Επιλογή γλώσσας

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2020

Προς αποφυγήν συνωστισμού


- Ήταν Παρασκευή 6 Νοέμβρη θυμάμαι. Το θυμάμαι καλά γιατί η γυναίκα μου, μου φόρτωσε μια σακουλάρα… απ' αυτές τις χάρτινες που είναι για δώρα, ξέρετε… να πάω λέει να τ' αλλάξω τα ρούχα του μωρού γιατί είναι μικρά, θα κλείσουν τα μαγαζιά το Σάββατο και μετά δε θα μπορούμε. Κοιτάω τη σακουλάρα, που χώραγα ο μισός μέσα, σκέφτομαι, ποιος μας έφερε τέτοιο δώρο; Θα ‘χει ρούχα ο μικρός μέχρι του χρόνου… Την ανοίγω, κι έχει μια ζακέτα κι ένα σκουφί. Πάω να τα χώσω στην τσάντα μου, να μη κουβαλάω τζάμπα τη χουμούτσα, μου λέει, «Τρελός είσαι; Η τσάντα είναι του καταστήματος, μ’ αυτή θα τα επιστρέψεις». Τα ξαναβάζω στη σακουλάρα, παίρνω μάσκα, αντισηπτικό, τσάντα, θερμός, κλειδιά, φιλάω γυναίκα, μωρό και φεύγω. Δεν παίρνω λεωφορείο για τη δουλειά, μπορεί να με βολεύει καλύτερα, έτσι και το χάσεις όμως, κλάφ' τα! Το επόμενο έρχεται μία ώρα μετά, όποτε, λέω άσε καλύτερα, να έχω ήσυχο το κεφάλι μου... Δε θέλω και να αγχώνομαι πολύ, έχω πρόβλημα και με την καρδιά, όπως λογικά γνωρίζετε, και τρία πράγματα λένε σε σώζουν: ξεκούραση, καλή διατροφή και κυρίως, όχι άγχος! Αγχώνομαι βέβαια που τα δύο πρώτα δεν τα πολυκαταφέρνω, όλη τη μέρα στο πόδι, αλλά τι να κάνεις…

Τέλος πάντων, μη σας τα πολυλογώ, τόσους ανθρώπους έχετε να δείτε, φτάνω στο σταθμό, υπολογίζω σε ποιο βαγόνι θα έχει λιγότερο κόσμο -δε διαλέγεις ποτέ το τέταρτο και το πέμπτο, νόμος!- και περιμένω στην αποβάθρα. Έχει χαλάσει κι αυτός ο διάολος που λέει σε πόση ώρα έρχεται το τρένο, κι έτσι περιμένουμε όλοι κοιτώντας απ' τ' αριστερά μήπως και τ' ακούσουμε, λες και θα μας δει και θα έρθει νωρίτερα… Ευτυχώς, σε δέκα λεπτάκια… νάτο! Βγαίνουν εφτά έξω, μπαίνω μ' άλλους εικοσιτέσσερις. Έχω εκπαιδευτεί να μην κρατιέμαι από πουθενά, δεν ξέρεις ποιος είχε πιάσει πριν το στύλο, αλλά με την τσάντα μου μπροστά στο στήθος -ώρα είναι τώρα να σε κλέψει κανείς- το θερμός στο ένα χέρι και τη σακουλάρα παραμάσχαλα, δεν είχα και χέρι να κρατηθώ.

Ακούω μια φωνή να λέει, «πηγαίνετε πιο μέσα κυρία μου να χωρέσουμε κι εμείς», «πού να πάω χριστιανέ μου», λέει αυτή, «δε βλέπετε που ο κύριος έχει πιάσει χώρο για τρία άτομα;» και με κοιτάει. «Χίλια συγγνώμη» τους λέω εγώ και θολώνουν τα γυαλιά μου πάνω απ' τη μάσκα. «Ε μα και λίγη ατομική ευθύνη δε βλάπτει», ακούω άλλη φωνή να λέει, αλλά δε μπορώ να δω ποιος είναι. Βάζω το θερμός κάτω από την κενή μασχάλη, βγάζω το αντισηπτικό, προσπαθώ με το ένα χέρι να καθαρίσω και τα δύο, ξαναβάζω το αντισηπτικό στην τσάντα, καθαρίζω με το δάχτυλο το ένα τζάμι απ’ τα γυαλιά, κουνιέται πέρα δώθε η σακουλάρα, «σιγά κυριέ μου», ακούω παραδίπλα, πάω να καθαρίσω και το άλλο τζάμι, φρενάρει το τρένο, χάνω την ισορροπία μου και γραπώνομαι απ' όπου βρω, στην προκειμένη, απ' το μπουφάν του μπροστινού μου. Κύριος, κυρία, θα σας γελάσω, δε μπορούσα καλά να δω, αλλά ευγενέστατος άνθρωπος, ότι και να 'ταν, ούτε κιχ δεν έβγαλε.

