωσης των μαζών).

Με αυτό ως δεδομένο, η «σωστή» στρατηγική που θα απέρρεε από την έως τότε ανάπτυξη της θεωρίας θα ήταν η παραίτηση από την επαναστατική μετάβαση στο σοσιαλισμό. Ο Λένιν όμως δεν αντιπαρατίθετο με την άποψη ότι η Ρωσία δεν είχε κατακτήσει την κοινωνική ωριμότητα για το σοσιαλισμό προβάλλοντας ψευδή επιχειρήματα· απλώς εξήγαγε από την κατάσταση άλλα πρακτικά συμπεράσματα. Με ειρωνεία συμφωνούσε με την εκτίμηση της κατάστασης από τη σοσιαλδημοκρατία:
«“Η Ρωσία δεν έφτασε ακόμη στη βαθμίδα εκείνη της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων όπου μπορεί να πραγματοποιηθεί ο σοσιαλισμός.” Τη θέση αυτή όλοι οι ήρωες της ΙΙ Διεθνούς, μαζί και ο Σουχάνοφ φυσικά, την επαναλαμβάνουν πραγματικά σαν τροπάριο. Την αναμφισβήτητη αυτή θέση την αναμασούν με χίλιους τρόπους και τους φαίνεται ότι η θέση αυτή είναι αποφασιστική για την εκτίμηση της επανάστασής μας.»23

Όμως μετά τους «έστησε στον τοίχο»:
«Μα δεν μπορούσε άραγε ένας λαός που βρέθηκε μπροστά σε μια επαναστατική κατάσταση, όπως αυτή που διαμορφώθηκε στον πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, δεν μπορούσε μήπως ο λαός αυτός, όταν επέδρασε πάνω του το αδιέξοδο της κατάστασής του, να ριχτεί σε μια τέτοια πάλη που θα του έδινε έστω και μια πιθανότητα να κατακτήσει όχι εντελώς συνηθισμένες συνθήκες για την παραπέρα ανάπτυξη του πολιτισμού του;»24

Η γενίκευση των παραπάνω σε θεωρητικό επίπεδο σημαίνει το εξής:
«Όλοι αυτοί ονομάζουν τον εαυτό τους μαρξιστή, καταλαβαίνουν όμως το μαρξισμό υπερβολικά σχολαστικά. Δεν κατάλαβαν καθόλου το κύριο στο μαρξισμό: Συγκεκριμένα, την επαναστατική διαλεκτική του. (...) Ως τα τώρα έβλεπαν ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας στη Δυτική Ευρώπη ακολουθεί έναν καθορισμένο δρόμο. Και όμως, δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι ο δρόμος αυτός μπορεί να θεωρηθεί σαν πρότυπο mutatis mutandis (...)»25

Το θεωρητικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο η επαναστατική ανατροπή προς το σοσιαλισμό θα μπορούσε να προέλθει και πράγματι θα προερχόταν από την υψηλότερα αναπτυγμένη μορφή του καπιταλισμού –η οποία έρχεται σε αντίφαση με τον εαυτό της– αποδείχτηκε πολύ στενό στην πολιτική πράξη. Ένας λαός βρισκόταν σε επαναστατική αναταραχή και είχε δημιουργηθεί μια κατάσταση στην οποία το βήμα της ανατροπής των κοινωνικών σχέσεων έπρεπε να πραγματοποιηθεί υπό ανώριμες συνθήκες. Ο καπιταλισμός στο στάδιο του ιμπεριαλισμού έπρεπε να κατανοηθεί ως ένα αντιφατικά διασυνδεδεμένο όλον, του οποίου ο πιο αδύναμος κρίκος μπορούσε να σπάσει πρώτος. Με αυτόν τον τρόπο, βέβαια, η μετάβαση στο σοσιαλισμό λάμβανε χώρα κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς και δυσχερείς αφετηριακούς όρους, τους οποίους έπρεπε να λάβει υπόψη η μετέπειτα στρατηγική.

Το πώς έβλεπε ο Λένιν τις δυσκολίες της μετάβασης κάτω από ανώριμες αφετηριακές προϋποθέσεις φαίνεται στις αναλύσεις του στο 9ο, 10ο και 11ο Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ.). Ακριβώς επειδή οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού δεν ήταν παρά ελλιπείς και ανεπαρκείς, ήταν απαραίτητη η ενίσχυση του ρόλου του υποκειμενικού παράγοντα, η πιο βαθιά επεξεργασία των δυνατοτήτων του και η συνεχής προσπάθεια αναβάθμισής τους. Τα σημεία εκείνα του μαρξισμού στα οποία ο Λένιν έδωσε έμφαση αφορούν γενικά τη σχέση της υποκειμενικής δράσης με τις αντικειμενικές νομοτέλειες και το διαλεκτικό προσδιορισμό του υποκειμενικού ως μια πλευρά της αντικειμενικότητας της ίδιας της υλικής σχέσης, δηλαδή την επεξεργασία του πεδίου της πολιτικής πράξης στο έδαφος της οικονομικής θεωρίας.26

ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Βεβαίως, στο πλαίσιο μιας υλιστικής θεωρίας της διαλεκτικής, ο υποκειμενικός παράγοντας μπορεί να προσδιοριστεί σωστά μόνο όταν κατανοείται ως πλευρά μιας καταρχήν ανεξάρτητης ή εντελώς ανεξάρτητης από το υποκείμενο παραγμένης πραγματικότητας· και αυτό ισχύει είτε αν δούμε αυτήν την πραγματικότητα με τη ματιά της υπερβατικής φιλοσοφίας ως «αντικείμενο και προϊόν της γνωστικής λειτουργίας» είτε αν την δούμε με τη ματιά της θεωρίας δραστηριοτήτων και οικονομίστικα ως «αντικείμενο και προϊόν της εργασιακής λειτουργίας». Ο ανθρώπινος ιστορικός κόσμος των παραγμένων ή τροποποιημένων από την εργασία πραγμάτων, των θεσμών, των κοινωνικών σχέσεων είναι ένα βασίλειο με τις δικές του δομές και νομοτέλειες που βρίσκεται πάνω από το βασίλειο των φυσικών όντων και των φυσικών νομοτελειών (ή ίσως καλύτερα: Εντάσσεται σε αυτό). Και τα δύο βασίλεια μαζί αποτελούν τις υλικές σχέσεις· σε αυτές ανήκουν ο ξεχωριστός άνθρωπος και οι μορφές κοινωνικοποίησής του και εφόσον αυτός ενεργεί τόσο ατομικά όσο και ως κοινωνικό ον στη βάση κινήτρων και στόχων, δηλαδή παρεμβαίνει ενεργητικά στον κόσμο που του είναι δοσμένος και τον καθορίζει, αποτελεί και αυτός ο ίδιος έναν παράγοντα αντεπίδρασης στις υλικές σχέσεις. Το υποκείμενο είναι μέρος του αντικειμενικού κόσμου και (ταυτόχρονα) αντιτάσσεται σε αυτόν.

Το γεγονός ότι ο Μαρξ απελευθέρωσε τον υλισμό από την προσκόλλησή του στην έννοια της εμπράγματα υπαρκτής ύλης και τον συνέδεσε με την έννοια των υλικών σχέσεων27 και ότι ο Ένγκελς εμβάθυνε αυτήν την έννοια στη διαλεκτική της φύσης οδήγησαν στην οριοθέτηση του συστηματικού πλαισίου, εντός του οποίου μπορούσε να λάβει χώρα η επεξεργασία μιας μη βολονταριστικής θεωρίας για το υποκείμενο. Όπως είναι αυτονόητο, η αντιπαραβολή της υποκειμενικότητας στις υλικές σχέσεις θα κατέληγε σε έναν αυθορμητισμό της ελευθερίας, ο οποίος θα μπορούσε να θεμελιωθεί μόνο πάνω στην προτεραιότητα της βούλησης ή σε έναν αδιάλυτο δυϊσμό ανάμεσα στη φυσική αναγκαιότητα και την υπερβατική ελευθερία σύμφωνα με τον καντιανό ιδεαλισμό. Μια διαλεκτική διαμεσολάβηση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο πρέπει να αποφύγει και τις δύο αυτές θέσεις.

Και οι δύο θέσεις έχουν, μεταξύ άλλων, και πολιτικές συνέπειες. Ένας αυθόρμητος τρόπος πολιτικής δράσης δε διαθέτει κανένα αντικειμενικό κριτήριο για να μετρήσει κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.28 Ένας υπερβατικός ιδεαλισμός δε διαθέτει κανένα εργαλείο με το οποίο θα μπορούσε να εναρμονίσει το ιδανικό με την πραγματικότητα. Τόσο η αυθαιρεσία της εν βρασμώ στάσης όσο και η ηθικότητα της όμορφης ψυχής ξεπέφτουν μπροστά στη δύναμη της πραγματικότητας. Αν θέλει η υποκειμενική ενέργεια του επαναστάτη να επιδράσει στον κόσμο των σκληρών γεγονότων, τότε απαιτείται ένας ακριβής καθορισμός της σχέσης αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα αντικειμενικά δεδομένα και την υποκειμενική επίδραση.

Από αυτήν την άποψη, είναι λογικό να γίνεται λόγος για «υποκειμενικό παράγοντα», γιατί με αυτόν η σφαίρα της υποκειμενικής δράσης επεκτείνεται –πέρα από τη δράση των ατόμων– σε ολόκληρο το σύμπλεγμα των κινήτρων, στόχων, δραστηριοτήτων και διαμεσολαβήσεων. Αρχικά, με τον όρο «υποκείμενο» σκέφτεται κανείς ένα άτομο, ένα πρόσωπο, στην καλύτερη περίπτωση μια ομάδα ατόμων, οι οποίοι δρουν σαν ένα σώμα (μια «ένωση», ένα «νομικό πρόσωπο» σε αντίθεση με το «φυσικό» πρόσωπο, κατ’ επέκταση και το κράτος ως «υποκείμενο διεθνούς δικαίου»). Ως πλευρά των υλικών σχέσεων, ο «υποκειμενικός» παράγοντας είναι, ωστόσο, κάτι παραπάνω από μια συνένωση (ανθρώπων) που εμφανίζεται σαν ένα πρόσωπο. Περιλαμβάνει και τις ιδεολογίες, οι οποίες καθοδηγούν τη δράση των ανθρώπων, τους τρόπους συμπεριφοράς οι οποίοι κατευθύνουν τη συνεργασία ή τον ανταγωνισμό τους, ενδεχομένως και τους κανόνες και θεσμούς, μέσω των οποίων ρυθμίζεται η δραστηριότητα τους (και οι οποίοι από την οπτική του ατόμου πρέπει να καταταχτούν στα αντικειμενικά δεδομένα). Θα μπορούσαμε να πούμε: Όπου λαμβάνει χώρα ο προσιδιάζων στον άνθρωπο αναστοχασμός της σκέψης (Reflexion der Relexion) και όπου αυτός αντικειμενοποιείται29, ο υποκειμενικός παράγοντας μπορεί να επιδράσει στον κόσμο των υλικών σχέσεων, μπορεί δηλαδή να αλλάξει τις σχέσεις και με αυτόν τον τρόπο να αλλάξει και τον ίδιο του τον εαυτό.

Το πολιτικό καθήκον των επαναστατών του 1917 ήταν να οδηγήσουν την πορεία της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας ανάμεσα σε έναν ουτοπικό βολονταρισμό και μια συμφιλιωτική υποχωρητικότητα μπροστά στην αντίθεση ιδανικού και πραγματοποίησης. Απέναντι στην προτεραιότητα της βούλησης, ο Λένιν αντίτασσε την επιμονή στη θεωρία:
«Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει και επαναστατικό κίνημα. Ό,τι κι αν πει κανείς γι’ αυτήν τη σκέψη δε θα ήταν αρκετό, σε μια εποχή που μαζί με το κήρυγμα του οπορτουνισμού, που έχει γίνει της μόδας, συμβαδίζει η έλξη προς τις πιο στενές μορφές πραχτικής δράσης.»30

Αυτήν την πρώιμη διαπίστωση του 1905 την επαναλαμβάνει ο Λένιν συνέχεια και στα επόμενα χρόνια, ενώ η ειλικρίνεια της διατύπωσης αυτής αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ακόμα και σε εποχές οξυμένης πολιτικής κινητικότητας και δράσης, ο Λένιν καταπιανόταν συνέχεια με μεγάλες θεωρητικές αναλύσεις, οι οποίες κατά τα «ζικ-ζακ» των κινήσεων τακτικής διασφάλιζαν τη σταθερή στοχοπροσήλωση της στρατηγικής γραμμής. Μόνο η επιστημονική ακρίβεια στη θεωρητική ανάλυση μπορεί –σύμφωνα με τον Λένιν– να προφυλάξει από τον κίνδυνο του προσδιορισμού ουτοπικών στόχων και της παράσυρσης –από τις εντυπώσεις της στιγμής– σε πρώιμα συμπεράσματα και δράσεις. Επικαλείται τον Ένγκελς όταν υπερασπίζεται την άποψη «ότι το ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή μπορεί να τον εκπληρώσει μόνο ένα κόμμα που καθοδηγείται από πρωτοπόρα θεωρία. (...) Ο Ένγκελς παραδέχεται όχι δύο μορφές του μεγάλου αγώνα της σοσιαλδημοκρατίας (την πολιτική και την οικονομική) –όπως συνηθίζεται σε μας– αλλά τρεις, βάζοντας πλάι σ’ αυτές και το θεωρητικό αγώνα.»31

ΘΕΩΡΙΑ: ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΣΜΟ

Αυτό που είναι νέο στον Λένιν σε σχέση με τους Μαρξ και Ένγκελς δεν είναι η θεωρητική θεμελίωση της πολιτικής πράξης, αλλά το βάρος που λαμβάνει η θεωρία ως εκείνο το στοιχείο της συνείδησης που διαμεσολαβεί τη μετατροπή των ατομικών κινήτρων σε ένα κοινωνικό γενικό [στοιχείο], στην ταξική συνείδηση, μέσω της οποίας συγκροτείται το υπερ-ατομικό υποκείμενο «τάξη», το οποίο μπορεί από τη στιγμή της συγκρότησής του να επιδράσει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στις υπάρχουσες σχέσεις σε σχέση με οποιοδήποτε ατομικό (υποκείμενο). Τα ζητήματα που αφορούν τα δρώντα υποκείμενα, την ενίσχυση της συνείδησης διαμέσου της θεωρίας και της μορφής οργάνωσης ενός πραγματικά γενικού ταξικού υποκειμένου, αλληλοδιαπλέκονται. Σε αυτήν την αλληλοδιαπλοκή, η συνείδηση μετατρέπεται σε πλευρά των υλικών σχέσεων, από την άποψη ότι οι υλικές σχέσεις είναι σχέσεις ακριβώς επειδή τα στοιχεία τους βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και «η συνειδητότητα συμμετέχει σ’ αυτήν την αλληλεπίδραση και σ’ αυτόν τον καθορισμό».32

Με την παρέμβαση –διαμέσου των ατομικών υποκειμένων– του γενικού υποκειμένου (της τάξης) στο σύστημα των αλληλεπιδράσεων, πραγματοποιείται –μέσω μιας σύνθετης διαδικασίας στοχοπροσήλωσης στο σωστό γενικό και ανάπτυξης του εκάστοτε ειδικού για το άτομο όπως και για το είδος– η ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού με συμβατούς μεταξύ τους σκοπούς, δηλαδή η αλληλεγγύη αντί του ανταγωνισμού.33 Δεν πρόκειται για ηθική αλλά για μια ιστορικο-φιλοσοφική οπτική του ειδολογικού υποκειμένου της ανθρωπότητας. Η θεωρία δε διερευνά μόνο –ενάντια στις ουτοπικές προσδοκίες– το πραγματικά δυνατό, αλλά ταυτόχρονα διανοίγει τον ορίζοντα του στόχου που πρέπει να επιδιωχτεί· με αυτόν τον τρόπο μετατρέπεται και σε εναλλακτική έναντι του αυθαίρετου αυθορμητισμού, καθώς και σε μέσο με το οποίο μπορεί –ανεξάρτητα από αποτυχίες και ήττες– να ξεπεραστεί η ιδεαλιστική παραίτηση που προκύπτει από την άσχημη πραγματικότητα και στη θέση της να μπει η αισιόδοξη ενεργητικότητα για μια σταδιακή προσέγγιση του γενικού καλού.