Μπαίνει κόσμος, στριμώχνομαι όσο μπορώ και πάω προς τη μεριά που είναι οι θέσεις. Ναι, το ομολογώ. Κοιτάζω τις άδειες θέσεις με τα σηματάκια, και προς στιγμήν, μπαίνω στον πειρασμό να πάω να κάτσω. Αλλά αν ο καθένας λειτουργούσε έτσι, να σκέφτεται την πάρτη του, ζούγκλα θα είχαμε γίνει, ζούγκλα! Δε συμφωνείτε; Μια φορά… Σεπτέμβρης πρέπει να' ταν… είχα καθήσει κι εγώ σε μία από τις επιτρεπόμενες θέσεις… Βασιλιάς ε; Αφού, όταν έφτασε η ώρα να κατέβω, δεν ήθελα να σηκωθώ, με το ζόρι την άφησα όταν άνοιξαν οι πόρτες…

Πού είχα μείνει; Α, ναι… Στριμώχνομαι που λέτε και προσπαθώ να στρίψω προς το ανοιχτό παράθυρο, να μην είμαι μάσκα με μάσκα με τους άλλους. Είναι πολύ σημαντικό να στέκεσαι προς τον φρέσκο αέρα για να προστατευτείς. Αυτό φαντάζομαι θα εννοούσε και ο κύριος με τα γυαλάκια -κι αυτουνού θολώνουν άκουσα- που βγαίνει στο γυαλί. «Όσο μπορείτε να αποφεύγετε το συνωστισμό στα Μέσα» είπε, και ο άνθρωπος είναι επιστήμονας, δεν τα βγάζει απ’ την κούτρα του. Σε δύο στάσεις θα κατέβαινα, οπότε έπρεπε να σχεδιάσω καλά την έξοδό μου. Αρχίζω τα «με συγχωρείτε» προς πάσα κατεύθυνση, θολώνει πάλι το γυαλί, και προχωράω, σπρώχνοντας, προς την πόρτα. Ακούω μαζί με τις παναγίες και το «Ομόνοια, πλιζ μάιν δε γκαπ», ξεχυνόμαστε έξω, ωσάν ηρωικοί Μεσολογγίτες και πάμε προς τα σκαλιά.

Σ' ένα μισάωρο, με τα πόδια, έχω φτάσει στη δουλειά. Έχω δέκα λεπτά πριν ξεκινήσει η βάρδια, αρκετά για να απολυμάνω γραφείο και πληκτρολόγιο. Πάω να βγάλω το αντισηπτικό και τι να δω; Είχε χυθεί όλο μέσα στην τσάντα. «Κώστα...» -Κώστας είναι ο συνάδελφος δίπλα- «έχεις αντισηπτικό;». «Πάρε» μου λέει «αλλά έλα και συ στις 12 που έχουμε συνάντηση με τον προϊστάμενο». «Μη με μπλέκεις μ’ αυτά» του λέω, «Πόσο πήρες το μπουκαλάκι; Έχει μπόλικο μέσα...». «Ρε Γιάννη, το αυτονόητο θα ζητήσουμε, να πάρει μέτρα η εταιρεία». «Και πού θα βρει ρε Κώστα 5.000 μπουκαλάκια η Εταιρεία; Δεν είναι καιροί για έξοδα... αυτά λέω και στη Δέσποινα... Πρέπει να τρώει μοσχάρι ο μικρός. Συμφωνώ, η καλή διατροφή είναι το εν τρίτο της υγείας, αλλά ξέρεις πόσο έχει πάει το μοσχάρι Κώστα; Να το σκέφτηκα και αγχώθηκα και ξέρεις, δεν πρέπει να αγχώνομαι...». «Τι μοσχάρια μου λες ρε Γιάννη, εδώ είχαμε δύο κρούσματα και δουλεύουμε σαν να μην τρέχει τίποτα». «Κώστα... γκούχου.. πρέπει.. γκούχου γκούχου.. αρχίζει η... γκούχου γκούχου γκούχου γκούχου.. η βάρδια».

Αυτά έγιναν εκείνη τη μέρα... Τώρα, πώς βρέθηκα εγώ στο νοσοκομείο, από πού κόλλησα, ούτε που μπορώ να καταλάβω... και να πείτε ότι δεν είχα πάρει όλα τα μέτρα μου; Κι αυτός ο πόνος στα πνευμόνια... αβάσταχτος! Θα βγω σύντομα όμως, ε;

-Τι να σας πω κύριε. Εγώ υδραυλικός είμαι.. εδώ του νοσοκομείου.. ήρθα να σας αλλάξω τον ορό.

Για την αντιγραφή

Θαλασσιά Αντωνοπούλου, σκηνοθέτης.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Tα σχόλια στο μπλοκ πρέπει να συνοδεύονται από ένα ψευδώνυμο, ενσωματωμένο στην αρχή ή το τέλος του κειμένου