Στον Λένιν, τέτοιου είδους σκέψεις σχετίζονται με την πολιτική πράξη. Από την περίοδο κιόλας της εξορίας στην Ελβετία έγραφε το Μάρτη του 1917, κάτω από τον αντίκτυπο της αστικής επανάστασης του Φλεβάρη: «Θα ήταν το πιο μεγάλο λάθος, αν αρχίζαμε να βάζουμε τα πολύπλοκα, φλέγοντα γοργά εξελισσόμενα πρακτικά καθήκοντα της επανάστασης στην κλίνη του Προκρούστη, της στενά εννοούμενης “θεωρίας”, αντί να βλέπουμε τη θεωρία πρώτ’ απ’ όλα και πάνω απ’ όλα σαν καθοδήγηση για δράση.»34 Με αυτό στόχευε στην ανάδειξη της δυνατότητας μετατροπής της αστικής επανάστασης εναντίον της τσαρικής απολυταρχίας σε προλεταριακή επανάσταση για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, δηλαδή στην υπερπήδηση της φάσης της αστικής-καπιταλιστικής κοινωνίας. Κατά το τσάκισμα των παλιών δομών προκύπτουν δυνατότητες οι οποίες υπερβαίνουν τους αμέσως επόμενους σταθμούς της ανάπτυξης της επανάστασης. «Το σπουδαίο είναι να καταλάβουμε ότι σε επαναστατικούς καιρούς η αντικειμενική κατάσταση αλλάζει τόσο γοργά κι απότομα όσο γοργά κυλάει και η ζωή γενικά.»35

Σε μια τέτοια κατάσταση η υποκειμενική πλευρά των τεκταινόμενων αποκτά δυνατότητα άσκησης μεγαλύτερων ρηγμάτων σε σχέση με παλιότερα:
«Θα βρεθεί άραγε στη μάζα των Ρώσων εργατών τόση συνειδητότητα, αντοχή και ηρωισμός για να επιτελέσουν “θαύματα προλεταριακής οργάνωσης” ύστερα από τα θαύματα τόλμης, πρωτοβουλίας και αυτοθυσίας που επιτέλεσαν στην άμεση επαναστατική πάλη; Αυτό δεν το ξέρουμε και θα ήταν ματαιοπονία να ασχοληθούμε με μαντείες, γιατί την απάντηση σε τέτοια ερωτήματα την δίνει μόνο η πράξη. Εκείνο που ξέρουμε σίγουρα και που οφείλουμε, σαν Κόμμα, να εξηγούμε στις μάζες είναι ότι, από τη μια μεριά, υπάρχει σήμερα ένας ιστορικός κινητήρας τεράστιας δύναμης, που γεννάει πρωτοείδωτη κρίση, πείνα και αμέτρητα δεινά. Ο κινητήρας αυτός είναι ο πόλεμος που οι καπιταλιστές και των δυο εμπόλεμων στρατοπέδων τον διεξάγουν με ληστρικούς σκοπούς. Ο “κινητήρας” αυτός έφερε στο χείλος του γκρεμού μια σειρά από τα πιο πλούσια, τα πιο ελεύθερα και τα πιο φωτισμένα έθνη. Ο πόλεμος αναγκάζει τους λαούς να εντείνουν στο έπακρο όλες τις δυνάμεις τους, τους φέρνει σε αφόρητη κατάσταση, βάζει στην ημερήσια διάταξη όχι την πραγματοποίηση κάποιων “θεωριών” (γι’ αυτό δε γίνεται καν λόγος και ο Μαρξ πάντοτε εφιστούσε την προσοχή των σοσιαλιστών σ’ αυτήν την αυταπάτη), αλλά την εφαρμογή των έσχατων μέτρων που είναι δυνατό να παρθούν πρακτικά, γιατί χωρίς έσχατα μέτρα, εκατομμύρια ανθρώπους τους απειλεί ο αφανισμός, ο άμεσος και σίγουρος αφανισμός από την πείνα.»36

Εδώ, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του υποκειμενικού παράγοντα βγαίνουν σαφώς σε πρώτο πλάνο έναντι των αντικειμενικών συνθηκών, όπως αυτές προσδιορίζονται και αιτιολογούνται από το επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, των υποδομών, της μόρφωσης του λαού. Για να μπορεί να εκτιμηθεί το εύρος αυτών των υποκειμενικών γνωρισμάτων ως πλευρά των αντικειμενικών υλικών σχέσεων που ωθεί προς τα μπρος, απαιτούνται περισσότερα από τον επαναστατικό ενθουσιασμό του ίδιου του υποκειμενικού παράγοντα. Οι δυνατότητές τους πρέπει να εκτιμηθούν στο πλαίσιο του προσδιορισμού της σχέσης ανάμεσα στις γενικές νομοτέλειες και στις ιδιαίτερες μορφές εκδήλωσής τους. Στο υπόβαθρο της απόφασης δε βρίσκεται μια ειδική θεωρία –με τον Λένιν να τοποθετεί στο παραπάνω απόσπασμα αυτήν τη λέξη εντός εισαγωγικών– αλλά το θεμελιώδες θεωρητικό πρόβλημα των διαφόρων τρόπων ύπαρξης της πραγματικότητας: Πραγματικότητα, πραγματική δυνατότητα, δυνατότητα της σκέψης. Οι πολιτικές αποφάσεις κινούνται εντός ενός χώρου του οποίου οι συντεταγμένες καθορίζονται από φιλοσοφικές κατηγορίες ανάλυσης.
Με αυτήν τη βαθύτερη έννοια, η πράξη και η θεωρία διαπλέκονται στον Λένιν και αυτό δε γίνεται με τον επιπόλαιο τρόπο της (δογματικής) εφαρμογής στην αναπτυσσόμενη και συνεχώς μεταλλασόμενη πραγματικότητα ενός καθορισμένου θεωρητικού οικοδομήματος. Απέναντι σε οικονομίστικες ή κοινωνιολογίστικες αντιλήψεις για τις κοινωνικές νομοτέλειες, ο Λένιν εμμένει στη φιλοσοφική θεμελίωση του θεωρητικά επεξεργασμένου σχεδίου δράσης. Γι’ αυτό καταπολεμάει, μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1905, τους εμπειριοκριτικιστές, γι’ αυτό διαβάζει κατά το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ.

Όποιος αποδίδει στη φιλοσοφία μια υποδεέστερη θέση στο μαρξισμό ή θεωρεί ότι αυτή θα διαλυόταν στη γνώση των (ξεχωριστών) επιστημών, δε θα καταλάβει τον τρόπο με τον οποίο ζύγιζε ο Λένιν τα πράγματα κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ακόμα και το κείμενο για το μαχόμενο υλισμό γράφτηκε το 1922, όταν ο Λένιν ήταν πραγματικά πνιγμένος στην πρακτική πολιτική δουλειά. Και σε αυτό εμφανίζεται ξανά η εμφατική αναφορά στον Χέγκελ σε σχέση με το απαραίτητο για την πράξη καθήκον ανάπτυξης του διαλεκτικού υλισμού:
«Για να πετύχουν το σκοπό αυτό, οι συνεργάτες του περιοδικού Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα (σ.τ.μ.:
Κάτω από τη σημαία του μαρξισμού) πρέπει να οργανώσουν τη συστηματική μελέτη της διαλεκτικής του Χέγκελ από υλιστική άποψη, δηλαδή της διαλεκτικής που εφάρμοσε πρακτικά ο Μαρξ τόσο Στο Κεφάλαιό του όσο και στα ιστορικά και πολιτικά έργα του (...) Έχοντας σα βάση τον τρόπο που χρησιμοποίησε ο Μαρξ τη διαλεκτική του Χέγκελ, με την υλιστική της έννοια, μπορούμε και οφείλουμε να επεξεργαστούμε αυτήν τη διαλεκτική απ’ όλες τις πλευρές, να δημοσιεύουμε στο περιοδικό αποσπάσματα από τα κύρια έργα του Χέγκελ και να τα ερμηνεύουμε υλιστικά, να τα σχολιάζουμε, έχοντας σα βάση τα παραδείγματα εφαρμογής της διαλεκτικής από τον Μαρξ, καθώς και τα παραδείγματα διαλεκτικής από την περιοχή των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων, παραδείγματα που η νεότερη ιστορία, ιδιαίτερα ο σύγχρονος ιμπεριαλιστικός πόλεμος και η επανάσταση δίνουν πάρα πολλά. Η ομάδα των συντακτών και των συνεργατών του περιοδικού Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αποτελέσει ένα είδος “συνδέσμου ματεριαλιστών οπαδών της χεγκελιανής διαλεκτικής”.»37

Μια πραγματιστική πολιτική τακτική, η οποία δε βασίζεται σε ένα απόθεμα αναπτυγμένων (φιλοσοφικών) κατηγοριών, θα ξεπέσει με βεβαιότητα στην οπορτουνιστική προσαρμογή στο συσχετισμό δύναμης και στο επίπεδο της συνείδησης και έτσι θα απομακρυνθεί από το στρατηγικό της στόχο, ο οποίος συνίσταται ακριβώς στο αντίθετο της υπάρχουσας κατάστασης και των διάφορων παραλλαγών της.
Με τη διαπλοκή θεωρητικής και πρακτικής φιλοσοφίας, ο Λένιν τοποθετείται συνειδητά στην παράδοση της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας από τον Καντ μέχρι τον Χέγκελ. Η σύνδεση αυτών των δύο πλευρών της φιλοσοφίας σε μια θεωρία για το (πολιτικό) υποκείμενο –και κατ’ επέκταση για την ελευθερία– έχει τη ρίζα της σε μια διαλεκτική αντίληψη του κόσμου η οποία πριν τον Μαρξ είχε φτάσει στο ανώτερο σημείο της με τον Χέγκελ. Η συστηματική ανάπτυξη στους τομείς της φιλοσοφίας, της οικονομίας και της θεωρίας του σοσιαλισμού, η οποία αποτελεί τη βάση του μαρξισμού, έχει τις ρίζες της στις προμαρξιστικές πηγές του μαρξισμού.38

Είναι ολοφάνερο ότι μια τόσο εκτεταμένη φιλοσοφική εμβάθυνση του μαρξισμού με προσφυγή στις ιστορικο-θεωρητικές του ρίζες, ήταν εφικτή μόνο πάνω σε ένα στέρεο γνωσιοθεωρητικό επιστημολογικό έδαφος. Η ρεαλιστική αντίληψη της γνώσης και το πραγματικό περιεχόμενο των ιδεολογιών (ως το Φαίνεσθαι που εμφανίζεται στη συνείδηση) αποτελούν προϋποθέσεις έτσι ώστε ο μαρξισμός να μην αποτελεί απλώς την πιο πρόσφατη φάση της ιστορίας της φιλοσοφίας, αλλά να ενσωματώνει το συνολικό της περιεχόμενο. Η επεξεργασία της νοητικής αντανάκλασης της συνολικής ιστορικής και ιστορικά βιούμενης πραγματικότητας μετατρέπεται σε συστατικό μέρος της μαρξιστικής θεωρίας –τότε και μόνο τότε– όταν οι επιστημονικές γνώσεις και κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις δε συγκροτούνται απλά μέσω υποκειμενικών διαδικασιών, αλλά μέσω υποκειμενικά διαμεσολαβούμενων αντικειμενικών διαδικασιών απεικόνισης. Αν ο αγώνας για το σοσιαλισμό είναι αγώνας για τη συνείδηση των ανθρώπων –όπως ανέπτυξε αναλυτικά ο Αντόνιο Γκράμσι στη θεωρία του για την ηγεμονία ως συνέχεια της λενινιστικής έννοιας της ηγεμονίας– τότε αυτός ο αγώνας διεξάγεται και με την υιοθέτηση πολιτισμικών παραδόσεων οι οποίες δεν εισέρχονται απλώς στη δική μας θεωρία ως συγκολλήσεις, αλλά πρέπει να αποδειχτούν ως αναπόσπαστο συστατικό μέρος του γίγνεσθαί της.

Ο Λένιν εξύψωσε αυτήν την αντίληψη σε προγραμματική σε ένα σχέδιο απόφασης για το Συνέδριο της Προλέτκουλτ του 1920: «Ο μαρξισμός απόκτησε την κοσμοϊστορική σημασία του σαν ιδεολογία του επαναστατικού προλεταριάτου, γιατί δεν απόρριψε καθόλου τις πολυτιμότατες κατακτήσεις της αστικής εποχής, αλλά αντίθετα αφομοίωσε και επεξεργάστηκε ό,τι το πολύτιμο είχε να παρουσιάσει μέσα σε δύο χιλιάδες και πλέον χρόνια η ανάπτυξη της ανθρώπινης σκέψης και του πολιτισμού.»39

Η ιστορία της ανθρωπότητας προσεγγίζεται ως μια ενότητα, ως ιστορία του (ανθρώπινου) είδους, στην οποία έχει θέση κάθε ιδιαίτερη εποχή, κάθε ιδιαίτερη ομάδα, κάθε άτομο (σύμφωνα με τη διαλεκτική διατύπωση «το ενικό = με το καθολικό»40), ενώ το γεγονός αυτό εκφράζεται ως ίδιον χαρακτηριστικό της. Η κάθε πολιτική απόφαση απορρέει από το σύνολο της κοσμοθεωρητικής αυτοκατανόησης του δρώντος ανθρώπου· ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο η ενοποίηση της γνώσης σε μια ενιαία προοπτική, το ξεπέρασμα του κατακερματισμού των πολυποίκιλων (και για το κάθε άτομο απλώς επιλεκτικών) γνώσεων και η μετατροπή τους σε μια παιδεία που σφραγίζει συνολικά τον άνθρωπο, αποτελεί καθήκον της «προλεταριακής πολιτιστικής επανάστασης», η οποία πρέπει να έχει ως στόχο την ανάπτυξη μιας «επαναστατικής κοσμοθεωρίας». Μπορεί να αποδειχτεί ότι το έργο του Λένιν, ως πολιτικού και κρατικού παράγοντα, καθώς και η επεξεργασία που έκανε στην πολιτική-φιλοσοφική θεωρία αναφερόταν σταθερά στον πυρήνα αυτής της επιστημονικής κοσμοαντίληψης και της φιλοσοφικής της θεμελίωσης και από αυτόν τον πυρήνα αντλούσε την εσωτερική συνοχή της.

Ταυτόχρονα είναι φανερό πως, βασιζόμενος στη φιλοσοφική ερμηνεία του μαρξισμού, ο Λένιν πηγαίνει πέρα από αυτό το στάδιο της θεμελίωσής του. Αναπτύσσει το μαρξισμό σε μια φιλοσοφικά θεμελιωμένη πολιτική και οικονομική θεωρία του ιμπεριαλισμού και των πρώτων βημάτων οικοδόμησης του σοσιαλισμού, αναπτύσσει τις γενικές γραμμές μιας θεωρίας της επανάστασης και της επαναστατικής οργάνωσης. Αυτό αποτελεί το νέο στάδιο του επιστημονικού σοσιαλισμού, το οποίο χαρακτηρίζεται από το διπλό όνομα μαρξισμός-λενινισμός. Παρόλες τις ενστάσεις ενάντια στον πληθωρισμό των «-ισμών», είναι κοσμοϊστορικά και ιστορικο-θεωρητικά αιτιολογημένο να γίνεται λόγος για λενινισμό.

ΣημειώσειςΣημειώσεις

* Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο γερμανικό μαρξιστικό θεωρητικό περιοδικό Marxistische Blätter, τεύχ. 3/96, και αναδημοσιεύεται στην ΚΟΜΕΠ σε μετάφραση της Ιωάννας Μιχαλάκη.
  1. Σ.τ.Μ.: O συγγραφέας αναφέρεται εδώ στο συλλογικό έργο των E. J. Hobsbawm, Georges Haupt, Franz Marek, Ernesto Ragioneri, Vittorio Strada και Corrado Vivanti το οποίο εκδόθηκε την περίοδο 1978-1982 στα ιταλικά υπό τον τίτλο Storia del Marxismo. Στην ουσία, το έργο ήταν πεντάτομο, αφού για την περίοδο «Ο μαρξισμός στην εποχή της Γ΄ Διεθνούς» αφιερώνονται δύο τόμοι, και συγκεκριμένα οι τόμοι ΙΙΙ και ΙV.
  2. Για λόγους γλωσσικής ακρίβειας, πρέπει να σημειωθεί ότι οι λέξεις με την κατάληξη «-ισμός», που παράγονται από κύρια ονόματα, αναφέρονται κατά βάση σε θεωρίες, σχολές σκέψης, κοσμοθεωρίες, στιλιστικά ρεύματα κλπ. Σχηματισμοί όπως ο «καισαρισμός» δεν προέρχονται από κύρια ονόματα, αλλά από το σχετικό αξίωμα, αφού το όνομα «Καίσαρας» μετατράπηκε και στον τίτλο του «Καίσαρα» (Αυτοκράτορα). Αντίθετα, ο «βοναπαρτισμός» περιγράφει μάλλον έναν προσωπικό τρόπο κυριαρχίας παρά μια θεσμική μορφή διακυβέρνησης.
  3. Β. Ι. Λένιν, «Ιδιομορφίες της ιστορικής ανάπτυξης του μαρξισμού», Άπαντα, τόμ. 20, σελ. 91-92, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  4. Εδώ, η εξάρτηση των θεωρητικών συλλογισμών από εξωτερικές περιστάσεις είναι κατά κάποιον τρόπο συγκρίσιμη με τις συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων διαμορφώθηκε η πρωτοχριστιανική απολογητική και πολεμική ενάντια στην ειδωλολατρία. Παρόμοια χαρακτηριστικά ύφους φέρει στις δύο εποχές και η πάλη για την κατάκτηση της σωστής θεωρίας, για την πραγματική διδασκαλία ενάντια στους αιρετικούς, τους «παρεκκλίνοντες», τις διασπαστικές σχολές σκέψεις.
  5. Σ.τ.Μ.: Η λέξη «Reflexion» έχει μεγάλη ιστορία στα κείμενα της γερμανικής φιλοσοφίας, ενώ το νοηματικό της περιεχόμενο παίρνει μεγάλο εύρος ανάλογα με το φιλοσοφικό ρεύμα στο οποίο αναφέρεται και το συγκείμενο, στο πλαίσιο του οποίου διατυπώνεται. Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι στα ελληνικά έχει μεταφραστεί κατά καιρούς ως αναστοχασμός, αντικατοπτρισμός, νοητική αντανάκλαση, διανοητική παρατήρηση, εσωτερική σκέψη, εσωτερική εμπειρία, υποστασιοποιημένη νόηση κλπ. Αν επιχειρούσαμε να προσδιορίσουμε τον κοινό παρονομαστή αυτών των αποδόσεων, ενδεχομένως θα ξεχωρίζαμε την πιο βαθιά και συνειδητή σκέψη. Επειδή η λέξη εμφανίζεται στο κείμενο σε διάφορα σημεία, η μετάφρασή της διαφέρει ελαφρώς ανάλογα με τα συμφραζόμενα. Μεταφραστικά, έχει επιλεγεί να παρουσιάζεται σε παρένθεση η συγκεκριμένη γερμανική λέξη και κάποια παράγωγά της αμέσως μετά την απόδοσή της στα ελληνικά.
  6. Β. Ι. Λένιν, «Καρλ Μαρξ (Σύντομη βιογραφική σκιαγραφία με έκθεση του μαρξισμού)», Άπαντα, τόμ. 26, σελ. 50, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  7. Ό.π., σελ. 53.
  8. Β. Ι. Λένιν, «Καρλ Μαρξ (Σύντομη βιογραφική σκιαγραφία με έκθεση του μαρξισμού)», Άπαντα, τόμ. 26, σελ. 57-58, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  9. Ό.π., σελ. 60.
  10. Β. Ι. Λένιν, «Σχετικά με το ζήτημα της διαλεκτικής», ό.π., τόμ. 29, σελ. 318.
  11. Εδώ βλέπουμε πώς από το καθήκον της χάραξης του κοσμοθεωρητικού ορίζοντα –εντός του οποίου το σοσιαλιστικό κίνημα παίρνει τη θέση του και στον οποίο αυτό αναφέρεται κατά τον προσδιορισμό των πολιτικών στόχων της πάλης του– προκύπτει η τάση για συστηματοποίηση της διαλεκτικής.
  12. Β. Ι. Λένιν, «“Η επιστήμη της λογικής”. Η διδασκαλία για το είναι», Άπαντα, τόμ. 29, σελ. 100, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  13. Β. Ι. Λένιν, «Χέγκελ. “Διαλέξεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας”», Άπαντα, τόμ. 29, σελ. 282, 285, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  14. Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Βιβλίο A΄, 982 b27, εκδ. Ζήτρος (σε μετάφραση Βασίλη Κάλφα).
  15. Β. Ι. Λένιν, «Τι είναι οι “φίλοι του λαού” και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες;», Άπαντα, τόμ. 1, σελ. 125, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  16. Ό.π., σελ. 162.
  17. Ό.π., σελ. 185.
  18. Β. Ι. Λένιν, «Η τίμια φωνή ενός Γάλλου σοσιαλιστή», Άπαντα, τόμ. 27, σελ. 10-11, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  19. Β. Ι. Λένιν, «Τι είναι οι “φίλοι του λαού” και πώς πολεμούν τους σοσιαλδημοκράτες;», Άπαντα, τόμ. 1, σελ. 306, 307, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  20. Βλ. Hans Heinz Holz, «Hegels Metaphysik-Kritik als Reflex der französischen Revolution», in Manfred Buhr (Hrsg.), Französische Revolution und klassische deutsche Philosophie, σελ. 268, Berlin, 1990.
  21. Β. Ι. Λένιν, «Για τη σημασία του μαχόμενου υλισμού», Άπαντα, τόμ. 45, σελ. 29, εκδ. Σύγχρονη Εποχή. Όπως προσδιορίζεται από την έκδοση των Απάντων, το περιοδικό Κάτω από τη σημαία του μαρξισμού είναι «φιλοσοφικό και κοινωνικοοικονομικό περιοδικό· ιδρύθηκε με σκοπό την προπαγάνδα του μαχόμενου υλισμού και του αθεϊσμού και για την πάλη ενάντια στους “διπλωματούχους λακέδες του παπαδισμού’’. Το περιοδικό έβγαινε στη Μόσχα από το Γενάρη του 1922 μέχρι τον Ιούνη του 1944».
  22. Βλ. Hans Heinz Holz, «Aufhebung und Verwirklichung der Philosophie», in Dialektik 18 «Philosophie als Geschichte», σελ. 250 και εξής, Κολονία, 1989.
  23. Β. Ι. Λένιν, «Για την επανάστασή μας», Άπαντα, τόμ. 45, σελ. 380, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  24. Ό.π., σελ. 380.
  25. Ό.π., σελ. 378-379. Αυτή η εκτίμηση ισχύει και για άλλες επαναστατικές εξελίξεις σε χώρες με χαμηλό ακόμα επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων –πέραν των άλλων πολιτισμικών προϋποθέσεων– π.χ. Κίνα, Βιετνάμ, Κορέα, Κούβα. (Σ.τ.Μ.: Η λατινική φράση «mutatis mutandis» σημαίνει εδώ «τηρουμένων των αναλογιών».)
  26. Την ίδια εποχή με τον Λένιν και επηρεασμένος από αυτόν, ανέπτυξε τη δική του θεωρία περί πολιτικής και ο Αντόνιο Γκράμσι. Βλ. Αντόνιο Γκράμσι, Τετράδια της Φυλακής.
  27. Για τις υλικές σχέσεις βλ. Hans Heinz Holz, Dialektik und Widerspiegelung, σελ. 70, Κολονία, 1983.
  28. Βλ. Hans Heinz Holz, Die abenteuerliche Rebellion, Ντάρμσταντ και Νόιβιντ, 1976.
  29. Σ.τ.Μ.: Πιθανότατα, με το ρήμα «αντικειμενοποιείται» ο συγγραφέας εννοεί εδώ την αποκρυστάλλωση της συνειδητής σκέψης, στη βάση της οποίας αναπτύσσεται η ανθρώπινη δράση σε διάφορους θεσμούς της κοινωνικής ζωής, όπως κόμμα, συνδικάτα, πολιτιστικοί φορείς κλπ.
  30. Β. Ι. Λένιν, «Τι να κάνουμε;», Άπαντα, τόμ. 6, σελ. 24, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  31. Β. Ι. Λένιν, «Τι να κάνουμε;», Άπαντα, τόμ. 6, σελ. 25, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  32. Β. Ι. Λένιν, «Συζήτηση με τους συνήγορους του οικονομισμού», Άπαντα, τόμ. 5, σελ. 369, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  33. Τη λογική δομή μιας αλληλέγγυας σχέσης επεξεργάστηκε ήδη ο Λάιμπνιτς (Leibniz) με τον τίτλο «συνδυνατότητα» (Kompossibilität), σύμφωνα με την οποία ο κόσμος είναι όλα όσα είναι ταυτόχρονα δυνατό να συμβούν.
  34. Β. Ι. Λένιν, «Γράμματα από μακριά», Άπαντα, τόμ. 31, σελ. 44, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  35. Ό.π., σελ. 45.
  36. Β. Ι. Λένιν, «Γράμματα από μακριά», Άπαντα, τόμ. 31, σελ. 44-45, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  37. Β. Ι. Λένιν, «Για τη σημασία του μαχόμενου υλισμού», Άπαντα, τόμ. 45, σελ. 30-31, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  38. Βλ. Manfred Buhr κ.ά., Theoretische Quellen des wissenschaftlichen Sozialismus, Φρανκφούρτη στο Μάιν, 1975, Manfred Hahn/Hans Jörg Sandkühler (έκδ.), Karl Marx. Kritik und positive Wissenschaft, Κολονία, 1986 και Manfred Hahn/Hans Jörg Sandkühler (έκδ.), Bürgerliche Gesellschaft und theoretische Revolution. Zur Entstehung des wissenschaftlichen Sozialismus, Κολονία, 1978.
  39. Β. Ι. Λένιν, «Για τον προλεταριακό πολιτισμό (Σχέδιο απόφασης)», Άπαντα, τόμ. 41, σελ. 337, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  40. Β. Ι. Λένιν, «Περίληψη του βιβλίου του Χέγκελ “Η επιστήμη της λογικής”, Άπαντα, τόμ. 29, σελ. 181, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου